Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΜΑΘΕ ΠΡΩΤΑ ΝΑ ΚΟΛΥΜΠΑΣ



Κάποια μέρα, ένας πανεπιστημιακός καθηγητής και υποψήφιος του βραβείου Νόμπελ, διάσημος σε όλο τον κόσμο, έφθασε στις όχθες μια λίμνης.Ο καθηγητής, ζήτησε από τον βαρκάρη να του κάνει το γύρο της λίμνης για να ξεκουραστεί και να απολαύσει τη σπάνια ομορφιά της.Ο βαρκάρης ανταποκρίθηκε με πολύ προθυμία.Όταν απομακρύνθηκαν από την ακτή, ο καθηγητής άρχισε τις πειρακτικές ερωτήσεις του στο βαρκάρη :
-Φίλε μου, γνωρίζεις μαθηματικά, τον ρώτησε.
-Όχι, απάντησε συνεσταλμένα ο βαρκάρης.
-Έχεις χάσει το ένα τέταρτο της ζωής σου, ήταν η απάντηση του καθηγητή.
-Μήπως ξέρεις αστρονομία; (συνέχισε)
-Όχι, απάντησε ο βαρκάρης.
-Έχεις χάσει τα δύο τρίτα της ζωής σου.
-Γνωρίζεις φιλοσοφία ;
-Όχι, (απάντησε και στην τρίτη ερώτηση ο βαρκάρης.)
-Κρίμα! Έχεις χάσει τα τρία τέταρτα της ζωής σου, αποφάνθηκε ο σοφός καθηγητής με ύφος
Ξαφνικά μια καλοκαιριάτικη καταιγίδα ξέσπασε...Η βάρκα, καταμεσής της λίμνης, χοροπηδούσε σαν καρυδότσουφλο.Ο αγέρας σφύριζε δαιμονισμένα..Απεγνωσμένα προσπαθούσε ο βαρκάρης να κρατήσει τη βάρκα του
Γύρισε τότε προς τον καθηγητή και τον ρώτησε:
-Καθηγητά μου, ξέρετε να κολυμπάτε;
-Όχι, απάντησε εκείνος ξεψυχισμένα.
-Λυπάμαι, αλλά εσείς χάσατε όλη σας τη ζωή
Ένα δυνατό κύμα αναποδογύρισε τη βάρκα
"Μεριμνάς και τυρβάζει περί πολλά ενός δε εστί χρεία"
Γι αυτό ΜΑΘΕ ΠΡΩΤΑ ΝΑ ΚΟΛΥΜΠΑΣ
.!


ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ







Γιάννης Αγιάννης, ο ήρωας του Β. ΟΥΓΚΩ



Οι γονείς του ήταν φτωχοί.Δεν είχε μάθει γράμματα. Κι όταν μεγάλωσε, έγινε κλαδευτής. Ο χαρακτήρας τους ήταν μάλλον μελαγχολικός. Έμεινε ορφανός από πολύ μικρός. Είχε μόνο μια χήρα αδερφή, μεγαλύτερή του, με εφτά παιδιά. Στο σπίτι της φιλοξενήθηκε όσο ζούσε ο άντρας της. Μα τον έχασε κάποια μέρα, κι από τότε ο Γιάννης Αγιάννης, που δεν ήταν είκοσι πέντε χρονών, ανέλαβε δυσφορώντας καθήκοντα οικογενειάρχη. Δούλευε σκληρά κι έβγαζε ελάχιστα. Το βράδυ γύριζε αμίλητος, ξεθεωμένος από την κούραση. Φυσικά, δούλευε και η αδερφή του. Μα πώς να τα βγάλουν πέρα με εφτά παιδιά;Το χειμώνα έμεινε άνεργος. Πεινούσαν. Ήταν Κυριακή βράδυ κι ο φούρναρης της γειτονιάς ετοιμαζόταν να πέσει στο κρεβάτι του, όταν ακούει κρότο από τζάμια που σπάνε.Κάποιο χτύπησε τη γυάλινη βιτρίνα κι άρπαξε ψωμί. Κυνήγησε τον κλέφτη και τον έπιασε. Την κλεψιά την έκανε ο Γιάννης Αγιάννης. Πιάστηκε,δικάστηκε και καταδικάστηκε σε 5 χρόνια φυλακή. Του φόρτωσαν κλοπή, διάρρηξη και παράνομη οπλοφορία, γιατί έβγαινε κυνήγι, ενώ απαγορευόταν. Με την αλυσίδα στα πόδια, δεν καταλάβαινε τίποτα απ’ όσα γίνονταν γύρω του. Μετά έκλαψε. Τα δάκρυα κυλούσαν καυτά στα μάγουλά του. Η φωνή του μόλις ακουγόταν να λέει:

-Ήμουν κλαδευτής στη Φαβερόλ

Κι έδειχνε με το χέρι πως δούλευε για εφτά ανήλικα.Είκοσι εφτά ολόκληρες μέρες ταξίδεψε με κάρο και με την αλυσίδα στο λαιμό. Τα περασμένα έσβησαν πια. Τώρα ήταν ο κατάδικος 24601 με την κόκκινη καζάκα. Τι θα γινόταν η αδερφή του με εφτά κουτσούβελα; Πώς θα τα βόλευε ολομόναχη; Α, θα τους κατάπινε το σκοτάδι, όπως κάθε απροστάτευτο φτωχό.Μα, ύστερα από τέσσερα χρόνια, έτυχε ν’ ακούσει κάτι για τη δύστυχη την αδερφή του. Ένας γνωστός τους την είδε, λέει, στο Παρίσι. Μαζί της είχε μονάχα το ένα παιδί. Τι να απέγιναν τα άλλα; Δούλευε σε τυπογραφείο από τις έξι το πρωί. Και το παιδί, για να πάει στο σχολείο,περίμενε, χειμώνα καιρό, μια ώρα στην αυλή, μέχρι να φτάσει εφτά, γιατί έφευγε με τη μητέρα του. Δεν ήθελαν το μικρό στο τυπογραφείο. Το έβρισκαν ενοχλητικό. Κι εκείνο, ξεπαγιασμένο, νυσταγμένο, καθόταν στις πέτρες κι αποκοιμιόταν πολλές φορές πάνω στο καλαθάκι του. Με τη βροχή ήταν πιο τυχερό. Το λυπόταν η γριά θυρωρός και το μάζευε στη γυμνή της καμαρούλα. Εκεί ζεσταινόταν λίγο δίπλα στη γάτα και το ‘παιρνε ο ύπνος. Μόλις άνοιγε το σχολείο, στις εφτά, ο μικρούλης έμπαινε μέσα.Ο Γιάννης Αγιάννης έμαθε τούτα τα θλιβερά νέα και του φάνηκε για μια στιγμή, αστραπιαία, σαν ν’ άνοιξε με ορμή κάποιο παράθυρο στη μοίρα των αγαπημένων του εκείνων ανθρώπων. Και μετά όλα ξανάκλεισαν μονομιάς. Έκτοτε δεν έμαθε τίποτα για τους δικούς του. Ούτε τους ξαναείδε ποτέ.
Όταν κόντευε να συμπληρωθεί η τέταρτη χρονιά της φυλάκισής του, ο Γιάννης Αγιάννης, όπως και τόσοι άλλοι κατάδικοι, δραπέτευσε. Τον βοήθησαν σ’ αυτό σύντροφοί του. Πώς μπορούσε να μείνει πιο πολύ στο μαρτυρικό εκείνο μέρος;Τον έπιασαν προς το βράδυ της δεύτερη μέρας. Ήταν νηστικός κι άυπνος 36 έξι ολόκληρες ώρες.Τον καταδίκασαν για τη δραπέτευση αυτή άλλα τρία χρόνια. Μόλις έφτασε στον έκτο χρόνο, ήρθε η σειρά του να ξαναδραπετεύσει. Δεν το πέτυχε. Τον ανακάλυψαν νύχτα, κρυμμένο μέσα σ’ ένα μισοτελειωμένο πλοίο. Θέλησε ν’ αντισταθεί. Του έβαλαν άλλα πέντε χρόνια κάτεργο, για αντίσταση κατά της Αρχής και δραπέτευση. Δέθηκε με διπλή αλυσίδα. Τα χρόνια της καταδίκης έγιναν δεκατρία.Η σειρά του ήρθε πάλι το δέκατο χρόνο.Ξανάκανε απόπειρα. Αποτυχία άλλη μια φορά.Καινούρια καταδίκη, τρία χρόνια τώρα. Δεκαέξι όλα μαζί. Όταν πλησίασε στο δέκατο τρίτο χρόνο θέλησε, φαίνεται, να ξανακάνει τα ίδια. Τον έπιασαν τέσσερις ώρες αργότερα και του φόρτωσαν άλλα τρία χρόνια.

Η καταδίκη του, συνολικά, έφτασε τα δεκαεφτά χρόνια.
Αποφυλακίστηκε τον Οκτώβριο του 1815.
Όλη αυτή η τραγωδία είχε αρχίσει από την κλεψιά ενός ψωμιού.Τότε οι τέσσερις κλεψιές στις πέντε γίνονται από πείνα. Μπήκε στο κάτεργο αναστενάζοντας και κλαίγοντας ο Γιάννης Αγιάννης, και βγήκε απ’ αυτό απόλυτα απαθής.Μπήκε με ψυχικό σπαραγμό και βγήκε με την καρδιά του πιο σκληρή κι από πέτρα.


Ο Γιάννης Αγιάννης ο ήρωας του Β. ΟΥΓΚΩ στους "Αθλιους" συνελήφθη και ρίχτηκε στο κάτεργο στα 1796, επειδή έσπασε ένα τζάμι και άρπαξε ένα ψωμί.Η κλοπή ενός ψωμιού ως αρχή της καταστροφής.Η ανάγκη σήμερα το ίδιο.Αφορμή; Η πείνα.Ο Γιάννης Αγιάννης μπήκε στο κάτεργο κλαίγοντας και βαρυγγομώντας.Μπήκε απελπισμένος.Ητανε άνθρωπος αμόρφωτος όχι όμως ηλίθιος.Αναγκάστηκε να προβεί σε αυτή την πράξη.Ανεγνώρισε πως δεν ήταν αθώος. Παραδέχθηκε πως είχε κάνει μια αξιόμεμπτη πράξη, ότι αν ζητούσε εκείνο το ψωμί που είχε αρπάξει, ίσως δεν θα του το αρνιόνταν· ότι, οπωσδήποτε ήτανε προτιμότερο να περιμενει."Μπορώ όμως να περιμένω όταν πεινάω;" .Αυτή είναι η ερώτηση.Μήπως παλι θα πει κάποιος, χρειαζότανε υπομονή κι ότι ήτανε τρέλα το να θελήσει ένας δυστυχισμένος άνθρωπος, να πιάσει την κοινωνία ολόκληρη από το λαιμό και να φαντασθεί ότι γλιτώνει κανείς από την φτώχεια με την κλεψιά ανοίγοντας ταυτόχρονα την πόρτα απ την οποία μπαίνει κανείς στην ατιμία;Έπειτα, αν αυτός ήταν ο μόνος φταίχτης στην ιστορία αυτή.Αν πρώτα πρώτα, δεν ήτανε πράγμα σοβαρό το να του λείψει η δουλειά.Το να του λείψει το ψωμί.Η κοινωνία θα έπρεπε να τα προσέχει αυτά τα πράγματα, γιατί αυτή η ίδια τα δημιουργεί

Κι όμως.Εκανε μεγαλύτερη κατάχρηση ο νόμος στην ποινή, παρ' όση ο ένοχος στο φταίξιμο. Αν ο ζυγός, με τον οποίον ζυγίζεται το δίκαιο, έχει τις πλάστιγγες ισόρροπες.Η ανθρώπινη κοινωνία έχει το δικαίωμα να εξαναγκάζει τα μέλη της να υπομένουν, στη μια περίπτωση την παράλογη απρονοησία της, στην άλλη δε την άσπλαγχνη πρόνοιά της, και να φυλακίζει για πάντα ένα φτωχό άνθρωπο, ανάμεσα σε μια έλλειψή της και σε μιαν υπερβολή της.Και δεν είναι και τοσο κακό σε εκείνα τα μέλη της που τους έτυχε ο μικρότερος κλήρος στην από τύχη γενόμενη μοιρασιά των αγαθών να τα θεωρεί πιο πολύ άξια επιεικειας
Το συμπέρασμα είναι ότι η τιμωρία του δεν ήτανε μεν αδικία, αλλά ήταν καθαρή απανθρωπία.Γιατί ο Γιάννης Αγιάννης αισθανότανε μέσα του αγανάκτηση.Άλλωστε η ανθρώπινη κοινωνία μόνο κακό του είχε προξενήσει.Ποτέ δεν είδε απ' αυτήν άλλο απ' το οργισμένο της πρόσωπο, που ονομάζοντάς το Δικαιοσύνη το δείχνει σ' όσους χτυπάει.Και συνήθως αυτοί είναι οι φτωχοί και οι δυστυχισμένοι σαν αυτόν.Ο κάθε σύγχρονος Γιάννης Αγιάννης είναι κι αυτός ενας φτωχός χριστιανός που κυνηγιεται και καταδικάζεται απο ένα άδικο και απάνθρωπο σύστημα.Κι αυτό πρέπει ολοι μας να το προσέξουμε και να μην το ξεχνάμε.Δεν είναι τυχαίο πως ''οι Αθλιοι'' είναι το πιο πολυδιαβασμένο βιβλίο ύστερα από την Αγία Γραφή.



Δεν είναι «γριά», δεν είναι «γέρος»



Δεν είναι «γριά», δεν είναι «γέρος» Δεν είναι πακέτο, δεν είναι ηλίθιος, δεν είναι ζαβός. Ναι, έχει άγνοια κινδύνου!
Έχει την ίδια άγνοια κινδύνου που είχε
όταν πήγαινε στη λαϊκή και τα έπαιρνε όλα λειψά για να σου πάρει
και για το δικό σου σπίτι!
Έχει την ίδια άγνοια κινδύνου που είχε όταν δούλευε σαν σκυλί για να μην σου λείψει τίποτα τσακίζοντας το σώμα
και τις αντοχές του!

Έχει την ίδια άγνοια κινδύνου
που είχε όταν ερχόταν με πέντε συγκοινωνίες, ό,τι καιρό και να είχε, να σου προσέξει τα παιδιά! Να στα φροντίσει
με ιώσεις, με δυσκολίες, με «όλα τα καλά»..

Την ίδια άγνοια κινδύνου που χρόνια τώρα έχει και βγαίνει έξω μόνος,
και φροντίζει τον εαυτό του μόνος,
κι έχει κάνει παρέες στο ΚΑΠΗ
και στην πλατεία, γιατί εσύ πάντα δουλεύεις και δεν προλαβαίνεις...

Δεν είναι «γέρος» και «γριά», δεν είναι όλα
τα κοσμητικά που του έχεις φορέσει!
Είναι ο πατέρας σου, η μάνα σου,
ο παππούς σου, η γιαγιά σου, ο συγγενής σου,
ο γείτονας!
.
Γι’ αυτό, όσο δίκιο κι αν έχεις που φωνάζεις για το καλό του, βούτα τη γλώσσα στο μυαλό. Εσύ κι εγώ τους υποχρεώσαμε
για την επιβίωση στην άγνοια κινδύνου
και τώρα τους ζητάμε προσαρμοστικότητα, αντίληψη, αλλαγή, με άμεση εφαρμογή.
Σαν να πατάμε κουμπάκια!
Ε, μάθε εσύ, που έχεις τόσο υποτιμητικά λυσσάξει με το «γριές και γέροι»
και «για εσάς μένουμε εμείς μέσα»,
να κλείνεις λίγο το στόμα σου.
Ναι, πρέπει να μείνουν μέσα. Ναι, κάποιοι
δεν το έχουν καταλάβει.
Ναι, πες το 5.000 φορές
Μέχρι να καταλάβουν.
Όσες χρειάστηκε να σου πουν κι εσένα
να μην κάνεις κάθε μαλακία που έκανες
και ήρθαν να σε ξεμπλέξουν,
να σε φροντίσουν και να σε κανακέψουν!
Δεν είναι «ο γέρος κι η γριά».
Είναι κάποιου μάνα και πατέρας
Δεν είναι το πακέτο που σε βαραίνει, ανόητε!
Κι αν δεν τους έχεις χάσει, δεν ξέρεις τι αξία έχουν αυτές οι λέξεις! Δεν έχεις ιδέα!
Άντε γιατί πήξαμε στους μάγκες

Το κείμενο αναρτήθηκε στο Διαδίκτυο
απο κάποιο γιατρό







Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως



Ο σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ θέτει ἕνα αἰώνιο πρόβλημα, ποὺ σκοπεύει στὸ βάθος τῆς συνειδήσεως: γιατί ἡ καλοσύνη ξεσήκωσε ὄχι μόνο ἀντίθεση, ἀλλὰ καὶ μίσος; Γιατί ἡ καλωσύνη σταυρώνεται πάντοτε σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο;Συνήθως ἀποφεύγουμε νὰ δώσουμε ἀπάντηση σ᾿ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα, ἐπιρρίπτοντας τὴν εὐθύνη σὲ κάποιον ἄλλο: ἂν ἤμασταν ἐκεῖ, ἂν ἤμουν ἐκεῖ ἐκείνη τὴν τρομερὴ νύχτα, δὲ θὰ εἶχα συμπεριφερθεῖ ὅπως οἱ ἄλλοι. Ἀλλοίμονο ὅμως, κάπου βαθιὰ στὴ συνείδησή μας γνωρίζουμε πὼς αὐτὸ δὲν εἶναι ἀλήθεια. Ξέρουμε πὼς οἱ ἄνθρωποι ποὺ βασάνισαν, σταύρωσαν καὶ μίσησαν τὸν Χριστὸ δὲν ἦταν κάποιου εἴδους τέρατα, κατεχόμενα ἀπὸ κάποιο ἰδιαίτερο καὶ μοναδικὸ κακό. Ὄχι, ἦταν «ὅπως ὅλοι μας». Ὁ Πιλάτος προσπάθησε ἀκόμη καὶ νὰ ὑπερασπιστεῖ τὸν Ἰησοῦ, νὰ μεταπείσει τὸ πλῆθος, προσφέρθηκε ἀκόμη καὶ νὰ ἀπελευθερώσει τὸ Χριστὸ ὡς κίνηση καλῆς θελήσεως, χάριν τῆς ἑορτῆς, ὅταν κι αὐτὸ ἀπέτυχε, στάθηκε μπροστὰ στὸ πλῆθος καὶ ἔνιψε τὰ χέρια του, δείχνοντας τὴ διαφωνία του σ᾿ αὐτὸ τὸ φόνο.Μὲ λίγες πινελιὲς τὸ εὐαγγέλιο σχεδιάζει τὴν εἰκόνα αὐτοῦ του παθητικοῦ Πιλάτου, τοῦ τρόμου του, τῆς γραφειοκρατικῆς του συνειδήσεως, τῆς δειλῆς του ἀρνήσεως νὰ ἀκολουθήσει τὴ συνείδησή του. Δὲ συμβαίνει ὅμως ἀκριβῶς τὸ ἴδιο στὴ δική μας ζωὴ καὶ στὴ ζωὴ γύρω μας; Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ πιὸ κοινότυπη, ἡ πιὸ τυπικὴ ἱστορία; Δὲν εἶναι παρὼν συνεχῶς μέσα μᾶς κάποιος Πιλάτος;

Δὲν εἶναι ἀλήθεια πὼς ὅταν ἔρθει ἡ στιγμὴ νὰ ποῦμε ἕνα ἀποφασιστικό, ἀμετάκλητο ὄχι στὸ ψεῦδος, στὴν ἀδικία, στὸ κακὸ καὶ στὸ μίσος, ἐνδίδουμε στὸν πειρασμὸ νὰ «νίψουμε τὰς χεῖρας μας»; Πίσω ἀπὸ τὸν Πιλάτο ἦταν οἱ Ρωμαῖοι στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι ὅμως ὑπερασπιζόμενοι τὸν ἑαυτό τους θὰ μποροῦσαν νὰ ποῦν: ἐκτελέσαμε ἁπλῶς διαταγές, μᾶς εἶπαν νὰ «ἐξουδετερώσουμε» κάποιον ταραχοποιὸ ποὺ προκαλοῦσε ἀναστάτωση καὶ ἀταξία, γιὰ ποιὸ πράγμα μιλᾶτε λοιπόν; Πίσω ἀπὸ τὸν Πιλάτο, πίσω ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες ἦταν τὸ πλῆθος, οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι ποὺ ἕξι μέρες πρὶν φώναζαν «Ὡσαννά», καθὼς ὑποδέχονταν θριαμβευτικὰ τὸ Χριστό, κατὰ τὴν εἴσοδό του στὴν Ἱερουσαλήμ, μόνο ποὺ τώρα ἡ κραυγή τους ἦταν «Σταύρωσον αὐτόν!» Ἔχουν ὅμως καὶ γι᾿ αὐτὸ μία ἐξήγηση. Δὲν εἶναι οἱ ἡγέτες τους, οἱ διδάσκαλοί τους καὶ οἱ κυβερνῆτες τους αὐτοὶ ποὺ τοὺς ἔλεγαν πὼς ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἦταν ἕνας ἐγκληματίας, ποὺ κατέλυσε τοὺς νόμους καὶ τὶς συνήθειες, καὶ γι᾿ αὐτό, βάσει τοῦ νόμου, «πάντοτε βάσει τοῦ νόμου, πάντοτε σύμφωνα μὲ τὸ ὑπάρχον καταστατικό», πρέπει νὰ πεθάνει…; Ἔτσι κάθε συμπαίκτης σ᾿ αὐτὸ τὸ τρομακτικὸ γεγονὸς εἶχε δίκαιο «ἀπὸ τὴν πλευρά του», ὅλοι δικαιώθηκαν. Ὅλοι μαζὶ ὅμως δολοφόνησαν ἕναν ἄνθρωπο στὸν ὁποῖον «οὐδὲν εὑρέθη αἴτιον». Ἡ πρώτη σημασία τοῦ σταυροῦ συνεπῶς εἶναι ἡ κρίση τοῦ κακοῦ, ἢ μᾶλλον τῆς ψευδοκαλωσύνης αὐτοῦ του κόσμου, μέσα στὸν ὁποῖο πανηγυρίζει αἰώνια τὸ κακό, καὶ ὁ ὁποῖος προωθεῖ τὸν τρομακτικὸ θρίαμβο τοῦ κακοῦ πάνω στὴ γῆ.
Αὐτὸ μας μεταφέρει στὴ δεύτερη σημασία τοῦ σταυροῦ. Μετὰ τὸ σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ ἀκολουθεῖ ὁ δικός μας σταυρός, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Χριστὸς εἶπε, «εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἔρχεσθαι,… ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καθ᾿ ἡμέραν καὶ ἀκολουθείτω μοὶ» Αὐτὸ σημαίνει πὼς ἡ ἐπιλογὴ ποὺ εἶχε νὰ κάνει ὁ καθένας ἐκείνη τὴ νύχτα –ὁ Πιλάτος, οἱ στρατιῶτες, οἱ ἀρχηγοί, τὸ πλῆθος κι ὁ καθένας μέσα στὸ πλῆθος – εἶναι μία ἐπιλογὴ ποὺ τίθεται συνεχῶς καὶ σὲ καθημερινὴ βάση μπροστά μας. Ἐξωτερικά, ἡ ἐπιλογὴ ἔχει νὰ κάνει μὲ κάτι φαινομενικὰ ἀσήμαντο γιὰ μᾶς, ἢ δευτερεῦον. Γιὰ τὴ συνείδηση ὅμως τίποτε δὲν εἶναι πρῶτο ἢ δεύτερο, ἀλλὰ τὸ καθετὶ μετρᾶται ἂν εἶναι ἀληθινὸ ἢ ψεύτικο, καλὸ ἢ κακό. Τὸ νὰ σηκώνεις λοιπὸν τὸ σταυρό σου καθημερινὰ δὲν εἶναι ἁπλῶς τὸ νὰ ἀντέχεις τὰ φορτία καὶ τὶς μέριμνες τῆς ζωῆς, ἀλλὰ πάνω ἀπ᾿ ὅλα τὸ νὰ ζεῖς ἁρμονικὰ μὲ τὴ συνείδησή σου, τὸ νὰ ζεῖς μέσα στὸ φῶς τῆς κρίσεως τῆς συνειδήσεως.

Ἀκόμη καὶ σήμερα, μὲ ὅλο τὸν κόσμο νὰ κοιτάζει, ἕνας ἄνθρωπος στὸν ὁποῖο «οὐδὲν εὑρέθη αἴτιον» μπορεῖ νὰ συλλαμβάνεται, νὰ βασανίζεται, νὰ κτυπιέται, νὰ φυλακίζεται ἢ νὰ ἐξορίζεται. Ὅλα αὐτὰ δὲ «ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου», χάριν τῆς ὑπακοῆς καὶ πειθαρχίας, ὅλα στὸ ὄνομα τῆς τάξεως, γιὰ τὸ καλὸ ὅλων. Πόσοι Πιλάτοι δὲ νίπτουν τὰ χέρια τους, πόσοι στρατιῶτες δὲ σπεύδουν νὰ ἐκτελέσουν τὶς διαταγὲς τῆς στρατιωτικῆς ἱεραρχίας, πόσοι ἄνθρωποι ὑπάκουα, δουλόπρεπα δὲν τοὺς χειροκροτοῦν, ἢ τουλάχιστον δὲν κοιτάζουν σιωπηλὰ τὸ κακὸ ποῦ θριαμβεύει; Καθὼς μεταφέρουμε τὸ σταυρό, καθὼς τὸν προσκυνοῦμε, καθὼς τὸν ἀσπαζόμαστε, ἂς σκεφτοῦμε τὴ σημασία του. Τί μᾶς λέει, σὲ τί μᾶς καλεῖ; Ἂς θυμηθοῦμε τὸ σταυρὸ ὡς ἐπιλογὴ ἀπὸ τὴν ὁποία κρέμονται τὰ πάντα στὸν κόσμο, καὶ ποὺ χωρὶς αὐτὸν ὅλα στὸν κόσμο γίνονται θρίαμβος τοῦ κακοῦ καὶ τοῦ σκότους. Ὁ Χριστὸς εἶπε, «εἰς κρίμα ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἦλθον» Σ᾿ αὐτὴ τὴν κρίση, μπροστὰ στὸ δικαστήριο τῆς σταυρωμένης ἀγάπης, τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς καλωσύνης, δικάζεται ὁ καθένας μας.

ΠΑΤΕΡ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΜΕΜΑΝ