Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Οι 100 εθελοντές από την Αϊτή που ήρθαν να πολεμήσουν στην επανάσταση του 1821

 

Με την έναρξη της ελληνικής Επανάστασης το 1821, οι Έλληνες επιδίωκαν την αποτίναξη του ξένου ζυγού, με απώτερο σκοπό τη δημιουργία ενός ελεύθερου κράτους. Ξεκινά, λοιπόν, με αυτόν τον τρόπο, μια περίοδος ένοπλων αγώνων, οι οποίοι όμως χρειάζονταν τόσο υλική και οικονομική υποστήριξη, όσο και ηθική. Τον πρώτο λόγο είχαν οι Έλληνες εύποροι αγωνιστές που χρηματοδοτούσαν τις ανάγκες που προέκυπταν σε όπλα και πολεμοφόδια, ενώ οι μη κατέχοντες υψηλά οικονομικά κεφάλαια, προσέφεραν τη ζωή τους στις υπηρεσίες του αγώνα.

Από την άλλη πλευρά, υπήρχαν Έλληνες, που για να ενισχύσουν την επανάσταση, προσπαθούσαν να προσελκύσουν είτε ξένες κυβερνήσεις, είτε μεμονωμένα άτομα μέσα από τις μυστικές εταιρείες που είχαν δημιουργηθεί εντός και εκτός του ελλαδικού χώρου. Μια από αυτές τις εταιρείες ήταν και εκείνη της Πίζας στην Ιταλία με αρχικό πυρήνα την τριανδρία των Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, μητροπολίτη Ιγνατίου και Ιωάννη Καρατζά. Ο τελευταίος μάλιστα, έδωσε μέρος της περιουσίας του για τις πολύπλευρες ανάγκες που υπήρχαν και συνέβαλε στην κατασκευή δυο πλοίων, την αγορά και μεταφορά όπλων. Ο μητροπολίτης Ιγνάτιος με τη σειρά του χρησιμοποίησε τις διάφορες γνωριμίες που είχε ανά την Ευρώπη για τη δημιουργία ενός ευνοϊκού κλίματος προς όφελος των Ελλήνων.

Στο ίδιο πνεύμα κινούνταν και η εταιρεία που είχε ως έδρα το Παρίσι. Τις συντονιστικές ενέργειες και την προεδρία εκεί κατείχε ο Αδαμάντιος Κοραής, που με την οξυδέρκειά του κατόρθωσε να επικοινωνήσει τις ιδέες της επανάστασης όσο μακρύτερα γινόταν. Ύστερα από την πρόταση του στρατηγού Λαφαγιέτ και του επισκόπου Βλαισών Γρηγορίου, εστάλη μια επιστολή το 1821, στην άλλη μεριά του Ατλαντικού και συγκεκριμένα στη χώρα της Αϊτής, ζητώντας βοήθεια και συμπαράσταση στον αγώνα τους. Τα δύο αυτά πρόσωπα είχαν μια ιδιαίτερη γνώση για την Αμερικανική Ήπειρο, καθώς ο μεν πρώτος είχε πολεμήσει στο πλευρό των Αμερικανών για την ανεξαρτησία τους, ο δε δεύτερος είχε επισκεφθεί πολλές από τις εκεί περιοχές και μεταξύ άλλων και την Αϊτή. Για τη δράση της αυτή η εταιρία ενημέρωσε το Δημήτριο Υψηλάντη διαμέσου του συμβούλου του Βάμβα.

Για να προχωρήσουμε την αφήγηση των γεγονότων αξίζει να παραθέσουμε εν συντομία κάποια στοιχεία για τη μακρινή αυτή χώρα. Πριν από την ανεξαρτησία της, η περιοχή αυτή αποτελούσε μια από τις πλουσιότερες αποικίες της εποχής χάρη στη παραγωγή ζαχαροκάλαμου και καφέ. Στην περιοχή αυτή έφταναν κατά χιλιάδες οι σκλάβοι από την Αφρικανική Ήπειρο, αποτελώντας την πλειοψηφία στον τόπο. Οι άθλιες και απάνθρωπες συνθήκες ζωής οδήγησαν στους αγώνες για την ανεξαρτησία της από τους Γάλλους αποικιοκράτες που ξεκινούν από τα τέλη του 18ου αιώνα, με τις προσωπικότητες των Τουσέν Λουβερτούρ και Ζαν Ζακ Ντεσαλίνες να πρωταγωνιστούν. Τελικά, θα απαλλαγούν από τη ξένη κυριαρχία το 1804 και θα ανακηρύξουν τη Δημοκρατία της Αϊτής.

Την περίοδο λοιπόν που ξεσπά η ελληνική Επανάσταση, η Αϊτή μετρά ήδη κάποια χρόνια ανεξαρτησίας. Η χώρα τότε βρισκόταν υπό την ηγεσία του Ζαν Πιερ Μπουαγιέ, που ήταν και ο αποδέκτης της ελληνικής επιστολής. Η απάντηση που απέστειλε στους υπευθύνους στο Παρίσι (Κοραή, Πολυχρονιάδη, Βογορίδη, Κλωνάρη), στις 15 Ιανουαρίου 1822, ήταν σε εγκάρδιο και γεμάτο συμπαράσταση κλίμα. Τα νέα για την επανάσταση, όπως αναφέρει, είχαν φθάσει εκεί τον Αύγουστο το 1821, καθώς λόγω της μακρά απόστασης και με τα μέσα της εποχής, τα μηνύματα χρειάζονταν αρκετό χρόνο για να μεταφερθούν. Υποστήριξε τον αγώνα των Ελλήνων που «επί πολύν καιρόν έκλινον τον αυχένα υπό ζυγόν επονείδιστον», παρουσιάζοντάς τους ως «απογόνους του Λεωνίδου». Ωστόσο, δε μπόρεσε ν’ ανταποκριθεί στο κάλεσμα για μια μεγάλη υλική βοήθεια, καθώς η χώρα του ήταν αντιμέτωπη με μια εσωτερική κρίση στα ανατολικά της χώρας και όλοι οι πόροι κατευθύνονταν εκεί, ενώ και μέσα από τους αγώνες της για ανεξαρτησία είχε χάσει σημαντικό μέρος του πλούτου της.


Μπορεί η Χαϊτή –όπως αναφέρονταν τότε- να μην κατόρθωσε να αποστείλει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό ή όπλα, όμως, προσέφερε σε ένα συμβολικό επίπεδο 45 τόνους καφέ. Οι επαναστατημένοι Έλληνες θα είχαν τη δυνατότητα να τους πουλήσουν, αξιοποιώντας μετά τα ποσά αυτά για τις ανάγκες που προέκυπταν. Επίσης, περίπου 100 Αϊτινοί εγκατέλειψαν την πατρίδα τους με σκοπό να πολεμήσουν εθελοντικά στο πλευρό των Ελλήνων, αλλά δεν κατόρθωσαν να φτάσουν ζωντανοί στον προορισμό τους. Το σημαντικότερο που αποκόμισαν οι αγωνιστές από την παρούσα ιστορία, θεωρώ πως είναι, η αναγνώριση και η ηθική συμπαράσταση στις επιδιώξεις τους για ελευθερία.

Η μικρή και απομακρυσμένη χώρα στην άλλη μεριά του Ατλαντικού συμπαραστάθηκε από την πρώτη στιγμή στις προσπάθειες των υπόδουλων Ελλήνων, όσο μπορούσε υλικά, αλλά περισσότερο ηθικά, δίχως να αποσκοπεί σε ίδιον όφελος.


Από την ιστοσελίδα Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμούστο «Η Επανάσταση του ΄21 και η αναγνώριση της Ελλάδας από την Αϊτή (1822)»

Η ματωμένη σπηλιά της Οτκάγια στον Πόντο

 

Είναι από τις ιστορίες που σπας. Που δεν τη χωράει ο νους. Όσο “σκληρός” και να ‘σαι, λυγίζεις και σε πιάνει το παράπονο, γιατί εσύ, δεν μοιάζεις με αυτούς! Γιατί εσύ τα ξέχασες όλα... 


Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, βρισκόταν μέσα σε μια σπηλιά, σε υψόμετρο 1800 μέτρων, για αυτό και ονομάστηκε “Μάγαρα” (μααρά στα τούρκικα σημαίνει σπηλιά). Οι Έλληνες τουρκόφωνοι την αποκαλούσαν και“Παχατζάκ Παναγιασί”, δηλαδή “η Παναγιά που κάνει τον άλλο να βλέπει”. Προς ανάμνηση του προσκυνήματος της Παναγίας Μάγαρας, φιλοτεχνήθηκε και τοποθετήθηκε στον Ιερό Ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Ακριτοχωρίου, εικόνα της θεομήτορος, με πρωτοβουλία των Νικ. Μαυρίδη και Δημ. Παρασκευαίδη, κατοίκων του χωριού. Η εικόνα αγιογραφήθηκε στο εργαστήρι του Ιερού Ησυχαστηρίου Τιμίου Προδρόμου, Ακριτοχωρίου.


Ο ΡΑΦΕΤ ΠΑΣΑΣ, λυσσασμένος από την αποτυχία της μεγάλης επιχείρησης στην περιοχή της Σαμψούντας, στρά­φηκε καί προς τη γειτονική Πάφρα. Μα οι Ρωμιοί κάτοικοι τούτης της περιφέρειας αντιστάθηκαν το ίδιο ηρωικά με τούς Σαμψούντιους, για να ματαιώσουν τα σατανικά σχέδιά του. Καί εκεί, οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Οι αντάρτες, σέρνοντας μαζί τους τα γυναικό­παιδα, ξέφυγαν από τον κλοιό καί ανέβηκαν στα ψηλά βουνά, πίσω από τις γραμμές τού τούρκικου στρατού. Φρενιασμένος ό Ραφέτ πασάς, για μέρες ολόκληρες δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Έκανε βόλτες νευρικές στο γραφείο του, μιλούσε δύσθυμα καί απότομα στον καθένα πού τον πλη­σίαζε καί ήταν έτοιμος ν’ αρπαχτεί με τον πρώτο τυχόντα πού θα του αντιμιλούσε. Μια μαύρη βαρυθυμία πλάκωνε για μέρες το Διοικητήριο κι ένας φόβος τύλιγε τούς επιτελείς του, ώσπου μια μέρα, κάποια πληροφορία πού πήρε τυχαία, τον έκανε ν’ αλλάξει ξαφνικά τη διάθεσή του καί να τρίβει τα χέρια του από χαρά: Στην περιοχή Ότκαγια του δυτικού Νεμπιέν, μέσα σε μια σπηλιά πού οι Ρωμιοί της περιφέρειας την έλεγαν «της Παναγίας ή μάγαρα», είχαν κρυφτεί εξακόσια γυναικόπαιδα της περιοχής καί εξήντα αντάρτες, με οπλαρχηγούς το Χατζή Γιώργη, τον καπετάν Κώστη καί τον καπετάν Παπάζογλου. Ήταν μια αναπάντεχη ευκαιρία για να χορτάσει την αιμοβόρα δίψα του. Χωρίς να χάσει καιρό, πήρε στο τηλέφωνο τη στρατιω­τική διοίκηση της Πάφρας καί έδωσε αυστηρή διαταγή στο μπίμπαση Μεχμέτ Αλή να αφανίσει οπωσδήποτε καί γρήγορα τούς γκιαούρηδες πού τρύπωσαν στην απόκρημνη κου­φάλα του βουνού. 

Όταν παρουσιάστηκε μπροστά του o τσαούσης, τού μί­λησε για την επίμονη διαταγή τού στρατηγού καί τού έδωσε την εντολή να εξοντώσει με κάθε μέσο τούς Ρωμιούς της σπηλιάς.

— Δε θα γλυτώσει κανείς, Ραφέτ πασά! Δε θα μείνει ούτε ό σπόρος τους! Θα τούς αποτελειώσω μέσα στη σφηκοφωλιά τους. Σού το υπόσχομαι! είπε ό Μεχμέτ Αλή ς καί κάλεσε αμέσως στο γραφείο του τον πιο αιμοβόρο Τούρκο υπαξιω­ματικό της περιοχής, τον Ταλίπ τσαούς. 

— Να μην αφήσεις κανένα ζωντανό. Κανένα! Ακόμα καί τις γυναίκες, ακόμα καί τούς γέρους, ακόμα καί τα παιδιά!

— Μείνε ήσυχος, μπίμπαση έφέντη, είπε ό Ταλίπ τσαούς με μια άγρια λάμψη στα μάτια. Θέλω όμως μεγάλη δύναμη.

— Θα σού δώσω ό,τι θέλεις. Φτάνει να γίνει αυτό πού ζή­τησε ό πασάς: Να μη μείνει ρίζα από τούς γκιαούρηδες.

— Πόσους άντρες θα μού δώσεις;

— Πεντακόσιους ζαπτιέδες καί πεντακόσιους οπλισμένους χωρικούς πού είναι μαθημένοι σ’ αυτές τις δουλειές.

— Καί θα έχω το κάθε δικαίωμα πού μού χρειάζεται;

— Ναι! Θα έχεις την απόλυτη Ελευθερία κίνησης καί δρά­σης !

— Καί ριγάλο, αν πετύχω;

— Πεντακόσιες λίρες από μένα καί όλα όσα βρεις πάνω στα κουφάρια των απίστων.

— Σύμφωνοι! Ετοίμασε τη δύναμη. Αύριο τα χαράματα ξεκινώ!

Την άλλη μέρα, πριν ακόμα φέξει, τα μπουλούκια των Τούρκων, φορτωμένα με τρόφιμα καί πυρομαχικά, με κεφα­λή τον Ταλίπ τσαούς, ξεκίνησαν από την πόλη με νταούλια καί ζουρνάδες, σα να πήγαιναν σε πανηγύρι. Όλοι οι Παφρενοί ξύπνησαν από το θόρυβο καί βγαίνοντας στα παράθυρα παρα­κολούθησαν το πέρασμα των ζαπτιέδων καί των άταχτων οπλοφόρων πού τραβούσαν προς τα έξω. Από στόμα σε στόμα μαθεύτηκε ό σκοπός της εκστρατείας καί οι Ρωμιοί της πόλης αναρρίγησαν ως τα κόκαλα, κλαίγοντας προκαταβολικά τη μοίρα των αδελφών τους πού κατέφυγαν στη σπηλιά της Πα­ναγίας. Οι Τούρκοι επιδρομείς, έπειτα από αδιάκοπη πορεία, έ­φτασαν, κατά το μεσημέρι, μπροστά στις απόκρημνες πλα­γιές της οροσειράς τού δυτικού Νεμπιέν ντάγ. Προχώρησαν ακόμα, ώσπου βρέθηκαν κάτω από τούς πανύψηλους βράχους πού ορθώνονταν σαν ούρανοκρέμαστα φρούρια. Τα διψασμέ­να για ρωμαίικο αίμα μπουλούκια τού Ταλίπ τσαούς έζω­σαν ολούθε τούς απροσπέλαστους πέτρινους όγκους τού Οτκαγια καί μόλις τούς δόθηκε το σύνθημα, άρχισαν να σκαρ­φαλώνουν με προσοχή προς τη «μάγαρα της Παναγίας». Προχωρώντας έριχναν ντουφεκιές στον αέρα καί αμολούσαν βρισιές καί απειλές για να σπάσουν το ηθικό των ανταρτών: Πίσω από τούς ζαπτιέδες ανηφόριζε ό ίδιος ό Ταλίπ τσα­ούς καί έδινε διαταγές. Σιμώνοντας αρκετά στη σπηλιά, έκα­νε χωνί τα χέρια του καί φώναξε δυνατά:


— Γκιαούρηδες, παραδοθείτε ! Είστε χαμένοι!


Αντί γι’ απάντηση, μια ομοβροντία ακούστηκε ξα­φνικά, απ’ τη μεριά της σπηλιάς πού έκανε τα βραχια βράχια αντιδονήσουν. Την ίδια στιγμή δεκάδες τούρκικα κορμιά κύλησαν χτυπημένα στη χαράδρα! Οι υπόλοιποι Τούρ­κοι καλύφτηκαν πίσω από τις πέτρες καί απάντησαν με βροχή από σφαίρες. Ανταλλάχτηκαν πυκνά πυρά πού αχολόγησαν για ώρα μέσα στα χάη των γκρεμών. Άναψε μια σκληρή μάχη. Οι Τούρκοι δεν κρατήθηκαν για πολύ καί άρχισαν να λυγίζουν. Οι αντάρτες βγήκαν από τούς κρυψώνες τους καί τούς αποπήραν. Τούς κυνήγησαν στον κατήφορο μέχρι τούς πρόποδες τού Οτκαγια καί μετά γύ­ρισαν στις θέσεις τους.

Ό Ταλίπ τσαούς φρένιασε καί ρίχτηκε πάνω στους ζα­πτιέδες βγάζοντας το μαστίγιο του:

— Κιοτήδες! Γομάρια! Να σκαρφαλώσετε γρήγορα στα βράχια καί να μου φέρετε αμέσως τα κεφάλια αυτών πού τόλμησαν να αντισταθούν!…

Οι σκορπισμένοι καί περίτρομοι Τούρκοι συγκεντρώ­θηκαν καί όρμησαν ξανά προς τον ανήφορο. Δίνοντας ό ίνας στον άλλο κουράγιο καί πυροβολώντας αδιάκοπα, προχώ­ρησαν προς τη σπηλιά. Μα φτάνοντας ως τα μισά τού δρό­μου, δέχτηκαν καί πάλι βροχή τα πυρά των Ρωμιών, έσπα­σαν αμέσως καί πισωγύρισαν. Πήραν τον κατήφορο πανι­κόβλητοι. όσο κι αν φώναζε καί τούς απειλούσε ό αρχηγός τους από κάτω.

Για ώρες ολόκληρες κατόπιν δέχονταν αδιαμαρτύρητα τις βρισιές καί τις απειλές του. ‘Ησύχασαν μόνο το βράδυ όταν ό Ταλίπ, εξαντλημένος ψυχικά καί σωματικά από τον άκαρπο αγώνα του, έπεσε να κοιμηθεί.

Την άλλη μέρα από τα χαράματα, άρχισε πάλι τις επι­θέσεις του καί τις εφόδους κινητοποιώντας όλη τη δύναμή του. Μα καί πάλι οι αποτυχίες διαδέχονταν ή μια την άλλη. Κάθε φορά οι άντρες του γύριζαν περισσότερο ντρο­πιασμένοι καί τρομαγμένοι.

Την τρίτη μέρα μπήκε ό ίδιος μπροστά καί εξόρμησε προς τη σπηλιά, αλλά το μόνο πράγμα πού κατάφερε να κάνει ήταν να πληγωθεί στον ώμο δύο φορές καί να χάσει δεκάδες ζαπτιέδες.

Οι μάταιες επιθέσεις συνεχίστηκαν καί την τέταρτη μέρα. Τέλος, απελπισμένος ολότελα καί τσακισμένος, αναγκάστηκε να βάλει κάτω το κεφάλι καί να ζητήσει ενισχύσεις από την Πάφρα.

Ό Μεχμέτ Άλής, μόλις άκουσε για την αποτυχία τού Ταλίπ τσαούς, αγανάκτησε φοβερά. Τού φάνηκε αδιανόητο να περάσουν τόσες μέρες χωρίς να συντριβούν οι άπι­στοι καί ανυπόμονος να εκτελέσει τη διαταγή τού Ραφέτ πασά, αποφάσισε να αναλάβει ό ίδιος την επιχείρηση. Για να είναι όμως σίγουρη ή επιτυχία του, πήρε μαζί του από την Πάφρα ένα ολόκληρο σύνταγμα στρατού καί τρία ορεινά πυροβόλα.

Φτάνοντας μπροστά στα βράχια της Παναγίας, περι­κύκλωσε την περιοχή σε ακτίνα δύο χιλιομέτρων καί έδω­σε σινιάλο στα πυροβόλα να βαρέσουν με πυκνούς κανο­νιοβολισμούς τις θέσεις των ανταρτών για να τούς τρομο­κρατήσουν καί να τούς ακινητοποιήσουν. Τα κανόνια βροντολόγησαν καί έκαναν τις χαράδρες καί τα γκρεμνά να αντιδονήσουν. Οι οβίδες έσκαγαν ολόγυρα στο στόμιο της σπη­λιάς καί στα κοντινά βράχια καί τίναζαν ακτινωτά στον αέρα κομμάτια από πέτρες.

Μετά από το μπαράζ τού πυροβολικού, ό Μεχμέτ ‘Αλής, διέταξε το σύνταγμά του να εξορμήσει. Οι Τούρκοι στρα­τιώτες ρίχτηκαν στον ανήφορο από διάφορα μονοπάτια, με αλαλαγμούς καί ντουφεκιές. Μα όταν σίμωσαν στη σπη­λιά, δέχτηκαν τα εύστοχα πυρά των Ρωμιών πού τούς έφραξαν το δρόμο. ‘Ακολούθησε ένα πανδαιμόνιο από πυρο­βολισμούς, φωνές καί αντίλαλους. Οι Τούρκοι όρμησαν κατά πάνω στους Ρωμιούς πολλές φορές για να τούς ξετρυπώσουν από τα ταμπούρια τους, μα δεν τα κατάφεραν.

Έπειτα από σκληρή καί αιματηρή μάχη τριών ωρών, αποδεκατισμένοι καί απελπισμένοι, λύγισαν καί πισωδρόμησαν. Οι αντάρτες τουφέκισαν όσους είχαν σκαρφαλώσει κοντά τους καί κατόπιν κυνήγησαν τούς υπόλοιπους πού κα­τρακυλούσαν πανικόβλητοι, χωρίς να δίνουν σημασία στις φωνές τού μπίμπαση καί των γιουσμπασήδων.

Η θραύση πού έκαναν τα βόλια τους στο ψαχνό, έσπειρε τον τρόμο στο σωρό των μουσουλμάνων, έτσι πού δε μπορούσε να τούς μαζέψει κανείς για πολλή ώρα.

Ό Μεχμέτ έγινε θηρίο από το κακό του. Δεν τον χω­ρούσε ό τόπος! Όλη την υπόλοιπη μέρα την πέρασε στη σκηνή του κάνοντας βόλτες καί βρίζοντας τούς πάντες καί τα πάντα. Δεν ήθελε να δει κανένα μπροστά του. Τη νύχτα πάλι δε μπόρεσε να κλείσει μάτι. Έσπαγε το κεφάλι του να βρει κάποιο τρόπο, οποιοδήποτε, για να ξεκάνει τούς τρε­λούς γκιαούρηδες πού έγιναν ένα με τα βράχια καί δε μπο­ρούσε να τούς ξεκουνήσει από κει!

Την άλλη μέρα επιχείρησε δεύτερη επίθεση με χειρότερα αποτελέσματα. Μετά τη μεσημεριάτικη ανάπαυση, ερεύνησε για πολλή ώρα την περιοχή καβάλα στο άλογό του καί στο τέλος βρήκε μια πιο κατάλληλη θέση για τα κανόνια του. Μια θέση απ’ όπου μπορούσε να σκοπεύει ίσια στο στόμιο της σπηλιάς. Πρόσταξε λοιπόν να κουβαλήσουν γρή­γορα εκεί τα πυροβόλα και να αρχίσουν αμέσως τις βολές. Την ίδια στιγμή έδωσε διαταγή να ετοιμαστεί και ο στρα­τός.

Έπειτα από λίγη ώρα, ένα ακόμα πιο φοβερό κανονίδι ξέσπασε πάλι καί τράνταξε τον τόπο. Τα τρία κανόνια, με τις μπούκες προς το στόχο τους, ξερνούσαν τις σιδερένιες μπάλες τη μια πάνω στην άλλη! Οι κάννες άναψαν καί τα στόμια κάπνιζαν αδιάκοπα σαν φουγάρα. Η σπηλιά σφυροκοπιόταν μια ολόκληρη ώρα. Πολλά κομμάτια σπασμέ­νων βράχων έφταναν ως το εσωτερικό της, όπου ήταν κρυμμένα τα γυναικόπαιδα. Στα μεσοδιαστήματα πού στα­ματούσαν οι βολές, ακούγονταν κλάματα, φωνές καί τσιρίγματα. 

Μετά το γερό σφυροκόπημα, ό Μεχμέτ Άλής διέταξε να γίνει ή επίθεση τού στρατού. Έξαλλα τα μουσουλμανικά μπουλούκια σκαρφάλωσαν καί πάλι από διάφορες μεριές στους απότομους βράχους καί σίμωσαν στη σπηλιά. Μα οι αντάρτες πυροβολούσαν καί πάλι στο σωρό καί τούς σάρωναν. Τούς γκρέμιζαν κάτω από τα βράχια καί δεν τούς άφηναν να προχωρήσουν, παρά τις επανωτές εφόδους τους. Σε λίγη ώρα το αίμα έβαψε κόκκινους τούς βράχους καί οι χα­ράδρες γέμισαν πτώματα καί πληγωμένους πού βογγούσαν 

Παρ’ όλα αυτά ό μπίμπασης δεν παραιτήθηκε από το σκοπό του. Ή παθιασμένη επιμονή καί το άγριο πείσμα του τον κρατούσαν δυο νυχτοήμερα τώρα νηστικό καί άγρυπνο. Όλη την ώρα σκεφτόταν: Είχε δοκιμάσει όλους τούς τρόπους, όλα τα τεχνάσματα, τα πιο απίθανα σχέδια, ακόμα καί κείνα πού κόστισαν εκατόμβες στην επιχείρηση του, μα στο τέλος δεν κατάφερε τίποτε καί ή μόνη ελπίδα πού τού απόμεινε ήταν να πέσει το φρούριο από μόνο του. Να τελειώσουν, δηλαδή, τα βόλια των γκιαούρηδων καί να παραδοθούν. Πρόσταξε λοιπόν να συνεχιστεί ή μάχη καί το τουφεκίδι ως τη νύχτα.

Την άλλη μέρα, με τη νέα εξόρμηση του, είδε να πρα­γματοποιείται ή ελπίδα του: Οι Ρωμιοί, παρόλα τα τεχνάσματά τους, δε μπορούσαν να κρύψουν πια την έλλειψη πυρομαχικών.

Για πρώτη φορά χαμογέλασε καί βάλθηκε να τρίβει τα χέρια του από χαρά. Βρήκε επιτέλους το αδύνατο σημείο των διαβολεμένων Ρωμιών, πού τόσες μέρες δεν το είχε σκεφτεί, γιατί δε φανταζόταν ότι θα συναντούσε τέτοια γρανιτένια αντίσταση από μια χούφτα αντάρτες. Νόμιζε την επιχείρηση εύκολη καί σύντομη.

Το απόγευμα, τα απαντητικά πυρά των Ρωμιών αδυνάτισαν ακόμα πιο πολύ. Ήταν τόσο αραιά πού γέμισαν χαιρέκακη ικανοποίηση το Μεχμέτ Αλή. Ή αιμοβόρα ψυχή του αγαλλιούσε, καθώς σκεφτόταν ότι ή ώρα τού τέ­λους σίμωνε. Δεν κρατιόταν από τον ενθουσιασμό του.

Σε λίγο έδωσε διαταγή να σταματήσει το κανονίδι καί έστειλε ένα ντελάλη να καλέσει τούς αντάρτες να παραδο­θούν. Ό ντελάλης σίμωσε όσο μπορούσε πιο κοντά στη σπηλιά χτυπώντας το κουδούνι του καί, όταν είδε να στα­ματούν οι πυροβολισμοί, άρχισε να διαβιβάζει την πρόσ­κληση τού μπίμπαση.

Μετά από το λάλημά του, μια πολύωρη σιγή απλώθηκε σ’ όλη την έκταση τού Ότκαγια, πού τόσες μέρες την αντάριαζαν οι κραυγές, οι πυροβολισμοί καί ο δαιμονισμένος ορυμαγδός των κανονιών. Ό μπίμπασης περίμενε στην αρχή με σίγουρη πεποίθηση για την παράδοση των Ρωμιών. Όσο περνούσε όμως ή ώρα καί δεν έπαιρνε απάντηση, κυ­ριευόταν από νευρικότητα καί αγανάκτηση, ώσπου στο τέ­λος τον έπιασε μια τρελή αδημονία πού δε μπορούσε να τη συγκρατήσει. Έκανε βόλτες έξω από τη σκηνή του καί κάθε τόσο ρωτούσε τούς αξιωματικούς του αν ήρθε καμιά είδηση. Εκείνοι πάλι, φοβισμένοι μήπως ξεσπάσει πάνω τους ή οργή του, προσπαθούσαν να τον βαυκαλίσουν με διάφορες ελπιδοφόρες προβλέψεις.

— Σίγουρα δεν θα έμεινε κανένας ζωντανός, Μπίμπαση έφέντη, γιαυτό δεν απαντούν, έλεγε ό υπασπιστής του.

— Ναι, μα τότε γιατί δε φαίνονται οι γυναίκες;

— Μα φοβούνται να φάνουν! πρόσθετε καθησυχαστικά ένας γιούσμπασης.

— Θα τούς πετσοκόψω όλους! ξεφώνισε σε μια στιγμή έξαλλος ό Μεχμέτ. Με περιφρονούν! Με σκοτώνουν! Θα τούς μαδήσω τη ρίζα, τούς Γκιαούρηδες!

‘Ωστόσο ή άσπρη σημαία της παράδοσης αργούσε να φανεί. Στο τέλος ό μπίμπασης πίστεψε στο λόγο τού υπα­σπιστή του καί πρόσταξε να πάνε δυο – τρεις αξιωματικοί μαζί με το ντελάλη να δουν τί γίνεται εκεί πάνω. Προθυ­μοποιήθηκαν αμέσως ένας γιούζμπασης, ένας μιλαζίμ καί ό υπασπιστής. Οι τρεις άντρες προχώρησαν κάμποσο στον ανήφορο, από το μεγάλο ελικωτό μονοπάτι, για να φτά­σουν πιο γρήγορα. .Ό ντελάλης ακλουθούσε από κοντά. Σιμώνοντας στη σπηλιά, τον έβαλαν να καλέσει για τελευ­ταία φορά τούς Ρωμιούς να παραδοθούν. Ό ντελάλης υπά­κουσε καί χτύπησε το κουδούνι. Κατόπιν διαλάλησε την πρόταση των αξιωματικών.

Πέρασαν μόνο τρία λεπτά καί ή απάντηση ήρθε με μια ομοβροντία από πυροβολισμούς! Ό γιούσμπασης καί ό υπα­σπιστής πληγώθηκαν στον ώμο. Ό μιλαζίμ τη γλίτωσε καί κρύφτηκε. Τρομαγμένοι καί οι τέσσερις κατηφόρισαν γρή­γορα προφυλαγμένοι πίσω από τούς βράχους.

Ή πύρινη τούτη απάντηση, έκανε το μπίμπαση να αναπηδήσει στη θέση του καί να κυριευτεί από μια υστερική κρίση. Ξέσπασε σε ξεφωνητά καί μαλλιοτραβήγματα, σε κεφαλοχτυπήματα καί σε στροφές, σα να έχασε ολότελα τα λογικά του! Έσπασε ό,τι βρήκε μπροστά του, τσά­κισε το σπαθί του πάνω στο γόνατο, γκρέμισε τη σκη­νή του καί στο τέλος κυλίστηκε χάμω. Κραυγάζοντας καί Αφρίζοντας βάλθηκε να χτυπάει αδιάκοπα τη γή.

Όταν για μια στιγμή σταμάτησε καί άκουσε τούς πυρο­βολισμούς των ανταρτών να συνεχίζονται, ταράχτηκε ακόμα πιο πολύ. Τον έπιασε ένας δυνατός σπασμός μανίας καί συνέχισε να χτυπιέται πάνω στο χώμα. Τα χείλη του έτρε­μαν σα φύλλα λεύκας πού τα δέρνει βοριάς, ενώ τα μάτια του έβγαζαν αστραπές! Οι αξιωματικοί καί οι στρατιώτες τον περιτριγύρισαν νομίζοντας πώς τρελάθηκε.

Πέρασαν λίγα λεπτά ακόμα καί όταν επιτέλους μπόρεσε να αρθρώσει τη φωνή του, έδωσε διαταγή στα πυροβόλα να σφυροκοπήσουν ανελέητα καί χωρίς διακοπή το στόμιο της σπηλιάς! Να το κλείσουν με τις οβίδες! Κατόπιν διέταξε το στρατό να σκαρφαλώσει καί να φτάσει οπωσδήποτε στη σπήλια.

—Όποιος τολμήσει να γυρίσει πίσω, πριν να κυριευτεί ή σπηλιά, θα αποκεφαλιστεί σαν πρόβατο! ούρλιαξε.

Τα κανόνια βρόντησαν ξανά καί γέμισαν βοή καί βαριούς κρότους τον αέρα. Οι στρατιώτες χύθηκαν στον ανήφορο καί σκαρφάλωσαν καί πάλι στα μονοπάτια, μα πιο πάνω οι αντάρτες τούς τσάκισαν. Τα κορμιά των Τούρκων κυλούσαν χτυπημένα καί πάλι κατά δεκάδες στα γκρεμνά, μόλο πού ή κύρια μάζα προχωρούσε. Κοντά στη σπηλιά άναψε μια θανατερή μάχη σώμα προς σώμα. Άναψαν τα ντουφέκια, άναψαν οι ψυχές, το αίμα κυλούσε σα ρυάκι, μα οι αντάρτες δε λύγιζαν. Οι σφαίρες των υπερασπιστών του σπηλαίου όμως που υπεράσπιζαν οι πολεμιστές με εξακόσια και πλέον γυναικόπαιδα τελείωσαν. Άλλη λύση δεν υπήρχε παρά μόνο η παράδοση.

«Υπάρχει», φωνάζει ο αρχηγός Καραβασίλογλου Γιώργης. Θα παραδώσουμε τα πτώματά μας στους Τούρκους. Θα σκοτώσει ο ένας τον άλλον για να σώσουμε τα γυναικόπαιδα.

Κοιτάζονται τα παλικάρια ίσια στα μάτια. Η απόφαση είναι σκληρή, είναι απόφαση υπέρτατης θυσίας. Τη δέχονται όλοι, αφού θα σωθούν 650 περίπου γυναικόπαιδα. Δίνει το περίστροφο στον Ταγκάλ Γιώργη.

«Θα μας σκοτώσεις όλους και αφού σηκώσεις άσπρη σημαία θα σκοτωθείς και εσύ».

Αγκαλιάζονται και φιλιούνται οι άγριοι πολεμιστές με δάκρυα στα μάτια. Οι θρήνοι των γυναικών και τα κλάματα των παιδιών έρχονται στ’ αυτιά τους σα μοιρολόγια. Για την πίστη και την πατρίδα μας», λέει με συγκινητική και βροντερή φωνή ο αρχηγός.

Ό Μεχμέτ Άλής, πού παρακολουθούσε τη μάχη με κομμένη την ανάσα, ακούγοντας τήν ησυχία δεν κρατήθηκε. Πήρε τον ανήφορο με το πιστόλι στο χέρι καί προχώρησε ουρλιάζοντας. Σταμάτησε καί έστησε αυτί.  Ακολούθησε ολιγό­λεπτη σιγή. Οι Τούρκοι, με καρφωμένα τα μάτια τους στη σπηλιά, προσπαθούσαν να δουν τί κάνουν οι Ρωμιοί.

Σε λίγο παρατήρησαν ένα παράξενο Θέαμα πού τούς έκανε να παραλύσουν. Είδαν τούς αντάρτες, χωρίς προφύ­λαξη πια, να κινούνται ό ένας προς τον άλλο, να αγκαλιάζονται καί να φιλιούνται μεταξύ τους. Ύστερα τούς είδαν να αποχαιρετούν τα γυ­ναικόπαιδα. Ταυτόχρονα ακούστηκαν γοερά κλάματα γυναι­κών καί παιδιών πού αντιδόνησαν στα φαράγγια.

Οι Τούρκοι τα είχαν χαμένα. Δεν καταλάβαιναν τί γί­νεται. Ήταν σά να βρίσκονταν μέσα σε εφιαλτικό όνειρο. Μόνο ό Μεχμέτ ‘Αλής σχημάτισε τη γνώμη πώς, επί τέ­λους, οι Ρωμιοί το αποφάσισαν να παραδοθούν καί γέμισε από χαρά. Μα δεν πρόλαβε να χορτάσει την ευχάριστη σκέψη του καί ξαφνικά, ακούστηκαν πυκνοί πυροβολισμοί από τη μεριά των ανταρτών! Έστρεψε το κεφάλι του καί κοίταξε τούς δικούς του. Κανείς δεν ήταν χτυπημένος! Παραξε­νεύτηκε. Οι πυροβολισμοί όμως εξακολούθησαν, ολοένα καί πιο αραιοί, ώσπου σταμάτησαν εντελώς. Τότε μόνο κατά­λαβε:

—Αυτοκτονούν τα σκυλιά! Τρέξτε να τούς προλάβετε ζωντανούς! Δεν έχουν πια βόλια. Ζωντανούς τούς θέλω! Ζωντανούς!

‘Ακούγοντας τα ουρλιαχτά οι στρατιώτες, χύθηκαν προς τη σπηλιά.

Ο Ταγκάλ Γιώργης πυροβολεί. Ο πρώτος υπερασπιστής του σπηλαίου πέφτει. Ύστερα άλλος κι άλλος κι άλλος. Φτάνει στα δύο του παιδιά, σταματάει λίγο, τα κοιτάζει κατάματα, βλέπει τα θαρραλέα μάτια τους και ύστερα ρίχνει. Δεν ξέρει πια τίποτα. Δε βλέπει. Ρίχνει συνέχεια. Ύστερα σταματάει για λίγο. Αρπάζει ένα άσπρο πανί το καρφώνει στο ξίφος του και το σηκώνει ψηλά.

Οι Τούρκοι βλέποντας την άσπρη σημαία τους αλαλάζουν από τη χαρά τους.

«Γιασασίν, γιασασίν, τεσλίμ γκιαουρλάρ», ακούγονται οι ζητωκραυγές τους. Πλησιάζουν οι Τούρκοι. Να, ένας τσετές ανεβαίνει κιόλας προς το σπήλαιο. Ο Ταγκάλ Γιώργης κοιτάζει την κάννη του περιστρόφου του και ύστερα πιέζει τη σκανδάλη. Οι αντάρτες, με πρόσωπα πετρωμένα καί με μάτια πού γυάλιζαν από τα συγκρατημένα δάκρυα, αράδιασαν το πλήθος έξω από τη σπηλιά, γυναίκες, γέρους καί παιδιά.  Ο τελευταίος των γενναίων υπερασπιστών πέφτει μαζί με τη λευκή σημαία του.  Και το ολοκαύτωμα αυτό έμεινε στην αφάνεια και διασώθηκε μόνο στην παράδοση.

Ακριτας πόντου



Σύνταγμα Μακρυγιάννη, Δεκέμβριος 1944 - Tο οχυρό που δεν έπεσε

 

6-18 Δεκεμβρίου 1944

Νικηφόρος Άμυνα του Συντάγματος Χωροφυλακής Μακρυγιάννη σε πενταπλάσιες δυνάμεις του ΕΛΑΣ με βαρύ οπλισμό και αφθονία μέσων! Η απόκρουση των κομμουνιστών –δύο συντάγματα του ΕΛΑΣ και ΟΧΛΟΣ εκατοντάδων Εφεδρικών, ακόμη και γυναικών, από την περιοχή Αττικής, ΣΥΝΟΛΟ 5.000 περίπου- από τους λίγους άνδρες της Βασιλικής Χωροφυλακής -100 αξιωματικούς και 430 οπλίτες- είναι μιά πραγματική Εποποιία που έπρεπε να εορτάζεται κάθε χρόνο παρουσία των Αρχών του Κράτους, των μαθητών των Στρατιωτικών Σχολών και αντιπροσωπειών μαθητών Γυμνασίου και Λυκείου!



Στις 6 Δεκεμβρίου, ολόκληρη σχεδόν η Αθήνα ήταν στα χέρια των κομμουνιστών. Τα μόνα κέντρα αντιστάσεως ήταν το Σύνταγμα Χωροφυλακής στου Μακρυγιάννη, η Σχολή Χωροφυλακής (Λεωφόρος Μεσογείων) και το Στρατόπεδο Γουδή με την 3ηΕΟΤ.ο Σύνταγμα Μακρυγιάννη θεωρήθηκε, από την ηγεσία του ΕΛΑΣ, ως το τελευταίο εμπόδιο προς την πλατεία Συντάγματος και επομένως την κατάληψη της εξουσίας. Από την άλλη πλευρά, οι υπερασπιστές του εγνώριζαν ότι ο αγώνας τους ήταν σκληρός και άνισος αλλά ήταν υπέρ πάντων. Η δύναμη ήταν 100 Αξιωματικοί (88 της Χωροφυλακής και 12 του Στρατού) και 430 οπλίτες. Η δύναμη αυτή, εκτός από το προσωπικό του Συντάγματος, προερχόταν και από άλλες αστυνομικές υπηρεσίες της Αττικής και της επαρχίας. Ο οπλισμός και τα πυρομαχικά δεν ήταν αρκετά για να αντιμετωπήσουν μια τόσο μεγάλη επίθεση. 300 τυφέκια, 15 υποπολυβόλα, 3 οπλοπολυβόλα, 1 πολυβόλο, 3 όλμοι με ελάχιστα βλήματα και 2 αντιαρματικά πυροβόλα. Την ίδια ημέρα, παρουσιάστηκε εθελοντικά στο Σύνταγμα Χωροφυλακής Μακρυγιάννη ο Αντισυνταγματάρχης Πεζικού Κωνσταντίνος Κωστόπουλος. Ο Αντισυνταγματάρχης ήταν καθηγητής της Σχολής Χωροφυλακής και υπερασπιστής των οχυρών Μεταξά το 1940-41. Κατά την μάχη της Φλώρινας, ως διοικητής ταξιαρχίας, υπερασπίστηκε την πόλη εναντίον των κομμουνιστών. «Η Πατρίς κινδυνεύει και ήρθα να πολεμήσω εδώ ως απλός στρατιώτης. Με δέχεσθε;» Ο υποδιοικητής του Συντάγματος Αντισυνταγματάρχης Ευάγγελος Σοφράς του απήντησε: «Σε έστειλε ο Άγιος Νικόλαος» Ως ειδικός στις μάχες εντός φρουρίων και τις οδομαχίες, παρουσίασε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αμύνης των εγκαταστάσεων και ανέλαβε την διεύθυνση των πολεμικών επιχειρήσεων.


Στις 05:45 της 6ης Δεκεμβρίου, ξεκίνησε η σκληρότερη αλλά και αποφασιστικώτερη μάχη των Δεκεμβριανών. Ξεκίνησε με σφοδρό βομβαρδισμό και πυκνά πυρά πεζικού από πολλές κατευθύνσεις. Παρά την σθεναρή αντίσταση, οι Ελασίτες κατέλαβαν 4 φυλάκια. Όσοι υπερασπιστές τους δεν σκοτώθηκαν ή δεν συμπτύχθηκαν προς το στρατόπεδο, οι ΕΛΑΣίτες τους έπιασαν, τους γύμνωσαν και τους παρέδωσαν στον όχλο που τους βασάνισε στους γύρω δρόμους μέχρι αργά τη νύκτα. Τελικά, τους πήγαν σε ένα ρέμα όπου πρώτα τους ακρωτηρίασαν και μετά τους δολοφόνησαν. Συνεχίζοντας την επίθεση, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ προσπάθησαν ανεπιτυχώς να ανατινάξουν με εκρηκτικά μέρος της περίφραξης. Σοβαρή επίπτωση στο ηθικό τους είχε η ανατίναξη, από βολή πυροβόλου, των εκρηκτικών που μετέφεραν σε ένα φυλάκιο που είχαν καταλάβει και ο θάνατος των 70 συντρόφων τους που τα συνόδευαν. Οι απώλειες των αμυνομένων κατά την πρώτη ημέρα ήταν σημαντικές. 14 νεκροί, 33 τραυματίες και 41 αγνοούμενοι. Βεβαίως οι Ελασίτες είχαν πολύ μεγαλύτερες απώλειες. Ο διευθύνων τις επιχειρήσεις αντισυνταγματάρχης Κωστόπουλος, το πρωί της επομένης εξέδωσε ημερησία διαταγή, η οποία μεταξύ των άλλων έγραφε: «Θα διατηρώ την ανάμνησιν ότι εις την μάχην της 6ης Δεκεμβρίου 1944 η Βασιλική Χωροφυλακή έδειξε μαχητικότητα πολύ καλλιτέραν από αυτού του Πεζικού εις το οποίον ανήκω. Σας συγχαίρω και σας ευχαριστώ». Την επομένη, οι επιτιθέμενοι αρκέστηκαν σε πυρά παρενόχλησης και προπαρασκευή νέων επιθέσεων. Τις νυκτερινές ώρες της 7ης προς 8ης Δεκεμβρίου, οι επιτιθέμενοι ανατίναξαν μέρος του νοτίου τμήματος της περίφραξης και την 9η ακόμη ενός τμήματος. Την 8η Δεκεμβρίου, οι υπερασπιστές του Μακρυγιάννη με αιφνιδιαστική αντεπίθεση ανακατέλαβαν δύο φυλάκια, συνέλαβαν 50 αιχμαλώτους και παρέλαβαν πολλά όπλα και πυρομαχικά. Στις 9 του μηνός, οι ελασίτες δέχθηκαν την ενίσχυση ενός τάγματος, ενός λόχου και δύο πυροβόλων και το πρωί της επομένης εξαπέλυσαν σφοδρότατη επίθεση, αλλά μέχρι την 18:00 αποκρούστηκαν από τους αμυνόμενους. Την νύκτα της 11ης προς 12η Δεκεμβρίου, μετά από την άφιξη νέων ενισχύσεων, οι αντάρτες επιχείρησαν νέα αιφνιδιαστική επίθεση και γι’ αυτό δεν προηγήθηκε προπαρασκευή πυροβολικού. Όμως οι αμυνόμενοι, λόγω του άριστου συστήματος πληροφοριών που διέθεταν, περίμεναν την ενέργεια. Στις 20.00, ένας λόχος με 100 άνδρες προσπάθησε να εισβάλει από το ρήγμα της νότιας περίφραξης, αλλά έπεσε σε νάρκες και τα πυρά των αμυνομένων και αναγκάστηκε να υποχωρήσει, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης 50 νεκρούς. Το ίδιο ανεπιτυχής ήταν και η προσπάθεια που έγινε δύο ώρες μετά. Τα μεσάνυχτα, από ρήγμα που δημιούργησαν στην δυτική περίφραξη δύο δυναμιτιστές, προσπάθησαν να διεισδύσουν κρυφά ομάδες Ελασιτών. Όμως φωτιστικά βλήματα μετέτρεψαν την νύκτα σε μέρα και επέτρεψαν στους χωροφύλακες να κατατροπώσουν τους εισβολείς που είχαν τρομερές απώλειες.


Στις 12 Δεκεμβρίου, σταμάτησαν οι επιθέσεις. Μέχρι την 15η του μηνός κάποιες προσπάθειες των ελασιτών έπεσαν στο κενό. Η μάχη του Μακρυγιάννη είχε χαθεί για τον ΕΛΑΣ. Το οχυρό, παρά την μικρότερη δύναμή του και τον κατώτερο εξοπλισμό του, άντεξε. Η μάχη του Συντάγματος Χωροφυλακής Μακρυγιάννη ήταν μια σκληρή και συνεχής μάχη με πολλούς νεκρούς και τραυματίες και από τους δύο αντιμαχόμενους. 33 νεκροί και 120 τραυματίες ήταν ο φόρος αίματος των αγωνιστών του Μακρυγιάννη. Οι Ελασίτες είχαν πολύ μεγαλύτερες απώλειες. Η νίκη των κυβερνητικών δυνάμεων συνέβαλε σημαντικά στο να μείνει ελεύθερο το μικρό κομμάτι της Αθήνας, στο οποίο είχαν έδρα η ελληνική κυβέρνηση και οι περισσότερες ξένες αποστολές. Μετά την νίκη αυτή άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για το κομμουνιστικό κίνημα.


Η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων επαναλειτούργησε αμέσως μετά την Απελευθέρωση (19 Οκτωβρίου 1944), με μαθητές τους Ευέλπιδες Ι και ΙΙ τάξης που φοιτούσαν πριν από τον πόλεμο. Στις 9 Δεκεμβρίου, ένα σύνταγμα του ΕΛΑΣ συν ένα τάγμα και δύο αντιαρματικά πυροβόλα, πραγματοποίησε επίθεση στην Σχολή Ευελπίδων, στον χώρο της οποίας βρίσκονταν 23 αξιωματικοί και 183 ευέλπιδες. Τα πυρομαχικά των Ευελπίδων τελείωναν, ενώ ο ανεφοδιασμός και η επικοινωνία ήταν αδύνατη. Η πολιορκία λύθηκε μετά από τρεις ημέρες και το προσωπικό της σχολής μεταφέρθηκε στα ανάκτορα. Απώλειες δύο νεκροί (Υπολοχαγός Αθανάσιος Ράντος και Εύελπις Δημήτριος Πούλος) και 17 τραυματίες.


Οι άλλες μάχες

Την νύκτα της 6ης προς 7η Δεκεμβρίου, οι Ελασίτες πολιόρκησαν το τάγμα μετεκπαιδεύσεως, το αρχηγείο της Χωροφυλακής, το αστυνομικό τμήμα Πλάκας, το τμήμα μεταγωγών,την γενική ασφάλεια, το μηχανοκίνητο τμήμα της ΑΠ, ενώ εγκαταστάθηκαν με ισχυρές δυνάμεις βορείως του στρατοπέδου Γουδή και δυτικώς της Σχολής Χωροφυλακής, με αντικειμενικό σκοπό την κατάληψή τους.

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 7ης Δεκεμβρίου, μετά από προπαρασκευή με πυκνά πυρά όλμων, εκδηλώθηκε η επίθεση του ΕΛΑΣ κατά της σχολής Χωροφυλακής και του στρατοπέδου Γουδή (3η ΕΟΤ). Μετά από σθεναρή άμυνα της Χωροφυλακής και των Ριμινιτών, οι επιτιθέμενοι υποχώρησαν, εγκαταλείποντας στο πεδίο της μάχης 80 νεκρούς. Την ίδια ημέρα, στο κέντρο της Αθήνας, συνεχίστηκαν οι μάχες χωρίς αποτέλεσμα για τον ΕΛΑΣ. Η 3η ΕΟΤ αντεπιτιθέμενη επέτυχε να διευρύνει την ελεγχόμενη από αυτήν περιοχή και να συλλάβει 280 αντάρτες.

Στις 10 Δεκεμβρίου, οι Ελασίτες, αφού δέχθηκαν ισχυρές ενισχύσεις, επεχείρησαν και πάλι ανεπιτυχώς να καταλάβουν την Σχολή Χωροφυλακής και το Γουδί. Στο κέντρο της Αθήνας προσπαθούσαν να προωθήσουν τις θέσεις τους επιτιθέμενοι σε σημεία αντιστάσεως των Σωμάτων Ασφαλείας και συμπλεκόμενοι με ομάδες νομιμοφρόνων πολιτών, όπως αυτή που κατείχε το Χημείο (οδός Σόλωνος).

Ο ΕΛΑΣ επέτυχε την 11η Δεκεμβρίου να ελέγχει την λεωφόρο Συγγρού, την μόνη οδό επικοινωνίας της πρωτεύουσας με τον Πειραιά. Σε σύσκεψη το βράδυ της ίδιας ημέρας, η βρεταννική διοίκηση αποφάσισε προ της δυσμενούς καταστάσεως να εγκαταλείψει την Αθήνα στα χέρια του ΕΛΑΣ.

Ο διοικητής της 3ης ΕΟΤ Θρασύβουλος Τσακαλώτος αντέδρασε, δηλώνοντας ότι αυτός και οι άνδρες τους δεν πρόκειται να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους και ότι θα πολεμήσουν, έστω και μόνοι. Η γενναία στάση του ήρωα Αξιωματικού, σε συνδυασμό με την άφιξη ενισχύσεων, ανέτρεψε την απόφαση της διοίκησης.

Στις 14 Δεκεμβρίου, μετά την σύμπτυξη του μηχανοκινήτου τμήματος, της γενικής ασφάλειας και της τροχαίας, ελάχιστα τμήματα αντιστέκονταν και οι Ελασίτες κατείχαν περισσότερο από τα εννέα δέκατα της Αθήνας και ήταν σε απόσταση αναπνοής από το κέντρο. Την ίδια ημέρα, άρχισε η συγκρότηση νέων Ταγμάτων Εθνοφυλακής, τα οποία σύντομα ανέλαβαν δράση. Στις 18 του μηνός, Τάγμα Εθνοφυλακής κατέλαβε τον Λυκαβηττό, όπου εγκαταστάθηκαν πυροβόλα για την υποστήριξη των επιχειρήσεων στο κέντρο. Την ίδια ημέρα, άρχισαν οι αποφασιστικές επιχειρήσεις κατά του ΕΛΑΣ σε συνοικίες της Αθήνας.

Εκρηκτικά στην «Μεγάλη Βρεταννία»

Την νύχτα της 23ης προς 24η Δεκεμβρίου, δυνάμεις του ΕΛΑΣ προχώρησαν στην υλοποίηση σχεδίου που στόχευε στην ανατίναξη του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρεταννία», όπου διέμεναν η ελληνική κυβέρνηση, το βρεταννικό επιτελείο και πολλές διπλωματικές αποστολές, μεταξύ των οποίων και των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ. Για τον σκοπό αυτόν, παγιδεύτηκε με εκρηκτικά υπόνομος, που κατέληγε δίπλα στα θεμέλια του κτιρίου. Η έκρηξη αναβλήθηκε προσωρινά λόγω της άφιξης του Τσώρτσιλ στην Ελλάδα και στο διάστημα αυτό Άγγλοι εντόπισαν και απενεργοποίησαν τα εκρηκτικά.

Το τέλος των επιχειρήσεων

Από την 28η Δεκεμβρίου, η κατάσταση άρχισε να αλλάζει. Με γενική επίθεση κατά του ΕΛΑΣ άρχισε η εκκαθάριση της Αθήνας. Η 3η ΕΟΤ επετέθη από το Γουδή προς νότον. Την επομένη, δόθηκε η τελευταία μάχη των ανταρτών, στην οποία ηττήθηκαν με πολλές απώλειες σε προσωπικό και οπλισμό. Οι Ελασίτες έχασαν πλέον την επιθετική πρωτοβουλία και περιορίσθηκαν σε ελαστική άμυνα.

Τελικά, στις 6 Ιανουαρίου του 1945, οι δυνάμεις του ΕΑΜικού μετώπου αναγκάστηκαν να εκκενώσουν τον Πειραιά και την Αθήνα, παραλαμβάνοντας χιλιάδες πολίτες ως ομήρους. Πέντε μέρες αργότερα, στις 11 Ιανουαρίου, οι μάχες τερματίστηκαν, μετά από συμφωνία του Ε.Α.Μ. με τον στρατηγό Σκόμπυ. Μετά την ήττα του, ο ΕΛΑΣ (υπο την ηγεσία του Σιάντου) αποχώρησε από την Αθήνα, μαζί με χιλιάδες υποστηρικτές του, καθώς και με χιλιάδες ομήρους, αμάχους και μη.

Στις 12 Φεβρουαρίου 1945, μετά από συζητήσεις δέκα ημερών μεταξύ κυβέρνησης και ΚΚΕ-ΕΛΑΣ, υπεγράφη η συμφωνία της Βάρκιζας. Έτσι έκλεισε μια αιματηρή περίοδος, αλλά, δυστυχώς, ακολουθεί ο 3ος γύρος.


Ο τραγικός απολογισμός

Ο αστικός πολιτικός κόσμος της εποχής κατηγόρησε την ηγεσία του ΕΑΜ και το ΚΚΕ για υπαναχώρηση, όσον αφορά τον αφοπλισμό των ανταρτικών ομάδων, και για προσχηματική αρχική συμφωνία, την οποία αρκετοί τότε απέδωσαν στο ότι αναμένονταν στην Ελλάδα πολύ περισσότερες συμμαχικές (Βρεταννικές) δυνάμεις από αυτές που τελικά ήρθαν. Επίσης, το ΕΑΜ κατηγόρησε τους αντιπάλους του για επέμβαση ξένων δυνάμεων στα ελληνικά πολιτικά πράγματα.

Μεγάλο μέρος της Αθήνας είχε μετατραπεί σε ερείπια και πολλοί άμαχοι έχασαν την ζωή τους από τις μάχες που διεξάγονταν στους δρόμους της Αθήνας, αλλά και από τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς των Άγγλων.

Κατά την διάρκεια των Δεκεμβριανών, μέλη της οργάνωσης ΟΠΛΑ δολοφόνησαν έναν αριθμό αντιφρονούντων, υποστηρικτών του αστικού καθεστώτος, αλλά και αμφισβητιών της επίσημης κομματικής γραμμής του ΚΚΕ , μεταξύ των οποίων και γύρω στους 50 τροτσκιστές/αρχειομαρξιστές, οι οποίοι χαρακτήριζαν τα Δεκεμβριανά ως σταλινικό πραξικόπημα. Στην περιοχή των διϋλιστηρίων της ΟΥΛΕΝ έλαβαν χώρα εκτελέσεις. Ανάμεσα στα θύματα της ΟΠΛΑ ήταν η ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη και ο πρύτανις του ΕΜΠ Ιωάννης Θεοφανόπουλος.

Τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 1944 στην Αθήνα θεωρούνται από μια πλευρά των ιστορικών ως η δεύτερη φάση της ανταρσίας (ο «δεύτερος γύρος» κατά την μεταπολεμική οπτική) και οδήγησαν στην τρίτη φάση («τρίτο γύρο»), που τερματίστηκε το 1949 με την στρατιωτική ήττα του ΚΚΕ. Η σύγκρουση των Δεκεμβριανών, καθώς και οι περιπτώσεις ακραίας βίας, όχι μόνο κατά δοσίλογων αλλά και κατά υποστηρικτών της κυβέρνησης και του αστικού καθεστώτος, αύξησε το αντικομμουνιστικό μένος της αντίπαλης πλευράς και έκανε πολύ δύσκολη την προοπτική της άμβλυνσης των παθών για πάρα πολλά χρόνια.

Στον πιο αποδεκτό «πίνακα απωλειών» των αντιμαχόμενων πλευρών, οι εθνικές δυνάμεις είχαν 3480 νεκρούς (889 ανήκαν στην χωροφυλακή και την αστυνομία και 2540 στα στρατιωτικά τμήματα) και πολλούς αιχμαλώτους. Οι απώλειες του ΕΛΑΣ υπολογίστηκαν στους 2-3 χιλιάδες νεκρούς και 7-8 χιλιάδες αιχμαλώτους.

Μέχρι τις 25 Δεκεμβρίου, ο αριθμός των συλληφθέντων από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ φθάνει τις 8.000, οι οποίοι με την αποχώρησή τους από την Αθήνα ξεπερνούν τις 15.000 όμηρους. Δύο χιλιάδες περίπου από αυτούς εκτελέστηκαν. Οι λεηλασίες ως κόστος ξεπέρασαν το ένα δισεκατομμύριο δραχμές της εποχής και κάηκαν ή ανατινάχθηκαν περισσότερες από 200 οικίες.


https://www.makeleio.gr/

ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - Η ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΜΥΣΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ

 

Η τιμιότητα στις συναλλαγές του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη καί η φυσική του καλοσύνη τον βοήθησαν να κερδίσει πολύ γρήγορα τήν εκτίμηση του ζακυνθινού λαού. Στο σωματείο τών κρεοπωλών, στο οποίο προμήθευε ο Κολοκοτρώνης τα ζώα που έφερνε από την Πελοπόννησο, υπήρχε και κάποιος που ονομαζόταν Διόγος. Είχε ισχυρή θέση κι αρκετές γνωριμίες. Γι’ αυτόν τον λόγο τον είχαν μυήσει στήν Φιλική Εταιρεία. Ο Διόγος χρωστούσε αρκετά χρήματα στὀν Κολοκοτρώνη. Ο γέρος λόγω τού ότι ήταν συναγωνιστήςτου στον κοινό αγώνα για απελευθέρωση, τὀν διευκόλυνε συνεχώς. Εκείνος όμως, όχι μόνο δεν εξοφλούσε τα παλαιά χρέη, αλλά δημιουργούσε συνεχώς νέα.

Κάποια στιγμή ο Κολοκοτρώνης τού διέκοψε τήν πίστωση. Ο Διόγος εκτόξευσε εναντίον του κάποιες αόριστες απειλές γεμάτες υπαινιγμούς για τήν Εταιρεία. Ακολούθησε έντονη λογομαχία, αλλά ο Διόγος δεν περιορίσθηκε σ’ αυτήν. Επιβιβάσθηκε σε ένα πλοίο και αναχώρησε για τήν Ήπειρο. Ο Διόγος παρουσιάσθηκε στὀν Αλή πασά καἰ του αποκάλυψε τα πάντα σχετικά με τἠν αλυτρωτική συνωμοσία. Επίσης, έκανε καί το εξής προδοτικό. Του παρέδωσε τἰς συμβολικές λέξεις καἰ φράσεις τὠν Φιλικών καθώς καἰ τα συνθηματικά νοήματα. Πρόδωσε επίσης καί τον Αλέξιο Βλαχόπουλο, έμπιστο αξιωματικό του Αλή, ως πράκτορα τής Φιλικής Εταιρείας. Τα άγρυπνα μάτια όμως τἠς Εταιρείας παρακολουθούσαν κάθε κίνησή του αφού μέσα στο ίδιο πλοίο ταξίδεψε κι ένας κατάσκοπος τής Φιλικής. Κι έτσι η οργάνωση αντέδρασε ταχύτατα. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο ειδοποιήθηκαν όλοι οι μυημένοι στήν Ήπειρο να είναι προσεκτικοί στίς κινήσεις τους.
Στήν Aυλή του Αλή πασά που υπήρχαν εταίροι, προσπαθούσαν να παρουσιάσουν τη συνωμοσία ως μύθευμα του Διόγου για να αποσπάσει χρηματική αμοιβή. Ο Αλή όμως δεν πείσθηκε, κάλεσε τόν Βλαχόπουλο καί με έξυπνο τρόπο τού φανέρωσε τα συνθηματικά της Εταιρείας για να ελέγξει τις αντιδράσεις του. Ο Ηπειρώτης αξιωματικός, έχοντας ήδη προειδοποιηθεί, παρέμεινε ψύχραιμος. Παρά τἠν πολύωρη ανάκριση, δεν αποκάλυψε το παραμικρό. Ωστόσο, ο ραδιούργος πασάς ήθελε να αποκομίσει όσο το δυνατόν περισσότερα οφέλη από αυτήν τἠν υπόθεση. Ετσι. έστειλε επιστολή στὀν σουλτάνο, με την οποία τού εξέθετε όσα είχε μάθει από τόν Διόγο. Εκείνη την εποχή όμως είχε πέσει στή δυσμένεια τής Υψηλής Πύλης, οπότε με την ανακάλυψη καἰ τήν εξάρθρωση τής τεράστιας συνωμοσίας που εξυφαινόταν στούς κόλπους τής Αυτοκρατορίας, θα κέρδιζε τἠν εκτίμηση τής κεντρικής διοίκησης. Όμως, οι σύμβουλοι του θρόνου, Χαλέτ Εφέντης καί Πασόμπεης, οι οποίοι μισούσαν τὀν ανυπότακτο πασά, τὀν διέψευσαν καί τόν απαξίωσαν.
“Τερτίπια τής αλεπούς για να γλυτώσει τον κατατρεγμό”, είπαν, καθησυχάζοντας τον σουλτάνο.
Όσο για τόν Διόγο, είχε τη γνωστή τύχη που επιφύλασσε η Εταιρεία σε κάθε προδότη. Βρέθηκε κατακρεουργημένος σε κάποιο σκοτεινό σοκάκι των Ιωαννίνων.
Νίκος Γιαννόπουλος
Ιστορικός



Ο Ασημάκης Θεοδώρου καταγόταν από τή Ζάτουνα τής Αρκαδίας. Πρἰν τήν Επανάσταση ήταν γραμματικός του Πασίμπεη. Όταν ο Βελή πασάς απομακρύνθηκε από τή διοίκηση τής Πελοποννήσου, πήγε στἠν Αλεξάνδρεια κι από εκεί στἠν Κωνσταντινούπολη, όπου καἰ μυήθηκε στἠ Φιλική Εταιρεία. Αργότερα, ζήτησε από τα εκεί μέλη της Εταιρείας ένα χρηματικό ποσό που δεν τοὐ δόθηκε. Τότε, επέστρεψε στἠν Κωνσταντινούπολη καἰ πρόδωσε στόν Χαλέτ Εφέντη τα μυστικά τής Εταιρείας καί τα σχέδιά της για κατάληψη του οθωμανικού στόλου καί αιχμαλωσία του σουλτάνου. Τα ηγετικά κλιμάκια τἠς Εταιρείας, με τη βοήθεια τἠς Κωνσταντινουπολίτισσας Μαριγώς Ζαραφοπούλα, που ήταν κι η ίδια Φιλικός, έμαθαν για τἠν προδοσία του Θεοδώρου καἰ λεπτομέρειες για το τι ακριβώς έγινε. Στα μέσα Φεβρουαρίου 1821 προσπάθησαν να τόν δολοφονήσουν αλλά απέτυχαν. Ετσι ο αδίστακτος Θεοδώρου συνέχιζε το επαίσχυντο έργο τἠς προδοσίας του, ακόμα καἰ μετά τἠν κήρυξη τἠς Επανάστασης, έχοντας γίνει ιδιαίτερα επικίνδυνος.
''Έδωσεν εις την τουρκικήν εξουσίαν σχέδια διάφορα, ολεθριότερον των οποίων ήτο η ραδιουργηθείσα ενοχοποίησις πολλών σημαντικών Ελλήνων'', γράφει χαρακτηριστικά ο
Ιωάννης Φιλήμων.
Παρά τἰς πολύτιμες πληροφορίες που τοὐς έδινε όμως, οι Τούρκοι δεν του είχαν εμπιστοσύνη καί τελικά τὀν αποκεφάλισαν το 1822

Ο Δημήτριος Τσολάκογλους ήταν πρόκριτος των Αγράφων στο τέλος του 18ου καἰ στἠν αρχή του 19ου αιώνα κι είχε ισχυρή επιρροή στἠν περιοχή. Η δράση του προκαλούσε τἠ δυσμένεια του Αλή πασά, ο οποίος τὀν κρατούσε όμηρο στα Γιάννενα από το 1817 ως το 1822. Πιθανότατα εκεί μυήθηκε στἠ Φιλική Εταιρεία. Επέστρεψε στα Άγραφα καἰ θέλοντας ξαφνικά να ανακτήσει προνόμια που είχε χάσει, κατέδωσε στὀν Χουρσίτ πασά, ο οποίος πολεμούσε τόν Αλή πασά, τόν αντίζηλό του, Γεώργιο Καβοστεργιόπουλο. Συγκεκριμένα, του αποκάλυψε ότι ο Καβοστεργιόπουλος κι άλλα τρία μέλη τής οικογένειάς του ήταν Φιλικοί. Ο Καβοστεργιόπουλος κι άλλα εννιά μέλη τἠς οικογένειάς του τότε, συλλαμβάνονται από τὀν Χουρσίτ πασά καἰ αποκεφαλίζονται. Τρεις μήνες αργότερα, ο Τσολάκογλους κι ένας από τοὐς γιους του απαγχονίστηκαν στἠ Λάρισα απ' τὀν Χουρσίτ.
Δημήτριος Φωτιάδης
Από το έργο του ''Γεώργιος Καραϊσκάκης''

Τέλος, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, ο Κωνσταντίνος Δουσίτσας πρόδωσε στον Μεχμέτ Αλή τον δραστήριο Φιλικό Αντώνιο Πελοπίδα. Κινούμενος από ιδιοτέλεια, ο Μεχμέτ Αλή αγνόησε τα όσα του είπε ο Δουσίτσας, ενώ ο Πελοπίδας φυγαδεύθηκε στἠν Ελλάδα με τἠ βοήθεια του φίλου του, γιατρού Αντώνιου Ψαρρού.
Ιωάννης Φιλήμων

Υπάρχει επίσης ο Καμαρηνός κι ο Γαλάτης. Δεν έχει αποδειχθεί ως σήμερα η προδοσία τους, αλλά οι κίνδυνοι που δημιουργούσαν με τήν αλαζονική, αλλοπρόσαλλη κι ανάρμοστη συμπεριφορά τους κι η ανάγκη να προστατευθούν με κάθε τρόπο τα μυστικά τἠς Φιλικής Εταιρείας οδήγησε τα ηγετικά στελέχη της στἠν απόφαση τής δολοφονίας τους, παρά τἰς αναμφισβήτητες ικανότητές τους.









Γρἀφει η Σοφία Παπά





ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
Η Εταιρεία συνίσταται από Έλληνες κι ονομαζόταν Εταιρεία των Φιλικών. Ο σκοπός των μελών αυτής ὀπως γράφει ο Εμμανουήλ Ξάνθος στα Απομνημονεύματά του, ήταν ''να ενεργήσει, ευκαιρίας δοθείσης για τἠν απελευθέρωσιν τἠς πατρίδος''. Η Φιλική Εταιρεία ήταν ''φτιαγμένη'' από ανθρώπους με μόρφωση κι ήταν η σημαντικότερη από τίς μυστικές οργανώσεις που σχηματίστηκαν για τἠν προετοιμασία της Επανάστασης του 1821 κι η πορεία της ήταν εντυπωσιακή. Η αγάπη για τήν Ελλάδα καί το πείσμα τών ανθρώπων αυτών στα 6 χρόνια που ακολούθησαν μέχρι να σημάνει ο ήχος της επανάστασης και η αρχή του αγώνα για την απελευθέρωση είναι άξια θαυμασμού καί συγκίνησης. Σε σχέση με όλες τἰς προηγούμενες μυστικές οργανώσεις καί κινήματα, η Φιλική εταιρεία ξεχώρισε διότι είχε ως σκοπό τήν απελευθέρωση καί όχι μόνο τἠν απόκτηση παιδείας. Οι μικρές εξεγέρσεις της καί οι επαναστάσεις στίς ηγεμονίες προετοίμασαν το κλίμα στόν ελληνικό χώρο για τήν μεγάλη επανάσταση του 1821. Ήταν εκείνη που κατάφερε με βάση ενός συστήματος μυήσεων, καἰ σωστής οργανωτικής δομής να απλώσει το δίκτυό της εκεί όπου υπήρχαν Έλληνες καί να διαδώσει σε όλο τόν οθωμανικό ορίζοντα (κι όχι μόνο) τἠν ΄΄Μεγάλη Ιδέα΄΄ γύρω από τήν δημιουργία ενός ελληνικού ανεξάρτητου Έθνους–κράτους. Ένα ιδεολογικό πλαίσιο που προέβλεπε τἠν κατάλυση τἠς τουρκικής κυριαρχίας καἰ τήν απελευθέρωση όλων τὠν Ελλήνων, ενσωματωμένοι σε ένα νέο χριστιανικό κράτος με πρωτεύουσα τἠν Κωνσταντινούπολη. Καί να σκεφθεί κανείς ότι όλα αυτά τα έλεγαν καί τα αποτολμούσαν με τήν τουρκική σπάθα, κρεμασμένη τότε επάνω στα κεφάλια τους, πού ήταν έτοιμη να χύσει ποταμούς αίματος. Μας άφησαν αδιαμφισβήτητα μία μεγἀλη σημαντική κληρονομιά. Ένας μικρός φόρος τιμής στούς μαχόμενους αυτούς ἠρωες κρίνεται απαραίτητος αφού υπήρξε η κατήχηση ολόκληρου του ελληνισμού. Οπως οι δώδεκα Απόστολοι διακήρυξαν τήν διδασκαλία του Ιησού, έτσι αντιστοίχως κι εκείνοι (δώδεκα στὀν αριθμό επίσης) ανέλαβαν τἠ διάδοση τών ιδεών τής Εταιρείας προετοιμάζοντας το Έθνος για επανάσταση.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ Ο ΤΕΠΕΛΕΝΛΗΣ 1744 - 1822


 Όλη του η ζωή ήταν μια αντίφαση. Αψηφούσε τους ισχυρούς της γης, αλλά υποτασσόταν, στον κάθε ρυπαρό δερβίση. Είχε την εκδίκηση μέσα του. Ντυνόταν με τις πολυτελέστερες φορεσιές, αλλά μπορούσες να τον δεις και με ρούχα ζητιάνου. Ήταν αμόρφωτος, ατρόμητος στη μάχη, αλλά έτρεμε τις βροντές και τις αστραπές. Εζησε μέσα στην πολυτέλεια, στα πολλά και μεγαλοπρεπή παλάτια του, που δημιουργούσαν δέος ακόμη και στους πιο επίσημους ξένους επισκέπτες του. Κατά τις επίσημες ακροάσεις καθόταν στο μεγαλοπρεπές ντιβάνι του και όλοι οι άλλοι ήταν όρθιοι σε ένδειξη σεβασμού. Ακόμη και οι γιοι του ή οι εγγονοί του, εκτός από τους πρόξενους, τους ξένους καλεσμένους του και το Θανάση Βάγια. Κανείς από τους παριστάμενους δεν επιτρεπόταν να καπνίζει, μπροστά του, εκτός από τους ξένους και ορισμένους αυλικούς ευνοούμενούς του. Πολλές φορές, συνήθιζε να μένει σε ένα μικρό δωμάτιο, στην είσοδο του παλαιού σεραγιού του, το οποίο φωτιζόταν -μόνον- από ένα παράθυρο, ώστε να παρακολουθεί την αυλή χωρίς να τον βλέπουν. Η παραμονή του εκεί προκαλούσε τρόμο, γιατί όλοι ήξεραν ότι θα ακολουθήσει τυραννική εκτέλεση, την οποία θα απολαύσει από τον κρυψώνα του αθέατος. Απαγόρευε σε οιονδήποτε -εκτός των δύο γιων του και του χαρεμιού του- να επιβαίνει σε άμαξα. Ο ίδιος είχε αγοράσει τρεις, σε ακριβές τιμές, από την Ευρώπη. Την μία μάλιστα επήρε γιατί του είπαν ότι την χρησιμοποιούσε στις τελετές ο γαμπρός του Ναπολέοντα, όταν ήταν ο βασιλιάς της Νάπολης. Και όμως δεν ήταν παρά μια συνηθισμένη και μεταχειρισμένη άμαξα. Η μεγαλομανία του δεν είχε όρια. Στις επιστολές προς τον Άγγλο βασιλιά υπέγραφε σαν «Γενικός Διοικητής Ιωαννίνων και Τρικάλων». Η ροπή του Αλή Πασά προς την πολυτέλεια και τη χλιδή ήταν μεγἀλη. Όλοι δέχονταν αδιαμαρτύρητα τις αποφάσεις του. Αν και ο ίδιος έζησε μέσα στη λαγνεία και την ακολασία, προς τα έξω εμφανιζόταν σαν μέγας και αμείλικτος προστάτης των δημοσίων ηθών. Για τους Μουσουλμάνους η μοιχεία εθεωρείτο το φοβερότερο κακούργημα και ο σατράπης αξίωνε στις περιπτώσεις αυτές την σχολαστική εφαρμογή των Οθωμανικών νόμων, oι οποίοι προέβλεπαν τρομακτικές ποινές. Η σοδομία ήταν ελεύθερη, (ο ίδιος είχε και αντρικό χαρέμι,) όμως ακόμη και υποψία κρυφού ερωτικού δεσμού μεταξύ ετερόφυλων προσώπων μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε φρικαλέο θάνατο. Αν οι ένοχοι ήταν ανύπαντροι έπρεπε να τιμωρηθούν με 90 ραβδισμούς (στις πατούσες για τον άντρα και στα οπίσθια για τη γυναίκα). Αν ο ένας ήταν παντρεμένος, τότε καταδικάζονταν και οι δυο τους σε λιθοβολισμό, ανεξαρτήτως θρησκεύματος και εθνικότητας. Για την θανατική καταδίκη τους αρκούσε, η μαρτυρία δύο ''διακεκριμένων πολιτών'', που θα βεβαίωναν με όρκο ότι τους συνέλαβαν «επ' αυτοφώρω». Ο Αλής διατηρούσε τέσσερα -τουλάχιστον- χαρέμια, στα Γιάννενα με 300 γυναίκες (τον αριθμό δίνει ο Hobhouse), στο Τεπελένι με 60, και δύο μικρότερα, στην Πρέβεζα και στην Κόνιτσα. Τα αποτελούσαν οδαλίσκες κάθε προέλευσης, Ελληνίδες, Τουρκάλες, Ρωσίδες, Τσιγγάνες, Γεωργιανές. Αρβανιτοπούλες, ακόμη και Ευρωπαίες. Ο Τεπελενλής είχε προσωπική σχέση με τις χανούμισσές του. Γνώριζε τα ονόματα όλων. Οι κοπέλες των χαρεμιών του, ήταν συνήθως λεία επιδρομών, οι οποίες στη συνέχεια πουλιόνταν στα σκλαβοπάζαρα. Έπρεπε να είναι κάτω από 10 ετών, και κόστιζαν λιγότερο από ένα άλογο.ίπλα από κάθε γυναικείο χαρέμι υπήρχε και ένα αντρικό. Τα τραγικά αγόρια λέγονταν ''γιουσουφάκια'' καί εκτός από την ικανοποίηση των ορέξεων των αφεντάδων τους, χόρευαν τα βράδια στους οντάδες παθητικούς χορούς, προς τέρψη των Πασάδων, έφτιαχναν και σέρβιραν τους καφέδες και τα σερμπέτια, έκαναν αέρα με μεγάλα φτερά το καλοκαίρι κ.λπ.

Οι περισσότεροι γονείς, κυρίως φυσικά οι εύποροι, φυγάδευαν τα αγόρια τους στο εξωτερικό, για να αποφύγουν την αρπαγή τους, από τους πράκτορες του τυράννου. Το ίδιο έκανε και ο πρόκριτος των Ιωαννίνων Δημήτριος Αθανασίου (1780 - 1829) ο οποίος αγνόησε τις απειλές του Πασά και έστειλε το γιο του κρυφά στην Ιταλία. Όταν μάλιστα τον ζήτησε ο Αλής του είπε: «Μπορείς να πάρεις ό,τι έχω και τη ζωή μου ακόμη, το γιο μου να σου δώσω με τα ίδια μου τα χέρια, ποτέ». Ο Αθανασίου πλήρωσε ακριβά την στάση του αυτή. Ο Βεζύρης τον κατέστρεψε οικονομικά και τον καταδίκασε σε πολυετή εξορία στη Βιέννη. Ένας άλλος πατέρας, από την Πρέβεζα, μόλις πληροφορήθηκε τις προθέσεις του Τεπελενλή, παραμόρφωσε ο ίδιος -με ξυράφι- το όμορφο πρόσωπο του μικρού γιου του, ώστε να πάψει να προξενεί το ενδιαφέρον των υποτακτικών του Αλή. Ο Τεπελενλής, βαρύνεται με μια ατελείωτη σειρά από αποτρόπαιες και φρικτές πράξεις, όπως δολοφονίες, γενοκτονίες, εξανδραποδισμούς, βασανιστήρια, λεηλασίες και καταστροφές. Για τις βαρβαρότητες και τις αγριότητες του Αλή, ο συνοδοιπόρος του Hobhouse γράφει: «Οι αποκεφαλισμοί, τα παλουκώματα, και το ψήσιμο στη φωτιά είναι απαραίτητα για να εμπνεύσει τον τρόμο και να αποκαταστήσει την ησυχία και την ευνομία στην απέραντη επικράτειά του». Λεηλάτησε ο Τεπελενλής και κατέκαψε την Πρέβεζα, το 1798, σφαγιάζοντας το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της. Εξόντωσε με δολοφονίες και δολοπλοκίες, δηλητηριάσεις και αποκεφαλισμούς τους δυο ετεροθαλείς αδερφούς του, τον πεθερό και ευεργέτη του Καπλάν Πασά, την θεία του Κιάρκα και το γιο της, τον ανεψιό του Ελμάζ Πασά, τον Πασά του Δέλβινου Μουσταφά, το φίλο του Σελήμ Πασά, το γαμπρό του, τον αδερφό του γαμπρού του, αλλά και τον αδερφικό του φίλο Γιουσούφ Μπέη, στέλνοντάς του μια παγιδευμένη βόμβα μέσα σε τηλεσκόπιο. Αποκεφάλισε επίσης, όλους τους συγγενείς, φίλους και συμμάχους του, από τον φόβο της απώλειας της εξουσίας του. Βαρύνεται με το τεράστιο ομαδικό έγκλημα της φοβερής γενοκτονίας του Γαρδικιού. Εριχνε μέσα στο κλουβί της περίφημης λεοπάρδαλης -που διατηρούσε στα Γιάννενα- εκείνους που δίκαζε και τους καταδίκαζε, ενώ ο ίδιος παρακολουθούσε το φριχτό θέαμα. Θανάτωσε με τα πιο φριχτά βασανιστήρια τους αρματολούς Ευθύμιο Βλαχάβα και Κατσαντώνη, τον αλχημιστή Σέργιο, τον ιερομόναχο Δημήτριο και τόσους άλλους. Βαρύνεται, επίσης, ο Αλή Πασάς με την άνανδρη σφαγή των κατοίκων της ηρωικής Χειμάρρας και μάλιστα ανήμερα του Πάσχα του 1805, μέσα στις εκκλησίες.

Είναι πράγματι οι φρικαλεότητες του Αλή αμέτρητες. Έλεγαν ότι είχε ένα κομπολόι από αποξηραμένες θηλές μαστών που τις είχε αποκόψει από τις γυναίκες της επικράτειάς του, οι οποίες αρνούνταν να του στείλουν τα κορίτσια τους για το χαρέμι. Ο περιηγητής Thomas Smart Hughes γράφει ότι άκουσε στη Λευκάδα να παρομοιάζoυν τον Αλή με τον μυθικό τύραννο της Ηπείρου, τoν Έχετο, ο οποίος συνήθιζε να κόβει την μύτη και τα αυτιά των αντιπάλων του και να τα ρίχνει τροφή στους σκύλους του. Κατά τη διάρκεια του πολέμου με τους Σουλιώτες, γράφει ο J. C. Hobhouse, 20 έως 30 άτομα, αποκεφαλίζονταν κάθε τόσο, στους δρόμους των Ιωαννίνων. Ο Hughes γράφει στο οδοιπορικό του ότι ανάμεσα στο παζάρι των Ιωαννίνων και το Kάστρο υπήρχε ένας δρομάκος όπου γίνονταν οι πιο θηριώδεις εκτελέσεις προς παραδειγματισμό: «Έκαιγαν ανθρώπους σε σιγανή φωτιά, τους παλούκωναν ή τους έγδερναν ζωντανούς. Έκοβαν χέρια και πόδια και άφηναν το θύμα σε αυτή την κατάσταση μέχρι να ξεψυχήσει». Ο Πρόξενος της Αγγλίας στα Γιάννενα, George Foresti (Γεώργιος Φορέστης), γυρίζοντας κάποια μέρα από το σεράι της Λιθαρίτσας είδε έναν Έλληνα παπά, «αρχηγό ληστοσυμμορίας», καρφωμένο ζωντανό στον εξωτερικό τοίχο του παλατιού, «μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου» (πιθανόν να ήταν ο Δημήτριος ο Μοναχός). Το 1814 δυο Ευρωπαίοι έμποροι διαμαντιών ήρθανε στα Γιάννενα, για να του πουλήσουν την πραμάτεια τους, γνωρίζοντας την λατρεία του Αλή για τα ακριβά χρυσαφικά. Νύχτα τους έφεραν δέσμιους στο σεράι του, τους σκότωσαν και τους εξαφάνισαν, ενώ τα πολύτιμα εμπορεύματά τους κατέληξαν στο θησαυροφυλάκιο του Τεπελενλή. Τον πρόκριτο της Πωγωνιανής Νούλη Πολυζώη τόν δολοφόνησε βάζοντας τον κουρέα του, να τον ξυρίσει με λεπίδι εμποτισμένο με δηλητήριο. Δολοφόνησε επίσης τον οπλαρχηγό Αθανάσιο Τσανάκα από την Γότιστα, γιατί είχε υποστηρίξει τους Σουλιώτες. Ο Ibrahim Manzour, ο οποίος βρισκόταν στη υπηρεσία του Αλή, γράφει ότι παρακολούθησε τον λιθοβολισμό μιας Μουσουλμάνας στα Γιάννενα που είχε σχέσεις με έναν Ιταλό, ενώ είδε επάνω από σαράντα περιπτώσεις αντρών που κρεμάστηκαν, αποκεφαλίστηκαν, ενώ ακόμη και παλουκώθηκαν, γιατί είχαν καταδικαστεί από τον Αλή για μοιχεία. Πληροφορίες για αγριότητες του Αλή έχουμε από το χρονικό ενός Γάλλου αξιωματικού, του Barthélemy Bacheville: «Μια ημέρα», όπως γράφει, «έφεραν στον Αλή δυο κλέφτες. Αυτός έβαλε το ''μπόγια'' να τους κόψει, με μεγάλα ψαλίδια, την άκρη της μύτης τους, τα αυτιά και τα δάχτυλά τους. Έριξαν τα ματωμένα ξεφτίδια σε ένα δοχείο, πρόσθεσαν αλάτι και ξύδι και ανάγκασαν τους μελλοθάνατους να τα φάνε. Άλλη φορά, έβαλε δυο κατάδικους σε καζάνι με βραστό λάδι. Το λάδι και τα ξύλα έφεραν οι συγγενείς των θυμάτων.

Ο κατάλογος των αγριοτήτων και δολοφονιών του Αλή, δεν έχει ούτε αρχή αλλά ούτε και τέλος. Κατέσφαξε θηριωδώς τους πρόκριτους του Χόρμοβου και κατέστρεψε εντελώς το χωριό τους. Θανάτωσε -με ασιτία- το Μουσταφά Πασά του Δέλβινου, παρά την ένορκη συμφωνία τους. Δολοφόνησε το φίλο του Γιουσούφ Μπέη και τον Αργυροκαστρίτη Μαλίκοβο, ο οποίος είχε σώσει τη μητέρα του και την αδερφή του από τα χέρια των Γαρδικιωτών. Κατέστρεψε τα χωριά Νίβιτσα και Άγιο Βασίλειο στη Χειμάρρα και κατέσφαξε τους περισσότερους από τους κατοίκους τους. Αποπειράθηκε αμέτρητες φορές να δολοφονήσει τον, άλλοτε, φίλο του Ισμαήλ - Πασόμπεη. Στα 1792, έστησε ενέδρα στην Αμφιλοχία και σκότωσε τον γιο του προκατόχου του διοικητή των Ιωαννίνων, Αληζότ Πασά, το Χουσεΐν Μπέη, γιατί τον θεωρούσε επικίνδυνο εχθρό. Το 1816 κάλεσε στο σεράι τους ισχυρούς μπέηδες της Κλεισούρας Βελή και Χουσεΐν, τους αφόπλισε και τους αποκεφάλισε.

Γράφει ο Αθανάσιος Ψαλίδας στο χειρόγραφό του:

''Η πολιορκία των Ιωαννίνων'': «εφόνευσεν τον Ισούφμπεη Διμπράλη, ως εχθρόν του με ένα γράμμα γεμάτο σκόνην χημικήν, το οποίον ανοίγοντάς το εβρόντησε και τον εσκότωσε, από το οποίον επήραν οι εχθροί του τόσον φόβον, οπού όχι γράμματα του Αλή Πασά δεν έπιαναν, αλλ’ ουδέ και από τους ξένους έπιαναν».


Ο ακριβολόγος Sir Henry Holland, που έμεινε πολύ δίπλα στον Αλή, γράφει στο έργο του ''Travels in Ionian Islands, Epirus and Albania, 1812 - 1813'': «Είναι ένα μεγάλο παθητικό στη ζωή αυτού του άνδρα η σκληρότητά του, και οι αποδείξεις του θηριώδους και εκδικητικού χαρακτήρα του απλώνονται σε κάθε σελίδα της ιστορίας του. Η εκδίκησή του δεν είναι στιγμιαίο αίσθημα, που χορταίνει με την καταστροφή του εχθρού του, αλλά διαρκεί και μετά την πάροδο ετών και απαιτεί για την ικανοποίησή του ακόμη και τη θυσία των παιδιών και όλης της γενιάς του αντιπάλου. Π.χ κάποιος που του είχε προς στιγμή διαφύγει, έπεσε στα χέρια του στο διάστημα που ήμασταν στα Γιάννενα, δελεασμένος καθώς λέγανε, από υποσχέσεις. Τον έκοψαν σε κομματάκια και τα πέταξαν στον δημόσιο δρόμο στην περιοχή του σεραγιού.

Έτσι θανατώθηκε -από τον Αλή Πασά- το 1808 ο Παπαθύμιος - Βλαχάβας, αρχηγός του προεπαναστατικού κινήματος στη Θεσσαλία. Το σώμα του μελλοθάνατου, υψωνόταν με μια τροχαλία και αφηνόταν να πέσει πάνω σε τσιγκέλια δηλαδή γάντζους, που ήταν στερεωμένα σε μόνιμο ικρίωμα, σε τοίχο ή σε ειδική βάση. Σε περίπτωση που τα τραύματα δεν ήταν καίρια έμενε καρφωμένος για πολλές ημέρες και πέθαινε - από την αγωνία και την κακοπάθεια. Κι άλλοι πολλοί Ελληνες επίσης. Ένας από τους λόγους που η μορφή του Αλή Πασά απέκτησε διαστάσεις θρύλου, ήταν και η ταύτιση του με, κάθε είδους, βασανιστήρια. Όμως ήταν επόμενο σε ένα δεσποτικό κράτος, όπως το Οθωμανικό, οι βασανισμοί να καταλαμβάνουν πολύ σημαντική θέση στο σύνολο των κατασταλτικών μηχανισμών, που διέθετε η οθωμανική εξουσία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι εκτελέσεις γίνονταν με την παρουσία πλήθους ντόπιων κατοίκων και είχαν χαρακτήρα επίσημης και πανηγυρικής τελετής. Τα κεφάλια των ληστών, στασιαστών, γενικότερα των εχθρών του κράτους, αλλά και επαρχιακών παραγόντων, όπως π.χ. τοπαρχών και άλλων αξιωματούχων, που θανατώνονταν με σουλτανική εντολή, αποστέλλονταν στην Κωνσταντινούπολη, όπου και εκτίθενταν στο χώρο μπροστά από την κύρια είσοδο των ανακτόρων. Συχνά τα κεφάλια αυτά συγκροτούσαν μια μακάβρια πυραμίδα από την οποία και αναδυόταν απαίσια οσμή. Αναφέρεται πως καθημερινά υπήρχαν εκτεθειμένα 10 - 15 κομμένα κεφάλια. Περί τα μέσα του 17ου αιώνα υπήρξε περίοδος που ο αριθμός αυτός ανερχόταν σε 500 κεφάλια καρφωμένα στην άκρη λόγχης, ή στοιβαγμένα με τρόπο ώστε να σχηματίζουν ένα μικρό λοφίσκο. Τα κομμένα στην επαρχία κεφάλια αποστέλλονταν στην Κωνσταντινούπολη για έκθεση μέσα σε τρίχινο τορβά, δηλαδή ταγάρι, γεμάτο μέλι για να αποφευχθεί η σήψη, συνήθεια από την οποία προέρχεται και η έκφραση στη Νεοελληνική «έβαλε το κεφάλι του στον τουρβά». Στα Γιάννενα του Αλή υπήρχε και ''συνοικία των τσιγκελιών'' (στη συμβολή των σημερινών οδών Ι. Βηλαρά - Κομνηνών), όπου ζούσαν ''οι Τουρκοαθίγγανοι'', που είχαν ειδικότητα στο φρικώδες αυτό βασανιστήριο. Σύμφωνα με τους βιογράφους του Τεπελενλή, «εκεί ερρίπτοντο ζώντες επί σιδηρών αιχμηροτάτων αρπαγών (τζεγκελίων), εφ’ ων, εμπηγνομένων επί του σώματος των, έμενον αιωρούμενοι και αφήνονταν επί ημέρας εκεί, μέχρις ού εξέπνεον, ασπαίροντες υπό φρικώδεις πόνους και άσβεστον δίψαν».


Το καλοκαίρι του 1820 ο Τεπελενλής ως άλλος Νέρωνας έκαψε τα Γιάννενα, προκειμένου να ελέγχει τις κινήσεις των πολιορκητών του. Γράφει ο αυτόπτης μάρτυρας Αθανάσιος Ψαλίδας: «Τες 25 όμως Αυγούστου έβαλαν οι γκέγκηδες φωτιά στου Μαρίνου Κωνσταντίνου το σπίτι και εις άλλες μεριές του παζαριού, και εκάηκαν και τα παλάτια και τα σεράγια, η μητρόπολις, ο άγιος Νικόλαος. Τα δύο σχολεία με τις βιβλιοθήκες τους και τις φυσικές μηχανές, του Καπλάνη και του Ζωσιμά, όλος ο αρχοντομαχαλάς και καθεξής το άνθος της πολιτείας όλο. Και στις 27 δεύτερη φωτιά έγινε και εκάηκεν η Αγία Μαρίνα η θαυμαστή και ο Μεκχεμές με όλα εκείνα τα σπίτια, οπού ήταν ολόγυρα, Τούρκικα και Ρωμαίικα, και η τρίτη πυρκαγιά έκαψε μερικά σπίτια στην Καλούτζαμση, και έτζι έγινε η πόλις θέαμα ελεεινόν, αξιοθρήνητον, άθλιον και αποκρουστικόν». Η λεηλασία που ακολούθησε ήταν χωρίς προηγούμενο. «Επιπεσόντες ως αρπακτικά όρνεα διήρπασαν εν ριπή οφθαλμού πάν ότι εύρον εν ταις ερημωθείσαις οικίας, απήλθον δε συναποκομίζοντες τα λάφυρα άτινα λόγω του υπάρχοντος τότε εν τη πόλει πλούτου, ήσαν πλουσιώτατα». Τα Γιάννενα ερήμωσαν. Όλος σχεδόν ο πληθυσμός τους εγκατέλειψε τρομοκρατημένος την άλλοτε λαμπερή πρωτεύουσα και κατέφυγε στα γύρω μέρη, ιδίως στο Ζαγόρι. Στις 22 Οκτωβρίου του 1798, 300 γάλλοι γρεναδιέροι, 600 πρεβεζάνοι πολιτοφύλακες και 60 σουλιώτες, βάλθηκαν να σταματήσουν το ασκέρι του Αλή Πασά που με 8000 άνδρες έβαλε στόχο να χαλάσει την Πρέβεζα. Κάτι που κατεληξε όμως  σε πανωλεθρία των πρώτων. Την επόμενη μέρα 13 και 14 Οκτωβρίου 1798 τα Τουρκαλβανικά στρατεύματα εισήλθαν στήν Πρέβεζα όπου ακολούθησε σφαγή, ο αποκαλούμενος Χαλασμός της Πρέβεζας. Ο Αλή αποκεφάλισε όσους κατοίκους της είχαν συλληφθεί και παρέδωσε την πόλη στις φλόγες. Στη συνέχεια πραγματοποίησε θρίαμβο στα Γιάννινα με τους αιχμαλώτους, Έλληνες και Γάλλους, να κρατούν τα κομμένα κεφάλια των συμπολεμιστών τους, υπό τις επευφημίες του αλβανικού στοιχείου της πόλης, που είχε παραταχθεί κατά μήκος της διαδρομής. Τις επόμενες ημέρες ο Αλή Πασάς έστειλε πεσκέσι στον σουλτάνο Σελίμ Γ' τέσσερα τσουβάλια με τα κεφάλια Ελλήνων και Γάλλων μαχητών, μαζί με εννέα γάλλους αξιωματικούς για ανάκριση, ανάμεσά τους και ο στρατηγός Λα Σαλσέτ. Ο ίδιος κράτησε ως λάφυρο ένα ''ασημένιο δισκοπότηρο'', από το Ναό του Αγίου Χαραλάμπους, στο οποίο του άρεσε να πίνει το αγαπημένο του ρακί, αν και ήταν Μωαμεθανός.



15 ολόκληρα χρόνια πολεμούσε τούς Σουλιώτες. Το Δεκέμβριο του 1803, οι Σουλιώτες αναγκάστηκαν κι υπέγραψαν συνθήκη ειρήνης με το Βελή, σύμφωνα με την οποία ήταν μεν υποχρεωμένοι να αφήσουν τις εστίες τους, αλλά εντελώς ελεύθεροι να εγκατασταθούν όπου ήθελαν, μαζί και με την κινητή περιουσία τους. Όταν όμως, 1.000 Σουλιώτες, κατευθύνθηκαν προς το Ζάλογγο περικυκλώθηκαν από τους στρατιώτες του Αλή και δέχτηκαν αιφνιδιαστική επίθεση. Εξήντα -περίπου- γυναίκες όταν είδαν την εξόντωση των αντρών τους, αποφάσισαν να αυτοκτονήσουν πέφτοντας στο γκρεμό κρατώντας τα μικρά παιδιά τους στην αγκαλιά. Από την καταστροφή ξέφυγαν 78 Σουλιώτες, που, μαζί με άλλες 28 οικογένειες, οχυρώθηκαν στον Πύργο του Δημουλά, στο χωριό Ρηνιάσα, με επικεφαλής τη Δέσπω Μπότση - Σέχου, η οποία -για να μην παραδοθούν- έβαλε φωτιά στο μπαρούτι, και τινάχτηκαν στον αέρα. Παράλληλα, ο τελευταίος που έμεινε στο Σούλι, ο καλόγερος Σαμουήλ, ανατινάζεται, και αυτός, στην Αγία Παρασκευή στο Κούγκι. Πολλοί Σουλιώτες σκοτώθηκαν, άλλοι διέφυγαν στα βουνά και οι υπόλοιποι οδηγήθηκαν ως αιχμάλωτοι στα Γιάννενα, όπου φυλακίστηκαν, ή εξορίστηκαν στα διάφορα φρούρια, ή αναγκάστηκαν να εργαστούν στα κτήματα του Αλή. Δεν υπάρχει ένας Σουλιώτης οπλαρχηγός που να μην βρέθηκε -έστω κάποια στιγμή- στην φρουρά του, ως αιχμάλωτος, ή ως όμηρος. Ο Κίτσος Γ. Μπότσαρης, με 1.148 άτομα, καταφέρνει να φτάσει στα Άγραφα και να οχυρωθούν στο μοναστήρι του Σέλτσου. Όμως -μετά από πολιορκία τεσσάρων μηνών, υπέκυψαν στους υπέρτερους αριθμητικά αντιπάλους τους. Εκατόν εξήντα Σουλιώτισσες βλέποντας ότι θα έπεφταν στα χέρια του εχθρού, κατάφεραν να φτάσουν στα απόκρημνα βράχια του παρακείμενου ποταμού και να αυτοκτονήσουν πέφτοντας στα αφρίζοντα νερά του, μαζί με τα παιδιά τους, αφού πρώτα προσπάθησαν να αμυνθούν με μαχαίρια, ξύλα και πέτρες. Από τους υπερασπιστές διασώθηκαν μόλις 48 άντρες και μια γυναίκα. Μαζί τους και ο νεαρός γιος του Κίτσου, ο μετέπειτα εθνικός ήρωας, ο περίφημος Μάρκος Μπότσαρης. Όμως δεν είχε την ίδια τύχη η 19χρονη ετεροθαλής αδερφή του, η Λένω Μπότσαρη (1785 - 1804), η οποία αφού πολέμησε γενναία, προσπάθησε να διαφύγει. Όταν περικυκλώθηκε από τους Τουρκαλβανούς ρίχτηκε και πνίγηκε στα νερά του Αχελώου. Το σημείο από το οποίο έπεσε έμεινε γνωστό ως '' το πήδημα της καπετάνισσας''. Η μάχη του Σέλτσου αφάνισε κυριολεκτικά τη φάρα των Μποτσαραίων.


Έχουν διασωθεί πάμπολλα περιστατικά από την ταραχώδη δημόσια και ιδιωτική ζωή του Αλή, προερχόμενα από γραπτές μαρτυρίες και από την προφορική παράδοση. Άλλα από αυτά προκαλούν μειδίαμα και άλλα ρίγη φρίκης. Τους επιφανείς τούς θανάτωνε με σφυροκόπημα, ανασκολοπισμό, βγάλσιμο ματιών, χύσιμο χυτού μολυβιού κ.λπ., ενώ τους ασήμαντους τους απαγχόνιζε ή απλώς τούς αποκεφάλιζε. Ηθελε να τον συγκρίνουν (τρομάρα του) με τον αρχαίο Ηπειρώτη βασιλιά Πύρρο Β' (Μπούρους τον έλεγε) που θεωρούσε ότι ήταν απόγονός του, όπως αναφέρει ο Leake και τον Αλέξανδρο, που ήταν και οι μοναδικές μεγάλες ιστορικές προσωπικότητες που γνώριζε. Κατεχόταν μονίμως από τον φόβο της δολοφονίας. Κάθε βραδιά άλλαζε κρεβατοκάμαρα, ακόμη και σεράι. Φοβότανε τόσο πολύ μήπως τον δηλητηριάσουν, ώστε έπαιρνε εξωφρενικά μέτρα προστασίας. Προτού να αρχίσει να τρώει δοκίμαζε το φαγητό του ένας έμπιστος υπηρέτης. Δεν άνοιγε ποτέ ο ίδιος τα γράμματα, μην τυχόν και τον δηλητηριάσουν με κάποια σκόνη. Ηταν πονηρός καί φιλόδοξος. Όταν αρρώσταινε τον έπιανε πανικός. Καλούσε τους καλύτερους ξένους και Έλληνες γιατρούς να τον θεραπεύσουν, αποφεύγοντας τους Μουσουλμάνους και τους Εβραίους. Έταζε πλούτη, ελευθέρωνε φυλακισμένους, πρόσταζε τους δερβίσηδες να κάνουν δεήσεις στον Αλλάχ για τη σωτηρία του, αλλά και τους χριστιανούς παππάδες. Μερικές φορές στο τελευταίο τέταρτο της σελήνης κατά την εποχή που άρχιζαν οι βροχές, τον καταλάμβαναν κρίσεις και παροξυσμοί. Τότε, κανείς δεν τολμούσε να τον πλησιάσει. Εβαζε φόρους δισβάσταχτους κι όποιος δεν επλήρωνε έχανε ολόκληρη την λεία του, την οποία θα έπαιρναν οι φοροεισπράκτορές του. Ένας θυμόσοφος γέρο-ψαράς βλέποντας να χάνει το βιός του, και τα ψάρια του να φορτώνονται από τους υποτακτικούς του Πασά, είπε το πασίγνωστο «φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο», που από τότε έμεινε παροιμιώδες. Ο Γάλλος αξιωματικός και περιηγητής Barthélemy Bacheville, γράφει ότι κάποτε ο Αλής συνάντησε έναν Έλληνα γέροντα, που του έμοιαζε πολύ. Έβαλε να του κόψουν το κεφάλι και να το στείλουν, σαν δικό του, στους εχθρούς του. Και ενώ εκείνοι πανηγύριζαν για το χαμό του, αυτός επιτέθηκε ξαφνικά εναντίον τους και τους εξόντωσε όλους! Ηταν επίσης Δοξομανής, άρπαξ ακόρεστος, φιλέκδικος, ύποπτος, άπληστος, αλλοπρόσαλλος, μνησίκακος, αιμοχαρής, φιλοπόλεμος, υποκριτής στους αλλοεθνείς, κρυψίνους πολλάκις και εις τους ευνοϊκούς του, φιλάργυρος, αλλά για να κερδίσει τον σκοπό του, εσκόρπιζε αφειδώς τα χρήματα.

Στον Howe Peter Browne 2nd Marquess of Sligo (1788 - 1845) πούλησε τους κίονες του θησαυρού του Ατρέα, οι οποίοι έμειναν για εκατό περίπου χρόνια στο μέγαρό του στην Ιρλανδία, ώσπου το 1904 αναστηλώθηκαν και τοποθετήθηκαν στο Βρετανικό Μουσείο. Στα τέλη του1808 έστειλε ένα πολύ κολακευτικό γράμμα στο λόρδο Elgin, με το οποίο του υποσχόταν πως, σε κατάλληλη περίσταση, θα φροντίσει να τον εξυπηρετήσει. Ο Pouqueville γράφει ότι όταν ο Βελής ήταν διοικητής του Μοριά ο γιατρός του Luigi Frank που είχε μείνει οκτώ χρόνια στα Γιάννενα κοντά του, έλαβε από αυτόν ως δώρο έναν Απόλλωνα μια κεφαλή γοργόνας και πολλά ακόμη έργα, που τα είχε βρει ο Βελής σε ανασκαφές στο Άργος. Έκανε ανασκαφές στις Μυκήνες και το Άργος το 1809, πουλώντας τα ευρήματα στους πολυάριθμους Άγγλους που βρίσκονταν στην Ελλάδα εκείνο τον καιρό. Το 1813 έδωσε άδεια σε μια ολόκληρη ομάδα διάσημων αρχαιοκαπήλων (Charles Robert CocNerell, Otto Magnus von Stackelberg, Peter Oluf Βröndsted, John Foster κ.ά.) να κάνουν ανασκαφές στο ναό του Επικούριου Απόλλωνα στις Βάσσες της Αρκαδίας, προσδοκώντας πλούσιο μερίδιο από την πώληση των θησαυρών. Οταν διαπίστωσε ότι τα ευρήματα δεν ήταν από χρυσάφι ή ασήμι, απογοητευὀταν και δεν έκρυβε τη δυσαρέσκειά του. Βλέποντας τους αρχαίους πολεμιστές με τις ασπίδες νόμισε πως ήταν... χελώνες. Πήρε επίσης 400 λίρες, και έδωσε άδεια για την εξαγωγή γλυπτών. Ανάμεσά τους και το μοναδικό Κορινθιακό κιονόκρανο του ναού του Απόλλωνα. Στην αρχαία Απολλωνία έβαλε και έσκαψαν και ευρήκαν δύο μεγάλα αγάλματα τα οποία μετακόμισαν αμέσως στην Βελεγράδα Σε επιστολή του προς το Γάλλο υπουργό των εξωτερικών, ο Pouqueville αναφέρει ότι υπήρχαν στο σεράι 22 αρχαιοελληνικά ανάγλυφα και αγάλματα, ενώ κάνει λόγο για αρκετές Ετρουτσκικές αρχαιότητες που βρίσκονταν στην κατοχή του Αλή. Στην ίδια αναφορά του γράφει ότι εξασφάλισε άδεια για ανασκαφές στη Νικόπολη, τη Φοινίκη της Βορείου Ηπείρου, τη Λάρισα, τα Φάρσαλα και την Ιερά Οδό των Αθηνών. Σε κάποιο σημείο των έργων του ο Γάλλος πρόξενος αναφέρει ότι ο Αλής έκανε και ο ίδιος ανασκαφές. Μάλιστα ισχυρίζεται ότι, όπως του είπε, στη Βελά βρήκε ένα κεφάλι κολοσσιαίου αγάλματος, που ήταν «χοντρό σαν το κεφάλι βουβαλιού». Όταν τον Ιούνιο του 1795 επισκέφτηκε τα Γιάννενα ο Άγγλος φυσιολόγος αρχαιολόγος και φανατικός συλλέκτης John Hawkins, ο Αλής του δώρισε ένα χάλκινο αγαλματίδιο του Ερμή, και το 1798 -στη δεύτερη επίσκεψή του- του πούλησε ένα μικρό χάλκινο ανάγλυφο, που παριστάνει την Αφροδίτη. Ακόμη, τον άφησε να πάρει μαζί του και άλλα τέσσερα μαρμάρινα ανάγλυφα και μια επιγραφή, τα οποία σήμερα βρίσκονται τοποθετημένα σε ένα τοίχο της οικογενειακής έπαυλης των Hawkins στο Bignor Park, στο Sussex. Ο Ερμής έχει ύψος μόλις 30 εκ., κάθεται σε ένα βράχο και στα πόδια του απεικονίζεται ένας πετεινός. Τα δύο ανωτέρω γλυπτά ανακαλύφτηκαν το 1792 - 1793 -σε ένα «αρχαίο χωνευτήριον (χυτήριο) μετάλλων»- από ένα διερμηνέα του Αλή στη Λιμπόνι της Παραμυθιάς -κοντά στην αρχαία Φωτική- και εικάζεται ότι βρίσκονταν σε κάποια Ρωμαϊκή έπαυλη της περιοχής. Εκτιμάται ότι είναι έργα του 2ου μ.Χ. αιώνα και αποτελούνε αντίγραφα των Ελληνικών πρωτοτύπων, που χρονολογούνται στον 3ο π.Χ. αιώνα και αποδίδονται σε γλύπτες της σχολής του Λυσίππου. Συνολικά τα ευρήματα ήταν 21, όλα χάλκινα (Αφροδίτη, Δίας, Απόλλων, Κάστωρ κ.ά.). Όπως γράφει ο ίδιος ο John Hawkins «τα κατείχε ο έμπορος των Ιωαννίνων Demetrius Vassili (μάλλον πρόκειται για το σύζυγο της Κυρά - Φροσύνης, Δημητρό Βασιλείου, που ήταν επίσης έμπορος), ο οποίος στη συνέχεια τα έστειλε στην Πετρούπολη, για να τα αγοράσει η Μεγάλη Αικατερίνη».
Η Τσαρίνα όμως πέθανε και έτσι τα αγόρασε ο Άγγλος αρχαιόφιλος και κλασσικός μελετητής Richard-Payne Knight (1750 - 1824), ο οποίος, με την διαθήκη του, δώρισε, τα περισσότερα, στο British Museum του Λονδίνου, όπου και βρίσκονται σήμερα, μαζί με τα εικονιζόμενα δύο γλυπτά του John Hawins.


Στις 21 Ιανουαρίου του 1822 ο Χουρσίτ καλεί τους αξιωματικούς του και τους διαβάζει ένα πλαστό φιρμάνι, σύμφωνα με το οποίο ο Αλή Πασάς κηρύσσεται ''φιρμανλής'', δηλαδή ένοχος εσχάτης προδοσίας και θα τιμωρηθεί με αποκεφαλισμό. Διορίζει τον Κιοσέ-Μεχμέτ Πασά εκτελεστή της απόφασης και πληροφορεί τον Αλή ότι η δήθεν αμνηστία έφτασε. Το απομεσήμερο της 5ης Φεβρουαρίου 1822 ο Κιοσέ συνοδευόμενος από πολυάριθμη στρατιωτική δύναμη αποβιβάζεται στο νησί και πλησιάζει στο μοναστήρι, κρατώντας ανοιχτό στο στήθος του το πλαστό φιρμάνι. Ο Αλής με τους λίγους πιστούς σωματοφύλακές του στεκόταν στον εξώστη των κελιών. Βλέποντας όμως ότι οι απεσταλμένοι ήταν πάνοπλοι, υποψιάστηκε τον δόλο και πρόσταξε με τη βροντερή φωνή του: «Μη κουνηθεί κανένας, αν δεν δώ με τα ίδια μου τα μάτια τι γράφει το φιρμάνι». Ο Μεχμέτ και η συνοδεία του προχώρησε μερικά βήματα δείχνοντας το ''φιρμάνι'' στον Πασά και του ζητήσανε να υποταχθεί. Αντί για άλλη απάντηση αυτός άδειασε το πιστόλι του επάνω τους, χωρίς όμως να πετύχει τον Μεχμέτ, ο οποίος ανταπέδωσε τα πυρά, πλήγωσε τον Βεζύρη στο αριστερό του χέρι, όρμησε επάνω του, τον έσφιξε, και φώναξε στον Καφτάν αγά να τον χτυπήσει με το χατζάρι του, αλλά ο σωματοφύλακας του Αλή, Φεΐμ Τσάμης, τον πυροβόλησε και τον άφησε στον τόπο. Συγχρόνως ο Κιοσέ Μεχμέτ κατέβηκε από τον εξώστη και γύρισε στην αυλή του μοναστηριού. Η μάχη γενικεύτηκε ενώ ο πληγωμένος Αλής αποσύρθηκε σε ένα από τα κελιά. Το αίμα του έτρεχε σαν βρύση από τον τραυματισμό του και ο ίδιος σωριάστηκε σε ένα στρώμα. Δυο ένοπλοι Τούρκοι μπήκαν στο υπόγειο που ήταν κάτω από το κελί, είδαν -από τις χαραμάδες του ξύλινου πατώματος όπου ήταν ξαπλωμένος- τον πυροβόλησαν και τον εκτέλεσαν. Όλα τελείωσαν. Κάθε αντίσταση σταμάτησε. Ο Μεχμέτ έκοψε το κεφάλι του και το πήγε στον Χουρσίτ. Την κεφαλή του Αλή Πασά τοποθέτησαν επάνω σε πορφυρό δίσκο και την έφεραν στον αρχιστράτηγο των Τούρκων - τον Χουρσίτ.


http://greekworldhistory.blogspot.com/
www.zosimaia.gr/data/magazine/zosimades
βικιπαίδεια
Μηχανή του χρόνου