Ο Εθνικός μας Ύμνος στα Ουγγρικά

 

Ο Ύμνος στην Ελευθερία του Σολωμού έχει απήχηση που ξεπερνάει τα στενά εθνικά μας όρια. Την αξία της Ελευθερίας την ξέρουν καλά οι Ούγγροι.



https://www.youtube.com/watch?v=SbC1XVvQVOQ&t=3s

Τα Ελληνόπουλα πού μάς κάνουν υπερήφανους

 

Τα Ελληνόπουλα πού μάς κάνουν υπερήφανους με της σχολικές γιορτές που δεν έγιναν στην Ελλάδα. Δείτε το συγκινητικά Μηνύματα από τους μαθητές του Ημερήσιου σχολείου του Αγίου Δημητρίου Αστορίας στην Νέα Υόρκη.


https://www.youtube.com/watch?v=gJMyn39g4h0

Η Εκκλησία που φυλάει την καρδιά του Υψηλάντη εδώ και 160 έτη

 

Στο Ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Λίγα μόλις μέτρα από την πλατεία Συντάγματος, στο κέντρο της Αθήνας βρίσκεται ένα καλά κρυμμένο μυστικό. Εδώ και 160 χρόνι φυλάσσονται ως Εθνικό Κειμήλιο οι βαλσαμωμένες καρδιές του Αλεξάνδρου και Δημητρίου Υψηλάντη, σε αργυρή και επίχρυση λήκυθο. Πώς έγινε όμως αυτό; Ήταν η Πριγκίπισσα Μαρία, σύζυγος του Γεωργίου Υψηλάντη που φρόντισε να τοποθετηθούν εκεί και να φυλαχτούν οι δύο καρδιές, χωρίς να κοινοποιηθεί το γεγονός. Ήταν η τελευταία επιθυμία του Πρίγκιπα Αλέξανδρου Υψηλάντη, Αρχηγού της Ελληνικής Επανάστασης. Φυλακίστηκε από τους Αυστριακούς στον Πύργο Μπουγκάτς και πέθανε στην Βιέννη το 1828. Η επιθυμία του ήταν η καρδιά του να βαλσαμωθεί και να ταφεί στην Ελλάδα. Την τελευταία του επιθυμία πραγματοποίησε ο αδελφός του Γεώργιος που την έφερε και την φύλαξαν στην αρχή στον Ιερό Ναό της Αγίας Ειρήνης το έτος 1832.





Να πούμε, εδώ, ότι μετά την Ελληνική Επανάσταση ο Αλέξανδρος Υψηλάντης αποσύρθηκε απογοητευμένος στη Βιέννη, όπου πέθανε πάμφτωχος  και σχεδόν ξεχασμένος. Αλλά ο ίδιος δεν διανοήθηκε να ξεριζώσει την Ελλάδα από μέσα του. Η τελευταία επιθυμία του ήταν να αφαιρεθεί η καρδιά από το σώμα του και να μεταφερθεί στην αγαπημένη ελεύθερη πλέον πατρίδα του! 



https://exploringgreece.tv/athina/

Ιερά Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου κι η μάχη του Ιμπραήμ με τούς 100 Μοναχούς


Ήλθε, λοιπόν, και η ώρα του Μεγάλου Σπηλαίου! Με 10.000 μαχητές, μεταξύ των και πολλοί προσκυνημένοι, με αρχηγό τους τον περίφημο Νενέκο, o Ιμπραήμ ήλθε και στρατοπέδευσε απέναντι από την ιστορική Μονή.Θεωρώντας εύκολη λεία την Μονή και τους 100 περίπου Μοναχούς της εθεώρησε καλό, με μια επιστολή του, να τους καλέση να παραδοθούν, ώστε να αποφευχθή μια εκ των προτέρων χαμένη γι’ αυτούς μάχη. Έτσι όμως εδόθη η ευκαιρία για να φανή για μια ακόμη φορά όχι μόνο το υψηλό φρόνημα των Μοναχών, αλλά και την ανεπανάληπτη προσφορά της Εκκλησίας στην Ελληνική Πατρίδα μας! Σας παραθέτουμε την επιστολή του Ιμπραήμ Πασά πρός τους Μοναχούς.

Ευγενέστατε ηγούμενε και επίλοιποι παπάδες και καλόγεροι Μεγάλου Σπηλαίου.

Σας σημειώνω ότι είμεθα φερμένοι με τον υψηλότατον Ιμβραήμ Πασάν αφέντη μας εις κάμπον Καλαβρύτων εδώ και τέσσαρες ημέρες προτηνότερα και έχομεν μεγάλας ορδινίας και ετοιμασίας δια την πολιορκίαν Μοναστηρίου Μεγάλου Σπηλαίου. Και ως τάχυ προσμένομεν να μας έλθουν και τόπια και αι μπόμπες και αρκετά σύνεργα δια μήνες και έπειτα από μία ή και δυό ημέρας να ρίξωμεν τα αρδιά μας περί πολιορκίας του μοναστηρίου. Και εις αυτά τα μέρη, δια τούτο σας φανερώνω ότι να λυπηθήτε το μοναστήρι σας να μην τύχη και χαλάση και ο,τι εις τον άλλον καιρόν δεν εχάλασε μην τύχη και χαλάση τώρα. Και μάλιστα οι πλέον άγνωθοι από λόγου σας ήρθαν και προσεκύνησαν εις αφέντη μας και εγλύτωσαν τα χωριά τους. Και τόσον λαό και την ζωήν τους και το πράγμα τους. Λοιπόν του λόγου σας είσθε γνωστικότεροι από εκείνους και θέλει στοχασθήτε το κάθε πράγμα καλλίτερα. Παρά πάνω δεν σας γράφω θέλει πληροφορηθήτε και από το γράμμα του φίλου μου του Φωτήλα, θέλει σας συμβουλεύση ο ίδιος. Ηγούμενε, θέλει στοχασθής τούτο το κίνημα των Ρωμαίων δεν θέλει εύγη σε κεφάλι, λοιπόν σαν φρόνιμος οπού είσαι στοχάσου βαθειά πως δεν ευρίσκεις καλό τέλος και θα είσαι νικημένος. Θέλεις ηξεύρη ότι αυτό όπου σας γράφω, το γράφω μετά του υψηλοτάτου αφέντη μας τον ορισμόν, και να με αποκριθήτε εις τα όσα σας γράφω.

ΣΑΜΗ ΕΦΕΝΤΗΣ
ΣΕΓΝΕΖΤΙΠΗ ΕΦΕΝΤΗΣ 

Τη 21η Ιουνίου 1827

Και τώρα διαβάστε την υπερήφανη απάντηση Μοναχών του Μεγ. Σπηλαίου προς τον αιμοβόρο κατακτητή.

 Υψηλότατε αρχηγέ των Οθωμανικών αρμάτων, χαίρε.
Ελάβαμεν το γράμμα σου και είδομεν τα όσα γράφεις, ηξεύρομεν πως είσαι εις τον κάμπον των Καλαβρύτων πολλάς ημέρας και ότι έχεις όλα τα μέσα του πολέμου. Ημείς δια να προσκυνήσωμεν είναι αδύνατον, διότι είμεθα ορκισμένοι εις την πίστιν μας, η να ελευθερωθώμεν η να αποθάνωμεν πολεμούντες και κατά το χαΐνι μας δεν γίνεται να χαλάση ο ιερός όρκος της πατρίδος μας. Σε συμβουλεύουμε όμως να υπάγης να πολεμήσης σε άλλα μέρη, διότι, αν έλθης εδώ να μας πολεμήσης και μας νικήσης, δεν είναι μεγάλον κακόν, διότι θα νικήσης παπάδες, αν όμως νικηθής, το οποίον ελπίζομεν άφευκτα, με την δύναμιν του Θεού, διότι έχομεν και θέσιν δυνατήν και θα είναι εντροπή σου και τότε οι Έλληνες θα εγκαρδιωθούν και θα σε κυνηγούν πανταχού. Ταύτα σε συμβουλεύομεν και ημείς, κάμε ως γνωστικός το συμφέρον σου, έχομεν και γράμματα από την βουλήν και από τον αρχιστράτηγον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην, ότι εις πάσαν περίπτωσιν πολλήν βοήθειαν θα μας στείλη, παλληκάρια και τροφάς και ότι, η θα ελευθερωθώμεν τάχιστα, η θα αποθάνωμεν κατά τον ιερόν όρκον της Πατρίδος.

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Ηγούμενος
 και οι συν εμοί Παπάδες και Καλόγεροι
Τη 22α Ιουνίου 1827, Μέγα Σπήλαιον


Η συνέχεια εδόθη με τα όπλα! Οι Μοναχοί, εκατό (100) περίπου κατά την εποχή εκείνη, με εντολή του Ηγουμένου τους, έβγαλαν τα ράσα τους, εφόρεσαν φουστανέλλες, επήραν τα όπλα και άρχισαν την άμυνα! 100 αγωνιστές της ελευθερίας εναντίον 10.000 επιτιθεμένων του Τούρκου κατακτητή!Αρχιστράτηγος από την πλευρά των Μοναχών η Υπέρμαχος Στρατηγός η Υπεραγία Θεοτόκος. Ήταν η 24η Ιουνίου του 1827! Μια ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΗΜΕΡΑ της Ελληνικής ιστορίας! 

Ας σημειωθή, ότι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, προνοώντας, είχεν αποστείλει εγκαίρως στην περιοχή μια δύναμη απο 600 άνδρες-αγωνιστές. Οι οποίοι όμως, όταν είδαν το πλήθος των μαχητών του Ιμπραήμ Πασά έσπευσαν να κρυφθούν!!! Όταν όμως είδαν τους Μοναχούς του Μεγάλου Σπηλαίου να ρίπτωνται στη μάχη, ένοιωσαν ντροπή, οπότε ξεχύθηκαν και αυτοί στη μάχη. «Κοκκίνισαν, ξεροκατάπιαν από ντροπή, βλέποντας τους Μοναχούς ανεβασμένους σε δένδρα κλπ. να αμύνωνται» σημειώνει ο ιστορικός Φωτάκος, και ρίχτηκαν στη μάχη!Η συνέχεια εδόθη με τα όπλα! Οι Μοναχοί, εκατό (100) περίπου κατά την εποχή εκείνη, με εντολή του Ηγουμένου τους, έβγαλαν τα ράσα τους, εφόρεσαν φουστανέλλες, επήραν τα όπλα και άρχισαν την άμυνα! 100 αγωνιστές της ελευθερίας εναντίον 10.000 επιτιθεμένων του Τούρκου κατακτητή!Αρχιστράτηγος από την πλευρά των Μοναχών η Υπέρμαχος Στρατηγός η Υπεραγία Θεοτόκος. Ήταν η 24η Ιουνίου του 1827! Μια ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΗΜΕΡΑ της Ελληνικής ιστορίας! 

Ας σημειωθή, ότι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, προνοώντας, είχεν αποστείλει εγκαίρως στην περιοχή μια δύναμη απο 600 άνδρες-αγωνιστές. Οι οποίοι όμως, όταν είδαν το πλήθος των μαχητών του Ιμπραήμ Πασά έσπευσαν να κρυφθούν!!! Όταν όμως είδαν τους Μοναχούς του Μεγάλου Σπηλαίου να ρίπτωνται στη μάχη, ένοιωσαν ντροπή, οπότε ξεχύθηκαν και αυτοί στη μάχη. «Κοκκίνισαν, ξεροκατάπιαν από ντροπή, βλέποντας τους Μοναχούς ανεβασμένους σε δένδρα κλπ. να αμύνωνται» σημειώνει ο ιστορικός Φωτάκος, και ρίχτηκαν στη μάχη!

Αποτέλεσμα; Οι Μοναχοί ενίκησαν τον Ιμπραήμ Πασά! Και αυτή ήταν η τελευταία Μάχη κατά του τούρκου κατακτητή. Μια μεγάλη Μάχη διά της οποίας επισφραγίσθηκε η απελεθέρωσις της Πατρίδος μας! Η μάχη για την ΑΝΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΜΑΣ, ΕΠΕΙΤΑ ΑΠΟ 400 ΧΡΟΝΩΝ ΔΟΥΛΕΙΑΣ, λοιπόν, άρχισε στην ιστορική Ιερά Μονή της Αγίας Λαύρας στις 21 Μαρτίου 1821, επισφραγίσθηκε δε με την μεγάλη Μάχη της επίσης ιστορικής Μονής του Μεγάλου Σπηλαίου στις 24 Ιουνίου 1827! 


https://www.ekklisiaonline.gr/arxontariki/




Η ΗΡΩΙΔΑ ΚΡΙΤΣΩΤΟΠΟΥΛΑ ΡΟΔΑΝΘΗ

 

Στα απίστευτα ιστορικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν με τους Τούρκους κατακτητές της Κρήτης,την περίοδο 1817-1823,έπαιξε σημαντικό και πρωτεύοντα ρόλο η κόρη του πρωτόπαπα της Κριτσάς «Ροδάνθη». Οι γονείς της κατασφάχθηκαν από τους Τούρκους και η Ροδάνθη αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να σκληρύνει τον χαρακτήρα της, πολέμησε με λύσσα την Τουρκιά. Οι αγώνες και τα κατορθώματά της για τη λευτεριά έγιναν τραγούδι και θρύλος. Ο Διαλυνομιχάλης ένας ποιητής αντάξιος μεγάλων έγραψε σε υπέρμετρο δεκαπεντασύλλαβο την ζωή της, όπως ο ίδιος την πληροφορήθηκε από ένα Βιαννίτη γέρο.


Στην Κριτσά, ένα κεφαλοχώρι στον κόλπο του Μεραμπέλου δεν τολμούσε να μπει Τούρκος γιατί ήταν γεμάτο αντρειωμένους. Κι από τον φθόνο τους που δεν μπορούσαν να τους υποδουλὠσουν οι Τούρκοι τους φώναζαν κλεφταράδες και το πανέμορφο χωριό “κλεφτοχώρι”. Ένας ρουφιάνος από του Χουμεριάκο πήγε να τους δείξει το δρόμο αλλά όπως ήταν επόμενο οι καπεταναίοι τον σκότωσαν καί εκ τότε το τοπονύμιο ήταν “ είς του Καδή το λάκκο”. Ο πρωτόπαπας επήρε από το χέρι την Ροδάνθη στην ηλικία των 5 χρόνων καί την πήγε στη μονή της Φανερωμένης όπου ένας αλλοδαπός παπάς μάθαινε κρυφά στα Χριστιανόπουλα γράμματα. Η Ροδάνθη ήταν τοσο έξυπνη που μέσα σε τρία χρόνια έμαθε μαθηματικά, ελληνικά και φυσικά ερίζωσε η Χριστιανική πίστη στην καρδιά της.. Την πήρε ο πατέρας της στο σπιτικό τους. Καθόταν στον αργαλειό της κι έπιανε το τραγούδι. Η υφαντική τέχνη είναι η παροδοσιακή τέχνη παραγωγής ενδυμασίας και ρουχισμού τους τόπους μας. Είχε τέτοια λέει μελωδική φωνή που κοντοστέκανε οι περαστικοί από το παραθύρι της. Όλοι οι περαστικοί μα προπαντός οι νέοι της εποχής ήταν ξετρελαμένοι μαζί της, την κρυφοκοίταζαν καί κρυφακούανε το τραγούδι της. Και κείνη όλο τραγουδούσε. Ξεχνούσε ολότελα πως ήταν σκλάβα. Δεν ήθελε να αισθάνεται τήν ψυχή της καταπιεσμένη. Ύφαινε καί τραγουδούσε,τραγουδούσε κι ύφαινε. Ονειρα μόνο έπλασε για τον εαυτό της καί τη σκλαβωμένη πατρίδα της.

Αχ αυτό, αχ αυτό το αργαλειό σου
με τρελαίνει πω, πω, πω
σαν περνώ απ’ το στενό σου
του διαόλου θηλυκό.
Κι όλη μέρα τακ τακ τακ, τουκ τουκ τουκ,
το πέταλό σου κάνει
και το πανί σου κι η απαντή σου
σε πειρασμό με βάνει.
Με τα χίλια, με τα χίλια δυο στολίδια
όπου υφαίνεις τ’ αργαλειό
να κουζουλαθούνε θέλει
τα κοπέλια στο χωριό.
Κι όλη μέρα τακ τακ τακ, τουκ τουκ τουκ,
το πέταλό σου κάνει
και το πανί σου κι η απαντή σου
σε πειρασμό με βάνει.
Να `ξερα, να ’ξερα πως είσαι μόνη
κάθε τόσο απου περνώ
θα στεκόμουνα λιγάκι
να σου γλυκοτραγουδώ.
Κι όλη μέρα τακ τακ τακ, τουκ τουκ τουκ,
το πέταλό σου κάνει
και το πανί σου κι η απαντή σου
σε πειρασμό με βάνει.
Στο Χουμεριάκο λοιπόν καθόταν ένας Τουρκαλάς. Τό φερε όμως η ώρα η κακιά να περάσει από τη γειτονιά της ο Χουρσίτ Πασάς με τη συνοδεία του, άκουσε το γλυκόλαλο τραγούδι της καί μαγεύτηκε. Κοντοστάθηκε καί τέντωσε τ’ αυτί του. Πλησίασε στο παραθύρι τής κάμερας πού ύφαινε, την αντίκρισε καί σαϊτεύτηκε από την εκθαμβωτική της ομορφιά. Μάζεψε είκοσι αρματωμένους Τούρκους, πήγαν στο σπίτι της κι αφού έσφαξαν τή μάνα της στά πόδια της τήν έκλεψαν. Οι συγχωριανοί της δεν μπόρεσαν να τους εμποδίσουν αφού όλοι, γυναίκες άνδρες, ήταν στήν Ιεράπετρα στήν κηδεία ενός καλού αγωνιστή. Μόλις όμως επέστρεψαν στο χωριό καί έμαθαν τα καθέκαστα όρμησαν όλοι να προλάβουν τους Τούρκους. Αδίκως όμως γιατί είχαν φύγει μακριά. Ετσι επέστρεψαν καί έθαψαν τήν Παπαδιά. Το κλίμα οδύνης ήταν τέτοιο που δεν κοιμόνταν μόνο έκλαιγαν όλοι οι Κριτσώτες..Ακόμη κι άντρες πολεμιστές.
Εν το μεταξύ οι μισθωμένοι Τούρκοι παρέδωσαν στον Χουρσίτ αγά την Ροδάνθη σε αθλία κατάσταση. Διέταξε τότε εκείνος τρείς χανούμισες να την πλύνουν καί να την στολίσουν.Όταν μεἰνανε οι δυό τους κι όρμηξε να τήν ρήξει στο κρεβάτι εκείνη τού είπε :
"Χουρσίτ, εγώ θα είμαι δια σε, σαν είσε συ για μένα,
μα με τη τάξι να γενή, θα πρέπει το καθένα.
Μη βιάζεσαι παρακαλώ, εγώ ειμ' εδική σου,
έβγαλε πρώτα τ' αργυρά ετούτα τ' άρματά σου
και τα λοιπά φορέματα με την υπομονή σου
και πέσε στο κρεβάτι σου, να 'ρθω στην αγκαλιά σου".
Βγάζει αμέσως εκείνος ότι και αν εφόρει
και πέφτει στο κρεβάτι του και προσκαλεί την κόρη.
Μ' αυτή αμέσως χύνεται σα φοβερό λιοντάρι
και σύρνει το μαχαίρι του απ' τ' αργυρό θηκάρι
και το καρφώνει στου Χουρσίτ μια-δυο και τρεις, στο στήθος
κι απ' έξω διεσκέδαζε αμέριμνο το πλήθος!
Από τους πόνους ο Χουρσίτ κάνει να ξεφωνήση,
μα κείνη εν τω μεταξύ το στόμα του 'χε κλείση
και δόστου μόνο μαχαιριές στο στήθος επελέκα:
-"Όρσε" του λέγει, "άπιστε, που θες Ρωμηά γυναίκα"!
Σαν τον αποτελείωσεν η ανδρειωμένη κόρη,
βγάζει ευθύς τα νυφικά φορέματα που φόρει,
βάζει τα ρούχα του Χουρσίτ, ζώνετε τ' άρματά του
κι αυτός την ωνειρεύεται στον ύπνο του θανάτου!

Κι από μια πόρτα που 'διδε στο Μπέη το περιβόλι,πιδέξα και σιγά-σιγά πηγαίνει και ανοίγει
κι ενώ στο πόρτεγο γλεντούν οι Γενιτσάροι όλοι, χωρίς να την ιδή κανείς, κατόρθωσε να φύγει.
Έφθασε στα Ζένια στον Άγιο Ιωάννη εκεί που οι Τούρκοι δεν μπορούσαν να φτάσουν. Μπήκε στην εκκλησία έβγαλε το μαχαίρι της κι έκοψε τα χρυσόξανθα μαλλιά της. Καί μ' ένα κάρβουνο σβυστό
στης εκκλησιάς τους τοίχους, γράφει με γράμματα πολλά, τούτους εδώ τούς στίχους :

Όποιος Χριστιανός θα δη ετούτη τη πλεξίδα
της νέας που εστέσανε οι άπιστοι, παγίδα,
πολύ τονε παρακαλώ να πα' να τη προσφέρη,
στου άτυχου πρωτόπαππα, εις την Κριτσά, το χέρι.
Ν' ανοίξη της μητέρας μου το μνήμα να τη βάλη
στο στήθος το μαρτυρικό ή στ' άγιο της κεφάλι.
Και θα σκιρτήση και νεκρή ακόμ' απ’ τη χαρά της,
γιατί μ' αγάπα η φτωχή μες από τη καρδιά της.
Και να του πη η κόρη του εγίνηκεν αγόρι
και τη Τουρκιά θα πολεμά στους κάμπους και στα όρη.
Το καλυμαύκι του ψηλά κι αντρόπιαστα να βάνη
κι η κόρη του ζη τίμια και τίμια θα ποθάνη.

Έφτασε η Ροδάνθη σαν άντρας πλέον στον Μαρμακέτο στο Οροπέδιο όπου εξήγησε του παπά ότι είναι Κρητικός και τόνε λένε Μανώλη και ήθελε να πολεμήσει στο πλευρό τού Καπετάν Καζάνη. Κι όταν εκείνος τήν πήρε μαζί του σαν αγριεμένο θεριό ορμούσε αποκεφαλίζοντας τους Τούρκους δίχως φόβο. Οι Τούρκοι γράφουν εις τον Χασάν Πασά που 'βρίσκετο στης Μάλλαις με αναρίθμητο στρατό καί με Βασιβουζούκους να πάει γρήγορα να τούς γλιτώσει, γιατί οι Ελληνες τούς σφάζουν σαν τα κρομμυδόφυλα καί θα χάσουν το Δοβλέτι. Πράγματι έφτασαν κι οι υπόλοιποι Τούρκοι στον κάμπο της Κριτσάς κι ήρθαν αντιμέτωποι με την Καπετάν Καζάνη , τον πολεμιστή του τον Μανώλη κι όλους τούς πολεμιστές. Ήταν τοσο σφοδρή η μάχη που γίνηκε απού δεν επρολάβαινε ο Άδης λέει να δεματιάζει ψυχές.
Ο δε Χασάν τους έβλεπε από 'να λόφο πάνω:
"Αλλάχ-Αλλάχ!" εφώναζε. "Αυτοί είνε γεράκια. Να τους κυττάζω μοναχά, χάνω τα λογικά μου.
Θα 'θελα να 'χω σαν κι αυτούς, πενήντα χιλιάδες μωρέ κι όλου του κόσμου τους Ρωμηούς θα έκανα ραγιάδες. Γυρίζει στο Καλό Χωριό με εντροπή μεγάλη. Μετρά τ' ασκέρι κι έλειπαν χίλιοι σαράντα! Κι απ' τους δικούς μας έπεσαν ως εκατόν τριάντα. Δεκαπέντε κάθισε, μέρες, σ' αυτά τα μέρη δώθηκαν πολλές μάχες μα μεγάλη βοήθεια από όλους τους νομούς της Κρήτης. Αλλά η πιο σπαρακτική ήταν τελευταία μάχη του λεβέντη Μανώλη πρωτοπαλίκαρου του καπετάν Καζάνη
Οταν η Ροδάνθη ως ''Μανώλης'' βλέπει τον άπιστο Ομέρ που'σφαξε τη μητέρα της πάνω στα γόνατά της,τρέχει κατά πάνω του με το σπαθί στο χέρι. Κι αυτός το γιαταγάνι του σέρνει απ' το θηκάρι:
-"Τώρα θα δης ωρέ γκιαούρ με ποιον έχεις να κάνης"!
Μα το κεφάλι του αυτή κατόρθωσε να πάρη.
-"Πρόσεχε ωρέ ΣπανοΜανώλη μου!" φωνάζει ο Καζάνης. (Της έμεινε το παρανόμι Σπανομανώλης για δεν έβγαζε γένια)
Τότε ορμούν επάνω της εώς ογδομήντα Τούρκοι. Κι εκείνη τραυματίστηκε θανάσιμα. Την πήγαν στο σπίτι το πατρικό της κι εκείνη καί τον κύρη της όπου και οι δυο είχαν τραυματιστεί από σύμπτωση. Την στιγμή των ιατρικών περιποιήσεων έκπληκτοι αναγνώρισαν οι Κριτσώτες πως ο ηρωικός Σπανομανώλης, που ήταν πρώτος στις μάχες και επιδρομές κατά των Τούρκων, ήταν γυναίκα και μάλιστα η παπαδοπούλα και κόρη του πρωτόπαπα της Κριτσάς, που είχαν σφάξει με τον πιο απάνθρωπο τρόπο οι Τούρκοι τη μάνα της. Ο πατέρας της δεν άντεξε ως αναγνώρισε το σπλάχνο του. Πάει, κυττάζει μόνος του, της κόρης του τα στήθια και σαν εβεβαιώθηκε πως ήσαν όλ' αλήθεια, σύρνει έν' αναστεναγμό φωνάζοντας : -"Αγαπητή κοπέλλα μου, Ροδάνθη"! Αλλο δεν πρόφθασε να πεί καί πέφτει ξαπλωμένος. Σαν αστραπή ή είδησις εχύθη,πως κείνος που πληγώθηκε στη μάχη απ' του απίστου Οθωμανού το σπαθί, ήτανε η Ροδάνθη ! Τρέχουν οι φιλενάδες της,τρέχουνε ξένοι και δικοί με καρδιοχτύπι καί με τά μάτια γεμάτα δάκρυα, σπόγγιζαν από το πρόσωπό της τόν ιδρώτα γεμάτη περηφάνεια πού έβγαλε η Κριτσά μια τέτοια ηρωίδα.
Τότε η Ροδάνθη άρχισε να μαραίνεται και να απονεκρώνει. Κι αρχίζει να παραμιλά με σφαλιστά τα μάτια και με φωνή αδύναμη, αρχίνησε να λέει :

-"Πατέρα, τί γυρεύουνε εδώ στο σπήτι, όλοι,
όσοι επέσαν μάρτυρες απ' των εχθρών το βόλι;
Πατέρα μου, δε μου μιλάς; Πού βρίσκομαι; Τί κάνεις;
Να! ο Ζερβονικόλας μας και ο Δασκαλογιάννης!
Ο Διάκος ο Αθανάσιος κι ο Ρήγας ο Φερραίος!
Αγαπητέ πατέρα μου, πώς ήλθεν η μητέρα,
εδώ, στο σπήτι πέρα;
Για κύττα τη πως μας κυττά, με μάτια βουρκωμένα.
Τα Χερουβείμ και Σεραφείμ, με τους λοιπούς αγγέλους,
Γιατί βαστούνε φωτεινά, μαρτυρικά στεφάνια ;
Ποιούς θε να στεφανώσουνε, πατέρα μου, γνωρίζεις;
Για κύτταξε πατέρα μου, αυτό τον καβαλλάρη,
που θέλει να με πάρη!
Είνε ο 'Αγιος Γεώργιος; Α! Δεν θα αποθάνω!
Στη σκλαβωμένη Κρήτη μας, δουλειά 'χω για να κάνω.
Θέλω ακόμα κάμποσους Τούρκους να ξετελειώσω,
στους αδελφούς μας Χριστιανούς, βοήθεια να δώσω.
Ποιοί είν' αυτοί που στέκονται τσ' αγγέλους αποπάνω;
Α! Ο Χριστός κι η Παναγιά! Θεέ μου, μη ποθάνω!
Χριστέ και Παναγία μου, λίγο καιρό ακόμα,
αφήστε με να ζήσω,
που να πατήσω λεύτερο, της Κρήτης μας το Χώμα
κι έπειτ' ας ξεψυχήσω"!

-"Κριτσωτοπούλες μου καλές, γιατ' είστε δακρυσμένες
καί παραπονεμένες
εαν σας δυσηρέστησα, τώρα ζητώ συγγνώμη.
Ψέμματα Καπετάνιε μου σου 'πα, συγχώρεσέ με.
Μισεύω Καπετάνιε μου, μα σου ζητώ μια χάρη:
Ενόσω βλέπεις τους εχθρούς, τους αδελφούς να σφάζουν,
τρέχε με θάρρος και καρδιά σα φοβερό λιοντάρι,
με τα λεβεντοπαίδια σου να 'πα τους λογαριάζουν.
Πατέρα, Καπετάνιο μου, δώστε μου την ευχή σας,
γιατί κι οι δυο με είχατε αγαπητό παιδί σας".
-"Σώπα παιδί μου και μη κλαις, όχι δεν θ' αποθάνης!"
με δάκρυα στους οφθαλμούς της λέγει ο Καζάνης.
"Ναι, δεν πεθαίνουνε ποτέ αυτοί που πολεμούνε,
για να λευτερωθούνε"!
Το χέρι της εσήκωσε όσο κι αν δεν μπορούσε
και τον σταυρό της έκαμε η εθνομάρτυς κόρη.
-"Έχετε 'γεια ψηλά βουνά, που νυχτοπερπατούσα,
όποταν ήμουν ζωντανή και Τούρκους πολεμούσα.
Έχ'τε υγείαν όλοι σας κι εύχομαι κι έχω ελπίδα,
ότι πηγαίνω στον Θεό ανέγγιχτη λαμπάδα
και πως θα δήτε καν εσείς ελεύθερη Πατρίδα
κι ελεύθερη και διάπλατη, τη Μάννα μας Ελλάδα.
Πατέρα μου το χέρι σου δώσ' μου να στο φιλήσω
και σύ πατέρα δεύτερε, πριχού να ξεψυχήσω
Κι αμέσως την κατέβαλε ο ρόγχος του θανάτου!


Η Ροδάνθη έπειτα έλαβε μέρος με τα άλλα παλικάρια τής Κριτσάς καί στη διήμερη Μάχη της Κριτσάς εναντίον της επιδρομής του Χασάν Πασα στη θέση “Κουτάραντο” -τοποθεσία πλησίον της αρχαίας πόλης “Λατώ η Ετέρα”. Η περιπετειώδης ζωή της συγκίνησε και θα συγκινεί σειρές γενεών. Είναι η ηρωική μορφή της γυναίκας που αρνήθηκε τις χαρές της ζωής και έγινε η σκληρή εκδικήτρια της τουρκικής τυρανίας στη Κρήτη. Την έκλαψε από καρδιάς όλη η κοινωνία της Κριτσάς και ντυμένη σα νυφούλα ενταφιάστηκε στον Πρόδρομο ( Νεκροταφείο της Κριτσάς)
Είθε να αποτελέσει πηγή δύναμης το θάρρος και ο αγώνας της για τις γυναίκες της συγχρονης εποχής.


Ολγα Μπελιβάνη Τσιτσάκης
Συγγραφέας


Είς τήν Ελλάδα (Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν)

 


Εμπρός, Ελλάς επαναστάτισσα, στάσου όρθια
κράτα με τα γερά τα όπλα τήν δύναμιν σου
Δέν εγέρθηκε ένας Όλυμπος τού κάκου
η Πίνδος σου καί οι Θερμοπύλες,η τιμή σου.
Επετάχθηκε από τών σπλάχνων σου τα βάθη
η ελευθερία σου δυνατή, φωτός πυρήνας
κι απ’ τού Θησέως καί τού Περικλή τούς τάφους
καί τα πάντα νέα ιερά τών Αθηνών
Θραύσε τώρα, γή θεών καί ηρώων
τής σκλαβιάς τες αλυσίδες, τήν μαύρην μοίρα
με τες γλυκόηχες ωδές από τού Τυρταίου
καί από τού Ρήγα καί τού Βύρωνος τήν λύρα.

Александр Сергеевич Пушкин





ΕΛΛΗΝΟΤΟΠΟΙ

 



Γράφει ο Γιώργος Σαγιάς













Πίσω απ' τά σύρματα
φράξανε οί βάρβαροι τή γή.
Μά ή καρδιά δέ φράζεται
μητ' ή ελπίδα.
Τού στίχου ή οφειλή
είν' ν' αποθάνει,
τό χέρι πέτρα νά οπλίζει
ή σκλάβα γή.

Πανάρχαιες Ελληνικές επαρχίες ( από τήν Β.Ήπειρο, τή Μακεδονία, τή Ρωμυλία, ώς τήν Πόλη, τή Σμύρνη, τήν Κύπρο, τή Σικελία ), βρίσκονται ξεχασμένες κάτω από ξένο ζυγό. Κι όσο ή λήθη-- πού επιφέρει ό έμμεσος πολιτιστικός πόλεμος πού δεχόμαστε ώς έθνος-- θεριεύει είς βάρος τής εθνικής μας συνείδησης, προβάλλει επιτακτική ή ανάγκη τής -- εδώ καί τώρα -- πραγματικής αντίστασης...
...Θά επιστρέψουμε...



( Από την ποιητική συλλογή τού ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΑΓΙΑ " ΤΟ ΌΣΤΡΑΚΟ")