Έξοδος Μεσολογγίου - Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, η «μάχη» με την πείνα καί το ένδοξο τέλος

 

Σαν σήμερα το 1821, οι Έλληνες έκαναν μία έξοδο, πού γράφτηκε στήν ιστορία. Μία ηρωϊκή έξοδο. Την πρώτη έξοδο του Μεσολογγίου.Το γεγονός συνέβη τη νύχτα μεταξύ 10ης και 11ης Απριλίου 1826, κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821, και συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα γεγονότα της παγκόσμιας στρατιωτικής ιστορίας.

Με μια πανίσχυρη στρατιά 20.000 ανδρών, ο Κιουταχής ξεκίνησε από τα Τρίκαλα στα τέλη Φεβρουαρίου του 1825 και στις 15 Απριλίου 1825 έφθασε προ του Μεσολογγίου. Χωρίς σημαντική βοήθεια από τους υπόλοιπους Έλληνες, λόγω του εμφυλίου πολέμου και έχοντας να αντιμετωπίσουν υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις, οι 12.000 ψυχές του Μεσολογγίου αντιστάθηκαν καρτερικά επί έναν χρόνο. Την οργάνωση της άμυνας ανέλαβε τριμελής επιτροπή υπό τους Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο, Δημήτριο Θέμελη και Γεώργιο Καναβό. Το φρούριο της πόλης μετά την πρώτη πολιορκία είχε βελτιωθεί, κατόπιν των προσπαθειών του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, του Βύρωνα και του μηχανικού Μιχαήλ Κοκκίνη. Η τάφρος έγινε βαθύτερη, ο μικρός περίβολος ενισχύθηκε με πύργους και πολύγωνα προτειχίσματα, πάνω στα οποία τοποθετήθηκαν 48 τηλεβόλα και 4 βομβοβόλα.


Η νησίδα Βασιλάδι, μεταξύ της λιμνοθάλασσας και της θάλασσας, έγινε ένα είδος οχυρού. Εκεί τοποθετήθηκαν 6 πυροβόλα και συγκεντρώθηκαν 2.000 γυναικόπαιδα για να μην επιβαρύνουν τη φρουρά της πόλης. Εντός του Μεσολογγίου υπήρχαν 10.000 άτομα, εκ των οποίων 4.000 άνδρες, άριστοι πολεμιστές από την Ήπειρο και την Αιτωλοακαρνανία και ακόμη 1.000 άνδρες, δυνάμενοι να φέρουν όπλα. Κατά την πρώτη φάση της πολιορκίας (15 Απριλίου - 12 Δεκεμβρίου 1825) το Μεσολόγγι πολιορκήθηκε μόνο από τις δυνάμεις του Κιουταχή. Οι επιθέσεις τους συντρίβονταν εύκολα ή δύσκολα από τους υπερασπιστές της πόλης. Εξάλλου, ο από θαλάσσης αποκλεισμός δεν ήταν ισχυρός και επανειλημμένως διασπάσθηκε από τον στόλο του Μιαούλη, ο οποίος ενίσχυε με πολεμοφόδια και τρόφιμα τους πολιορκούμενους. Στις 24 Ιουλίου, 1000 Ρουμελιώτες πολεμιστές υπό τον Γεώργιο Καραϊσκάκη ανάγκασαν τον Κιουταχή να αποσύρει τις δυνάμεις του στις υπώρειες του όρους ζυγός, χαλαρώνοντας την πολιορκία του Μεσολογγίου. Αλλά και ο τουρκικός στόλος, παρενοχλούμενος από τον ελληνικό, αναγκάσθηκε να ζητήσει καταφύγιο στην αγγλοκρατούμενη Κεφαλλονιά. Στις 5 Αυγούστου ο Κίτσος Τζαβέλλας, επικεφαλής δυνάμεως Σουλιωτών πολεμιστών, εισήλθε στην πόλη, αναπτερώνοντας το ηθικό των πολιορκουμένων. Όμως, στις αρχές Νοεμβρίου, ο κοινός στόλος Τούρκων και Αιγυπτίων αποβίβασε 8.000 αιγύπτιους στρατιώτες κι ένα μήνα αργότερα κατέφθασε στην περιοχή ο Ιμπραήμ που είχε σχεδόν καταστείλει την Επανάσταση στην Πελοπόννησο. Τούρκοι, Τουρκαλβανοί και Αιγύπτιοι αριθμούσαν 25.000 άνδρες, με σύγχρονο πυροβολικό, που διοικούσαν Γάλλοι αξιωματικοί. Οι Έλληνες είχαν να αντιπαρατάξουν 4.000 μαχητές.



Στις 25 Δεκεμβρίου 1825 άρχισε η δεύτερη φάση της πολιορκίας του Μεσολογγίου. Όπως και στην πρώτη πολιορκία, πάλι υπήρξε διάσταση απόψεων μεταξύ των δύο πασάδων. Ο αιγύπτιος Ιμπραήμ επεχείρησε με τις δικές του δυνάμεις να καταλάβει το Μεσολόγγι στις 16 Ιανουαρίου 1826. Απέτυχε, όμως, και αναγκάσθηκε να συμπράξει μετά του Κιουταχή. Οι δύο στρατοί κατέστησαν ασφυκτική την πολιορκία με ανηλεή κανονιοβολισμό του Μεσολογγίου και με την κατάληψη των στρατηγικής σημασίας νησίδων Βασιλάδι (25 Φεβρουαρίου) και Κλείσοβας (25 Μαρτίου). Μετά την πτώση των δύο νησίδων, η θέση των πολιορκουμένων κατέστη δεινή, μετά και την αποτυχία του Μιαούλη να διασπάσει τον ναυτικό αποκλεισμό. Η κατάσταση πλέον μέσα στην πόλη είχε φθάσει σε οριακό σημείο. Τρόφιμα δεν υπήρχαν και οι πολιορκούμενοι (γυναίκες, παιδιά, τραυματίες, γέροντες και μαχητές) σιτίζονταν με φύκια, δέρματα, ποντίκια και γάτες! Υπό τις συνθήκες αυτές, που καθιστούσαν αδύνατη την αποτελεσματική υπεράσπιση της πόλης, αποφασίστηκε σε συμβούλιο οπλαρχηγών και προκρίτων στις 6 Απριλίου η έξοδος και ορίστηκε γι' αυτήν, η νύχτα του Σαββάτου του Λαζάρου προς Κυριακή των Βαΐων (9 προς 10 Απριλίου) Τα μεσάνυχτα, σύμφωνα με το σχέδιο, χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες, υπό τους Δημήτριο Μακρή, Νότη Μπότσαρη και Κίτσο Τζαβέλα, με την ελπίδα να διασπάσουν τις εχθρικές γραμμές, επωφελούμενοι από τον αιφνιδιασμό των πολιορκητών. Νωρίτερα είχαν σκοτώσει τους Τούρκους αιχμαλώτους, ενώ στην πόλη παρέμειναν τραυματίες και γέροι. Όμως, το σχέδιο της εξόδου, είτε προδόθηκε, είτε δεν εφαρμόστηκε σωστά κι έτσι οι δυνάμεις του Ιμπραήμ έσφαξαν με τα γιαταγάνια τους μαχητές της ελευθερίας. Στο μεταξύ, μέσα στο Μεσολόγγι είχαν αρχίσει οι σφαγές από τους Τουρκοαιγύπτιους, που είχαν εισβάλει από άλλο σημείο της πόλης. Σε πολλά σημεία σημειώθηκαν δραματικές σκηνές: ο δημογέροντας Χρήστος Καψάλης, όταν κυκλώθηκε από τους εισβολείς στο σπίτι του, όπου είχαν συγκεντρωθεί τραυματίες, γέροντες και γυναικόπαιδα, έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη, ενώ ο μητροπολίτης Ρωγών Ιωσήφ ανατίναξε τον Ανεμόμυλο, στην τελευταία πράξη αντίστασης, όταν κυκλώθηκε από τους εχθρούς.


Το πρωί της 10ης Απριλίου, ανήμερα των Βαΐων, η οθωμανική ημισέληνος κυμάτιζε στα χαλάσματα του Μεσολογγίου.Οι πληροφορίες για τις απώλειες των Ελλήνων κατά την πολιορκία και την έξοδο είναι αντιφατικές. Πιθανότερο φαίνεται ότι από τους 3.000 που πήραν μέρος στην έξοδο, οι 1.700 έπεσαν ηρωικά μαχόμενοι. Ανάμεσα στους νεκρούς, ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, ο Μιχαήλ Κοκκίνης, ο Αθανάσιος Ραζηκότσικας, ο Νικόλαος Στορνάρης, ο Γερμανός εκδότης της εφημερίδας «Ελληνικά Χρονικά» Ιάκωβος Μάγιερ και άλλοι Γερμανοί φιλέλληνες αφού ο αγώνας τών Μεσολογγιτών συγκίνησε αρκετούς Φιλέλληνες καί τούς έκανε να σπεύσουν στο Μεσολόγγι για τούς βοηθήσουν.


Τα μεσάνυχτα, σύμφωνα με το σχέδιο, χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες, υπό τους Δημήτριο Μακρή, Νότη Μπότσαρη και Κίτσο Τζαβέλα, με την ελπίδα να διασπάσουν τις εχθρικές γραμμές, επωφελούμενοι από τον αιφνιδιασμό των πολιορκητών. Νωρίτερα είχαν σκοτώσει τους Τούρκους αιχμαλώτους, ενώ στην πόλη παρέμειναν τραυματίες και γέροι. Όμως, το σχέδιο της εξόδου, είτε προδόθηκε, είτε δεν εφαρμόστηκε σωστά κι έτσι οι δυνάμεις του Ιμπραήμ έσφαξαν με τα γιαταγάνια τους μαχητές της ελευθερίας. Στο μεταξύ, μέσα στο Μεσολόγγι είχαν αρχίσει οι σφαγές από τους Τουρκοαιγύπτιους, που είχαν εισβάλει από άλλο σημείο της πόλης. Σε πολλά σημεία σημειώθηκαν δραματικές σκηνές: ο δημογέροντας Χρήστος Καψάλης, όταν κυκλώθηκε από τους εισβολείς στο σπίτι του, όπου είχαν συγκεντρωθεί τραυματίες, γέροντες και γυναικόπαιδα, έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη, ενώ ο μητροπολίτης Ρωγών Ιωσήφ ανατίναξε τον Ανεμόμυλο, στην τελευταία πράξη αντίστασης, όταν κυκλώθηκε από τους εχθρούς. Το πρωί της 10ης Απριλίου, ανήμερα των Βαΐων, η οθωμανική ημισέληνος κυμάτιζε στα χαλάσματα του Μεσολογγίου. Οι πληροφορίες για τις απώλειες των Ελλήνων κατά την πολιορκία και την έξοδο είναι αντιφατικές. Πιθανότερο φαίνεται ότι από τους 3.000 που πήραν μέρος στην έξοδο, οι 1.700 έπεσαν ηρωικά μαχόμενοι. Ανάμεσα στους νεκρούς, ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, ο Μιχαήλ Κοκκίνης, ο Αθανάσιος Ραζηκότσικας, ο Νικόλαος Στορνάρης, ο Γερμανός εκδότης της εφημερίδας «Ελληνικά Χρονικά» Ιάκωβος Μάγιερ και άλλοι Γερμανοί φιλέλληνες. Γύρω στα 6.000 γυναικόπαιδα οδηγήθηκαν για να πουληθούν στη Μεθώνη και στα σκλαβοπάζαρα της Κωνσταντινούπολης και της Αλεξάνδρειας. Οι απώλειες για τους Τουρκοαιγύπτιους εισβολής ανήλθαν σε 5.000 άνδρες. Η Επανάσταση μετά την πτώση του Μεσολογγίου είχε σχεδόν κατασταλεί. Η φλόγα της, όμως, παρέμεινε άσβεστη, καθώς η ήττα μετατράπηκε σε νίκη. Ένα νέο κύμα φιλελληνισμού αναδύθηκε μετά την αμαύρωση του Αγώνα, εξαιτίας του εμφύλιου σπαραγμού. Αυτό με τη σειρά του επηρέασε εμμέσως την ευρωπαϊκή διπλωματία για τα εθνικά δίκαια των Ελλήνων. Πολλά έργα, ζωγραφικά, λογοτεχνικά και άλλα, απαθανάτισαν τή θυσία των Μεσολογγιτών. Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός έγραψε την ημιτελή ποιητική του σύνθεση «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι». Το Μεσολόγγι απελευθερώθηκε στις 11 Μαΐου 1829. Το 1937 αναγνωρίστηκε ως «Ιερά Πόλις» και η Κυριακή των Βαΐων ορίστηκε ως επέτειος της εξόδου.


Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι» ομολογεί ο Διονύσιος Σολωμός, που «έζησε» τα γεγονότα της Εξόδου τού Μεσολογγίου ακούγοντας τον Απριλίο του 1826 τα κανόνια των Ελεύθερων Πολιορκημένων που προσπαθούν να κρατήσουν λίγες ημέρες ακόμη το Μεσολόγγι. Όμως η ελπίδα σωτηρίας για τους Πολιορκημένους είχε πλέον χαθεί. Το ημερολόγιο έδειχνε 10 Απριλίου 1826. Η Έξοδος ήταν μονόδρομος, καθώς κάθε σκέψη για παράδοση της πόλης στους Οθωμανούς είχε απορριφθεί. Οι Μεσολογγίτες είχαν αποφασίσει «Εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο»



www. Zougla.gr 

MHXANH TOY XΡΟΝΟΥ





Μνήμη - Αγώνας - Δικαίωση

 

Μουσικό χειρόγραφο του μοναστηριού του 1750 που ως κτήτορας υπογράφει ο Θεοφάνης Περιστεριώτης. Ο Θεοφάνης στις Βιογραφίες Λογίων του Επαμεινώνδα Κυριακίδη αναφέρεται ότι καταγόταν από το Ρίζαιο, ήταν μορφωμένος και γνώστης της μουσικής. Η βιβλιοθήκη της Μονής του Περιστερεώτα περιλάμβανε 4000 χειρόγραφα ενώ κατά τον Κιαγχίδη 7500. Το χειρόγραφο βρισκόταν σε πλειστηριασμό σε οίκο του Λονδίνου. Ντροπή είναι να βγαίνει σε δημοπρασίες κλεμμένη περιουσία των προγόνων μας και να μην μπορούμε να τήν κάνουμε δικιά μας έστω και κλεμμένα.Ψάχνουμε να βρούμε το σωστό δρόμο για να φύγουμε από το τέλμα δηλαδή το τέλος είμαστε σχεδόν στον πάτο της θάλασσας. Χρόνια τώρα αγώνες για να επιστρέψουν τα γλυπτά του Παρθενώνα πού είναι η ψυχή τη των Ελλήνων με την έκφραση της τέχνης αυτής με αυτή τη μορφή. Διαλέξεις αμέτρητες τι έγιναν τα αρχαία χειρόγραφα εκκλησιαστικά των αρχαίων ημών προγόνων και ότι άλλα χειρόγραφα και μνημεία γραπτά καί Ιερά

Πλασάρουν σήμερα στην πατρίδα μας στα παιδιά και στους Έλληνες μία ιστορία πολύ πρόστυχη από μέσα απο το σύστημα και τα σωστά στοιχεία παραποιούνται εσκεμμένα λέγοντας ότι δεν υπάρχουν πηγές να το αποδείξουν. Από τη στιγμή που δημιουργήθηκε το ελληνικό κράτος μετά το 1821 βεβαίως έχουν γίνει υπουργεία ειδικά με τον πολιτισμό τις επιστήμες πού πρέπει κάποτε να ασχοληθούν να επιστρέψει ο πολιτισμός μας πίσω είτε γραπτών μνημείων είτε μνημείων άλλης μορφής. Παλαιότερα υπήρχε ο θεσμός των ευεργετών ο οποίος βοήθησε την πατρίδα μας να ανορθωθεί είτε σε πολεμική περίοδο είτε σε περίοδο Ειρήνης και πολλοί τέτοιοι ευεργέτες έσωσαν από πλειστηριασμούς πολλά αρχαία έγγραφα εκκλησιαστικά έγγραφα και μνημεία τέχνης. Είναι πολλοί οι λόγοι που χάθηκαν μνημεία τέχνης και μνημεία γραπτά του πολιτισμού μας. Δυστυχώς μέχρι σήμερα υπάρχουν αλησμόνητες πατρίδες και όχι χαμένες πατρίδες όπου εκεί υπήρχαν πολύ μεγάλες βιβλιοθήκες γραπτά μνημεία και μουσεία μνημεία τέχνης και ο πολιτισμός φωνάζει εκεί εδώ είναι Ελλάδα. Το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί καί όλες τίς αλησμόνητες πατρίδες. Δυστυχώς βγήκε σε δημοπρασία το χειρόγραφο από το μοναστήρι το Άγιο Γεωργίου Περιστερεώτα 1.750 μ.χ στο Λονδίνο . Αφού εντοπίστηκε έγινε πολύ μεγάλη προσπάθεια να πάρουμε πίσω την περιουσία μας όλων των Ποντίων αλλά δυστυχώς υπερίσχυσαν αυτοί πού είχαν πιο πολλά χρήματα. Πολλά μπράβο σε αυτούς που επιχείρησαν να τα αγοράσουν κι έσωσαν τουλάχιστον την τιμή των όπλων για μας τούς Πόντιους.


102 χρόνια πάμε και ακόμα ζητάμε δικαίωση των 350 χιλιάδων ψυχών αδελφών μας Ποντίων. Γίνανε σελίδες διαλέξεις ομάδες και κάθε προσπάθεια που μπορεί να γίνει από άνθρώπους για την πατρίδα και δύναμη σκόρπια χωρίς αποτελέσματα. Μακάρι να είχα δυνατότητα να τα αγοράσω όλα, αλλά ο θεός δεν με αξίωσε να χω τέτοια οικονομική δύναμη για να μπορώ να μαζέψω όχι μόνο τα ποντιακά αλλά όλα τα αρχαία χειρόγραφα και βιβλία των προγόνων μας είτε από δημοπρασίες είτε να βοηθήσω στήν εύρεση κλεμμένων χειρογράφων βιβλίων και μνημείων τέχνης των προγόνων μας. Βιβλία ειδικά για να μπει η ιστορία του Πόντου μες στα σχολεία. Δεν μπορώ να το πιστέψω και δεν θέλω να πιστέψω ότι δεν μπορούμε όλοι οι Πόντιοι μαζί να αποκτούσαμε αυτό το χειρόγραφο του μοναστηριού του αγίου Γεωργίου του Περιστερεώτα. Και ότι άλλο εντοπιστεί από την πατρίδα μας την αλησμόνητη. Τον Πόντο ! Θα μπορούσαμε να έχουμε αυτό το χειρόγραφο στα χέρια μας είτε ως έκδοση είτε ως αρχείο καί να είναι ακόμη ένας μοχλός πίεσης για να δικαιωθούν οι 353.000 ψυχές των προγόνων μας και να γραφτεί στην ελληνική ιστορία η ιστορία μας καί να διδάσκεται μιας και είναι η μόνη διάλεκτος που έχει διατηρήσει τα αρχαία ελληνικά γράμματα.

Νιώθω τόσο άσχημα τόσο θυμωμένος πρώτα με τον ίδιο μου τον εαυτό. Πρώτον γιατι δεν καταφέραμε τόσα χρόνια οι πόντιοι να έχουμε ένα ταμείο τέτοιο για αυτό το σκοπό και ανθρώπους οι οποίοι να ψάχνουν, βοηθώντας όπως μπορεί ο καθένας με οτι δύναμη έχει. Και όχι να προσπαθεί ένας εκδότης προς τιμήν του ο κύριος Κυριακίδης κι άλλοι Έλληνες από το Λονδίνο αλλά κάποιοι είχαν πιο πολλά χρήματα. Παρόν και μέλλον το διατηρείς απο το παρελθόν και την ιστορία των προγόνων σου. Αυτό ξεχάσαμε οι Έλληνες. Μπράβο λοιπόν σε όλους τους Πόντιους και τους Έλληνες στα ιδρύματα τα ποντιακά και όποιους άλλους φορείς ιδρύθηκαν ακόμη και ομάδες στο facebook για να  ενδιαφερθούν για τόν Πόντο. Είναι άξια τέκνα των προγόνων μας! Το αποδείξανε για άλλη μία φορά.



Πρέπει να αναφερόμαστε στο έγγραφο αυτό του μοναστηριού του Περιστερεωτα .
Γιατί αυτό μας αξίζει φαίνεται αδυνατον να υπάρχει το μνημείο αυτό του Πόντου σε ποντιακά χέρια η σε ολόκληρο τον ποντιακό ελληνισμό.Το καθήκον μας ως γενιά Τραντέλλενων ως γενιά Αετών και ως πουλιά της κλωσσομάνας του Πόντου που περιμένει τα πουλιά κοντά της με ανοιχτά είναι να μαζέψουμε τουλάχιστον ότι ποντιακό έχει κλαπεί και δεν γίνεται εάν δεν αγοραστεί από δημοπρασίες πού είναι τα πούπουλα από τα φτερά κλωσσομανας του Πόντου τα οποία τα κλέψανε αφού την ξεπουπουλιάσανε. Ένωση του των δυνάμεων τώρα να περισωθεί ότι μπορεί να περισωθεί. Η διχόνοια ο διαμοιρασμός και η διάσπαση δυνάμεων του ποντιακού Ελληνισμού δεν ωφελεί κανέναν. Εάν αυτό το χειρόγραφο είχε περιέλθει στα χέρια Ποντίων ποιο υπουργείο παιδείας της Ελλάδας θα μπορούσε να αρνηθεί να βάλει την ιστορία του Πόντου στα βιβλία τα σχολικά; Εγερτήριο λοιπόν άλλο των Ποντίων όπου γης τουλάχιστον να λυθεί ένα ταμείο ώστε να προνοεί και να ψάχνουν άνθρωποι που ξέρουν τέτοια μνημεία γραπτά. Να μην χαθούμε ξανά. Ας ελπίσουμε ότι θα αξιοποιηθεί καί να ευχηθούμε καί συγχρόνως ανάλογα όπως πρέπει στη μεγάλη ιστορία τής αλησμόνητης πατρίδα μας τού Πόντου. Αποκόλληση του Πόντου από κομματικούς οργανισμούς που μέχρι σήμερα δεν κάνω τίποτα άλλο από το να προσβάλλουν την αλησμόνητη πατρίδα τον Πάνο για το αποτέλεσμα ορίστε ποιο είναι. Άμεση απεξάρτηση από αυτούς που βρίζουν τους προγόνους μας και και εμάς στη συνέχεια τους με τα λόγια τους. Ως δήθεν μία διαφορετική ιστορική ἀποψη. Εάν δεν είναι άξια τα όργανα που έχουν συσταθεί για τον Πόντο να κάνουν τη δουλειά τους που είναι να σωθεί η τιμή του της πατρίδας μας και να δικαιωθούν οι 353.000 ψυχές του Πόντου να παραιτηθούν και να γίνει αλλαγή αυτών. Μήπως θέλετε και αυτή τη 19η Μαΐου να περάσει έτσι όπως τον προηγούμενο χρόνο;

Δεν είναι μακριά η 19η Μαΐου.
Αφήστε τα κόλπα και η εκκλησία να μήν συνεννοείται με την κυβέρνηση δήθεν για λόγους υγείας.
Κάνετε μεγάλο λάθος διορθώστε το τώρα που είναι νωρίς. Η 19η Μαΐου φέτος πρέπει πάση θυσία να να έχει μέσα της και την περσινή Τιμή που δεν που δεν δόθηκε στους προγόνους μας. Ο Πόντος δεν έχει κανένα χρώμα και κανένα κόμμα. Εχει μπροστά του οδηγούς τις 353.000 ψυχές πού περιμένουν χρόνια να δικαιωθούν. Όσοι επιμένετε να είστε σε κομματικούς μηχανισμούς ή πηγαδάκια και όχι να ζείτε για τον Πόντο κάντε στην άκρη, αλλιώς θα αναγκαστείτε να το κάνετε έτσι κι αλλιώς. Κλείνω με ένα πολύ μεγάλο συγνώμη μέσα από την καρδιά μου ως ιερωμένος και με δύο Παπαδασκάλους που έδωσαν τη ζωή τους για τον Πόντο. Καί το ίδιο πρέπει να κάνουμε όλοι ώστε να διορθώσουμε ότι διορθώνεται προσπαθώντας να μην χάνονται χειρόγραφα τέτοιας μεγάλης αξίας της αλησμόνητης πατρίδαςσε ξένα χέρια αλλά να έρχονται σε χέρια Ποντιακά.


Μετά τιμής και αγάπης Χριστού
Πάτερ Μιχαήλ Παπαδόπουλος
Λειψύδριο Κιλκίς




Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης - Ο θρύλος τού Μωριά

 

Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης, ο θρύλος του Μωριά που με ένα σάλτο περνούσε πάνω από 5 άλογα. Υπήρξε δάσκαλος του Νικηταρά και ενέπνευσε τον Κολοκοτρώνη.

Ο θρυλικός και ξακουστός Κλέφτης Καπετάν Ζαχαριάς καταγόταν από τα υψώματα του Πάρνωνα από το ορεινό χωριό Μπαρμπίτσα. Γεννήθηκε το 1759 και το πραγματικό του όνομα ήταν Ζαχαρίας Παντελεάκος.

«Νe geldi, ne gelecek», έλεγαν οι Τούρκοι για τον κλέφτη του Μοριά, Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη, που σε ελεύθερη μετάφραση θα πει ότι δεν υπήρχε ούτε θα υπάρξει άλλος τέτοιος άνδρας.Με τον πατέρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου πολέμησαν και μάτωσαν μαζί κατά των Τούρκων επί 40 μερόνυχτα. Για να εκδικηθεί τον θάνατο του αδερφού του και του πατέρα του, κατατάχθηκε στο σώμα των Αρματωλών, σε ηλικία 17 ετών. Ξεκίνησε δίπλα στον καπετάν Μάντζαρη, αλλά η ηγετική του φυσιογνωμία τον ώθησε ένα χρόνο αργότερα να επανδρώσει δική του ομάδα.
Η φήμη του εδραιώθηκε για τα καλά ύστερα από τη μάχη του Σάλεσι το 1781.
Το ένοπλο σώμα του πλαισίωσαν και μεγάλα ονόματα όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Νικηταράς, ακόμη και Ρουμελιώτες κλέφτες όπως ο πατέρας του Οδυσσέα Ανδρούτσου.
Γύρω από το όνομα και τα κατορθώματα του, δημιουργήθηκε θρύλος. Έλεγαν ότι με το σπαθί του έκοβε, με μια μόνο κίνηση, κεφάλι ταύρου. Ότι με ένα σάλτο, περνούσε πάνω από 5 άλογα.
Μέχρι το 1787 είχε δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα στην οθωμανική διοίκηση. Είχε καταφέρει να τρομοκρατήσει διάσημους Τούρκους πολεμιστές, οι οποίοι προτιμούσαν να μην βρεθούν αντιμέτωποι με το σπαθί του.Ο καπετάν Ζαχαρίας προτιμούσε να πεθάνει από το να σκύψει το κεφάλι. Κάλεσε όλους τους αρχηγούς της Πελοποννήσου να σχηματίσουν κλεφτο-αρματολική Ομοσπονδία της Πελοποννήσου. Αυτή η Ομοσπονδία ετέθη υπό την αρχηγία του Ζαχαριά και την υπαρχηγία του Κολοκοτρώνη και Πετιμεζά και επαγίωσε από το 1786 μέχρι το 1805 τα προνόμια των επιτόπιων στρατιωτικών ανδρών και αναπτέρωσε το εθνικό φρόνημα. Ήταν ένας από τους μεγάλους προδρόμους του 1821, γιατί προετοίμαζε και σχεδίαζε το γενικό ξεσηκωμό του σκλαβωμένου Ελληνικού λαού εναντίον των Οθωμανών.Το έργο του συνέχισε και ολοκλήρωσε ο μαθητής και υπαρχηγός του Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Δολοφονήθηκε ύστερα από «μπαμπεσιά», στις 20 Ιουλίου 1805, στον πύργο του κουμπάρου του Κουκέα.

Η λαϊκή Μούσα τού αφιέρωσε το τραγούδι:
"Σαράντα χρόνια έκαμα στους κλέφτες καπετάνιος.
Γλυκό ψωμί δεν έφαγα, γλυκό κρασί δεν ήπια
τον ύπνο δεν εχόρτασα, του ύπνου τη γλυκάδα,
σε στρώμα δεν επλάγιασα, μηδέ το προσκεφάλι.
Το χέρι μου προσκέφαλο, και το σπαθί μου στρώμα
Και για καλή στην αγκαλιά το έρμο καργιοφύλι".


ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Οι Κρητικές Αμαζόνες τού 1821

 

Στην Επανάσταση του 1866 πενήντα γυναίκες από ένα χωριό των Χανίων, του Λάκκους, συμμετείχαν ισάξια με τους άντρες συμπολεμιστές τους στον αγώνα για την απελευθέρωση του τόπου τους από τους Τούρκους συγκροτώντας δικό τους επαναστατικό σώμα. Ο αρχηγός της επανάστασης Χατζημηχάλης Γιάνναρης ανέλαβε την εκπαίδευση των γυναικών. Για να πάρουν όπλα ήταν υποχρεωμένες να υποβληθούν σε πολύ σκληρές δοκιμασίες.

Όλες τους αποδείχτηκαν άριστες πολεμίστριες, και ο ενθουσιασμός τους να συμμετέχουν στη μάχη άφησε άναυδους τους Έλληνες στρατιωτικούς που είχαν έρθει στην Κρήτη για να βοηθήσουν τους επαναστάτες. Επί τρείς μήνες, οι Λακκιώτισσες συμμετείχαν σε σκληρές συγκρούσεις στην περιοχή, πολεμώντας στο πλευρό των συμπατριωτών τους ενώ αρκετές από αυτές όπως η Κατερίνα Σταματάκη και η Ειρήνη Δρακουλέ, η οποία ήταν σημαιοφόρος, διακρίθηκαν και η φήμη του έφτασε ως το εξωτερικό, όπου γαλλικές εφημερίδες εξύμνησαν το θάρρος των Κρητικών «Αμαζόνων», όπως τις αποκάλεσαν. Οι Κρητικές αμαζόνες φορούσαν φέσι, λευκή φουστανέλα και γκέτες από δέρμα ζώου.Ανυπότακτες και θαρραλέες, οι γυναίκες αυτές τίμησαν το Ελληνικό Γένος προσφέροντας τη ζωή τους στη μάχη, το θάρρος τους μάλιστα τους προκάλεσε την οργάνωση και άλλων γυναικείων ομάδων από το Σέλινο, οι οποίες είχαν παρακαλέσει τις Λακκιώτισσες να μην βγουν στα βουνά μέχρι να οργανωθούν και εκείνες και να τις ακολουθήσουν. Τον Νοέμβριο του 1866, μια ομάδα 100 γυναικών, με ελάχιστα όπλα και άφθονες πέτρες, απώθησε ένα πολυπληθές τουρκικό απόσπασμα, που προσπάθησε να καταλάβουν θέσεις ανεφοδιασμού των επαναστατών. Η φήμη των Κρητικών Αμαζόνων έφτασε μέχρι την Αθήνα. Η φιλοκρητική επιτροπή έμαθε για τη δράση τους και αποφάσισε να τη στηρίξει. Έτσι όπλισε κάθε πολεμίστρια με μια καραμπίνα και μια ξιφολόγχη, ενώ τους έστειλαν και φυσιγγιοθήκες που προσαρμόζονταν στις ζώνες τους. Παρότι ο αγώνας δεν έφερε το αποτέλεσμα που επεδίωκαν οι επαναστάτες, το θάρρος και η πυγμή των Κρητικών Αμαζόνων εξυμνήθηκε από τον γαλλικό τύπο που δημοσίευσε απεικονίσεις από την δράση τους.


ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Σάββαινα -- Η Αμαζόνα τού 1821

 

Το τεράστιο ασκέρι των 12000 αγαρηνών του Κεχαγιάμπεη κατευθύνεται ορμητικά προς το Βαλτέτσι. Χωρισμένοι σε πέντε φάλαγγες, κυκλώνουν την περιοχή. Οχυρωμένοι σε τέσσερα λιθόκτιστα ταμπούρια και στην εκκλησιά του χωριού, ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης με 1000 αγωνιστές βλέπουν το αιμοσταγές τσούρμο να καταφθάνει. Οι ελληνικοί προμαχώνες βάλλονται από τα εχθρικά πυρά. Και να,οι χθεσινοί ραγιάδες, αυτοί που "Τούρκον ήκουαν και έτρεμαν" μεταβάλλονται μεμιάς σε ατρόμητα λιοντάρια που κατασπαράζουν το θήραμά τους και ξεβρωμίζουν από τον τόπο τους τους εισβολείς.

Μα για στάσου. Κάτι αξιοπρόσεκτο τραβά το ενδιαφέρον και συναρπάζει τη γραφίδα του ιστορικού. Μέσα στον ορυμαγδό όλο και τον χαλασμό από το τουφεκίδι, μέσα στην αντάρα της μάχης όπου τα βόλια θερίζουν τις ζωές σαν το κοφτερό δρεπάνι τα ξερά στάχια, εκεί μέσα στο σκοτάδι του θανάτου μια γυναικεία μορφή προβάλλει. Τρέχει σαν ζαρκάδι από το ένα οχυρό στο άλλο και ενισχύει τους Έλληνες με φυσίγγια και πυρίτιδα. Οι πολεμιστές τα χάνουν από το παράτολμο της ηρωίδας. Όλη τη νύχτα η γυναίκα ακάματα, χωρίς αναπαμό τα δίνει όλα για την πατρίδα. Πότε μπροστά στο τουφεκίδι με τα όπλα της και πότε κουβαλώντας εφόδια. 23 ώρες αργότερα ο Κεχαγιάμπεης αποχωρεί με τα λείψανα του στρατού του. Ήχοι θριαμβευτικοί και νικητήρια σαλπίσματα σκίζουν τον αέρα. Αλλα αλήθεια, ποια είναι τούτη η λεβεντογυναίκα που προκάλεσε την κατάπληξη στους μαχητές; Είναι η Σπαρτιάτισσα Σταυριάνα Σάββαινα, χήρα του προκρίτου Γιωργάκη Σάββα τον οποίο τα σκυλιά έσυραν και κρέμασαν στον Μυστρά. Μα το φαρμάκι της χηρείας δεν καταβάλλει διόλου την ελληνική ψυχή της. Μια τολμηρή ιδέα που γίνεται πράξη τριγυρίζει το μυαλό της. Θα πάρει τη θέση του άντρα της. Η Σάββαινα πνίγει το μητρικό της φίλτρο, αναθέτοντας στην αδερφή της τη φροντίδα των ανήλικων τέκνων της και κατατάσσεται στο σώμα του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. Από τότε, πότε στο βοηθητικό τμήμα και πότε στο μάχιμο, δίνει το παρών της σε πολλές και σκληρές μάχες. Σαν Αμαζόνα ρίχνεται στη φωτιά του πολέμου και γράφει τη δική της ιστορία στο Βαλτέτσι, στα Τρίκορφα, στον Πέτα, στη Βέργα.

Σαν άρχισε να γλυκοχαράσει η λευτεριά και ο Αγώνας κόπασε, η Σάββαινα αποστρατεύεται με τον βαθμό του ταγματάρχη, χωρίς καμία σύνταξη. Κι αυτή η μεγαλόψυχη γυναίκα, που η Επανάσταση της στοίχισε τον χαμό του συζύγου της και την μακροχρόνια απουσία της από τα τρυφερά βλαστάρια της, αυτή που κονταροχτυπήθηκε με τον θάνατο, αυτή που για χάρη της πατρίδας από αρχόντισσα έγινε φτωχή, τη συναντούμε τώρα στο Ναύπλιο σε ένα λιτό σπιτάκι, ξεχασμένη, περιθωριοποιημένη. Κατάκοπη από τις πληγές του Αγώνα, η Σταυριάνα αναγκάζεται να σφίξει τις δυνάμεις της και να ριχτεί στη δουλειά για να εξασφαλίσει λίγους πόρους. Έχοντας νωπές τις μνήμες της από παλιότερες δοξασίες, η ηρωίδα δουλεύει σαν πλύστρα σε σπίτια άλλων οικογενειών. Όταν τον Αύγουστο του 1829 συνέρχεται στο Άργος η Δ' Εθνοσυνέλευση, ζητά με μια αναφορά της να της δοθεί κάποια σύνταξη. Στην αναφορά αυτή μεταξύ άλλων έγραφε: «Το στάδιον της πολεμικής δόξας είναι βέβαια δια τους άνδρας, όταν όμως είναι λόγος περί σωτηρίας της πατρίδος, όταν όλη σχεδόν η φύσις συντρέχει προς υπεράσπισίν της, αι γυναίκες της Ελλάδος έδειξαν πάντοτε ότι έχουν καρδίαν να κινδυνεύσουν συναγωνιζόμεναι ως οι άνδρες, ημπορούν να ωφελήσουν μεγάλως εις τας πλέον δεινάς περιστάσεις» Πράγματι, ο Ιωάννης Καποδίστριας εισάκουσε το δίκαιο αίτημά της και της χορήγησε μια οικονομική ενίσχυση, όχι από το κρατικό αλλά από το προσωπικό του ταμείο. Μετά όμως από τη δολοφονία του, ακόμα κι αυτή τη μικρή βοήθεια, της την αφαίρεσαν οι Βαυαροί του Όθωνα. Έτσι η Σταυριάνα Σάββαινα, η ταγματάρχης Σταυριάνα Σάββαινα, αναγκάζεται πλέον να ζει από φιλανθρωπίες. Το σπίτι της είναι φτωχό, ευτελές. Μα εκεί στους μισογκρεμισμένους τοίχους του κρέμονται και ασταποβολούν τα πιο ακριβά στολίδια, τα όπλα της. Και τι δεν ανασταίνουν στη μνήμη της από το ένδοξο παρελθόν.

Αχ αγαπημένη μας ηρωίδα. Άραγε θα μας συγχωρέσεις ποτέ;
Δε σου χαρίσαμε τα ανέμελα γεράματα που σου έπρεπαν. Φαινόσουν εξωτερικά μια σκελετωμένη γριούλα που αργόσβηνε. Ακτινοβολούσες όμως ολόκληρη γιατί ήσουν στολισμένη με το αμάραντο στεφάνι στης δόξης και στο διάβα σου έλαμπαν τα αστραφτερά σου παράσημα, η λεβεντιά, η αυταπάρνηση και η φιλοπατρία. Κι εμείς οι Νεοέλληνες πόσες συγγνώμες χρωστάμε.

Κείμενο: Μωραΐτες εν Χορώ

Λοχίας Δημήτριος Ιτσιος -- Ενας άλλος Λεωνίδας

 

Ο Λοχίας Δημήτριος Ιτσιος αντιμετώπισε μόνος του σαν παλικάρι την πολεμική μηχανή των Ναζί και θυσιάστηκε για την πατρίδα και το καθήκον ως άλλος Λεωνίδας.

Ο Δημήτριος Ίτσιος γεννήθηκε το 1906 στην ακόμα σκλαβωμένη τότε Μακεδονία από Βλάχους γονείς. Με την κήρυξη του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου επιστρατεύθηκε ως έφεδρος λοχίας κι υπηρετούσε στο Μπέλες, πάνω από το χωριό του, τα Άνω Πορόια Σερρών. Στην κορυφογραμμή του Μπέλες ήταν στημένα τα πρώτα πρόχειρα φυλάκια προκάλυψης της «γραμμής Μεταξά». Λίγο πιο κάτω, σε απόσταση περίπου δύο χιλιομέτρων από την οροθετική γραμμή, βρίσκονταν τα εννέα σκυρόδετα ελληνικά πυροβολεία, στημένα κατά μήκος της δεύτερης αμυντικής γραμμής. Οι υπερασπιστές των πυροβολείων είχαν εντολή να αμυνθούν ώσπου ο στρατός του υποτομέα Ροδοπόλεως να συμπτυχθεί χωρίς απώλειες προς τα Κρούσια κι αμέσως μετά, να εγκαταλείψουν κι αυτοί τις θέσεις τους με κανονική υποχώρηση, έχοντας ως πλεονέκτημα την άριστη γνώση της περιοχής. Κατά την εισβολή των Γερμανών στο Μπέλες, στις 6 Απριλίου 1941, ο έφεδρος λοχίας Ίτσιος βρέθηκε να είναι επικεφαλής του Πολυβολείου Π8.


Είναι 5:15΄ το ξημέρωμα, όταν ψηλά στην «Ομορφοπλαγιά» του Μπέλες η πιο τέλεια πολεμική μηχανή της εποχής αρχίζει το καταστροφικό της έργο. Το πρώιμο γλυκοχάραμα έρχεται συντροφευμένο από ομοβροντίες Γερμανικών πυροβόλων, όλμων και πολυβόλων. Αρχίζει η επίθεση. Οι υπερασπιστές της προκάλυψης ανταπαντούν.Τα μάτια του Ίτσιου και των συντρόφων του κατακόκκινα απ’ την ολονύχτια αγρυπνία ερευνούν πόντο – πόντο το έδαφος μπροστά τους. Με το δάχτυλο στην σκανδάλη είναι έτοιμοι να αντιτάξουν σκληρή αντίσταση στην ιταμή επίθεση. Η προκάλυψη αντιστέκεται ηρωικά. Ο ήλιος, στις πλαγιές του Μπέλες, αρχίζει σιγά – σιγά το καθημερινό του ανηφόρισμα. Κάποια στιγμή ακούγεται βόμβος αεροπλάνων. Τρία ή τέσσερα «στούκας» πλησιάζουν την περιοχή και ξερνούν σίδηρο και φωτιά. Στη σφοδρότητα των επίγειων και ουράνιων επιθέσεων δεν αντέχει άλλο η προκάλυψη. Αναδιπλώνονται οι υπερασπιστές της πρώτης γραμμής. Έρχεται η σειρά των πολυβολείων. Θερίζουν τα πολυβόλα τους. Ατσάλινοι οι υπερασπιστές τους καθηλώνουν τους Γερμανούς. Τα αεροπλάνα βουτούν και ξαναβουτούν με λύσσα σκορπώντας φωτιά και όλεθρο. Τα οχυρά αντιστέκονται. Οι υπερασπιστές των πολυβολείων ποτίζουν με το αίμα τους τα ιερά χώματα της γενέθλιας γης. Σταδιακά τα ελληνικά πυροβολεία Π3, Π4, Π5 και Π9, σιγούν. Ακολουθεί το Π6 που, περικυκλωμένο από τον εχθρό, έπειτα από σθεναρή αντίσταση, καταλαμβάνεται το μεσημέρι. Τα πυροβολεία Π7 και Π8, όμως, συνεχίζουν να μάχονται. Μέσα βρίσκονται Έλληνες με ψυχή, θρεμμένοι με τα ιδεώδη της ελευθερίας, με τα ιδανικά της αυτοθυσίας. Έλληνες, που δε διαπραγματεύονται ούτε μια σπιθαμή ελληνικής γης. Γνωρίζουν πως δεν υπάρχει ελπίδα γι’ αυτούς. Αλλά, δεν τους νοιάζει.Το πυροβολείο Π8, έχει στη διάθεσή του 38.000 φυσίγγια, που οι υπερασπιστές του είναι διατεθειμένοι να τα «ξοδέψουν» με τη «δέουσα τσιγκουνιά».Κάποια στιγμή ο λοχίας Ίτσιος βλέποντας το μάταιο της θυσίας, διατάζει τους στρατιώτες της μονάδας του να εγκαταλείψουν το Π8. Ο ίδιος θα μείνει και θα προσπαθήσει να εξοντώσει μόνος του τους Γερμανούς εισβολείς. Μερικοί υπακούουν.Οι Ανωπορογιώτες όμως μένουν.

Φίλοι και σύντροφοι στις δουλειές και στα γλέντια στο χωριό. Πιστοί συμμαχητές του τώρα στο Π8, στην απόφασή του για αντίσταση μέχρις εσχάτων, στη θυσία.Μεθυσμένος ο Ίτσιος από τους καπνούς και τη βαριά μυρωδιά της μπαρούτης, αλλά και σε κατάσταση έκστασης, αποκρούει με το πολυβόλο του τις λυσσασμένες απόπειρες των Γερμανών για κατάληψη του οχυρού του.Γυαλίζουν τα κράνη των σκοτωμένων Γερμανών στρατιωτών της Βέρμαχτ στον απριλιάτικο ήλιο. Οι επιθέσεις συνεχίζονται, πληθαίνουν, σκληραίνουν. Μα ο Ίτσιος δεν σταματά με το πολυβόλο του να σκορπά τον όλεθρο και το θάνατο στο Γερμανό εισβολέα. Όσο πιο πολύ κρατήσει στο μετερίζι του, τόσο πιο ασφαλής θα γίνει η υποχώρηση των άλλων προς τα Κρούσια. Ούτε σκέψη για τη δική του σωτηρία με φυγή. Γιατί αυτός δεν κιότεψε λεπτό. Η καρδιά του χτυπούσε για τα «αδέρφια» του! Πολεμούσε για όλους τους Έλληνες. Ένας για όλους! Η χαρά της θυσίας για την πατρίδα δίνει φτερά στην ψυχή, στα χέρια, στο πολυβόλο του λοχία. Οι άδειοι κάλυκες γεμίζουν τον ελεύθερο χώρο του πολυβολείου. Το τηλέφωνο με τη Διοίκηση από ώρα έχει σιγήσει. Κάποια στιγμή τελειώνουν τα πυρομαχικά. Αμέσως μετά ακολουθεί μια αλλόκοτη σιωπή. Οι Γερμανοί λουφάρουν. Αυτό φαίνεται, περίμεναν. Το τελείωμα των φυσιγγιών. Ο λοχίας με τους συντρόφους του γνωρίζουν πως έπραξαν το καθήκον τους. Πολέμησαν για την πατρίδα, για τις οικογένειές τους, τους φίλους τους. Ξέρουν πως μάλλον δεν θα ξαναδούν ποτέ τους δικούς τους ανθρώπους, για τους οποίους υπεραμύνθηκαν.


Με δυσκολία ανοίγουν τη βαριά σιδερόπορτα του φρουρίου τους. Τα άδεια φυσίγγια την έχουν φρακάρει. Σε λίγο βρίσκονται έξω. Στο γεμάτο από καπνούς, μυρωδιά μπαρούτης και θάνατο αέρα του βουνού. Είναι προχωρημένο απόγευμα. Κράτησαν για τα καλά. Στην κατάσταση αυτή -μισοζαλισμένοι και ιδρωμένοι από την περίεργη σιωπή – ούτε που κατάλαβαν την περικύκλωσή τους, άοπλοι αυτοί, από ομάδα Γερμανών. Στη διάρκεια της μάχης της Ομορφοπλαγιάς σκοτώθηκε και ο αντισυνταγματάρχης Ebeling, διοικητής του 138ου Συντάγματος Ορεινών Καταδρομών, ο πιο υψηλόβαθμος γερμανός αξιωματικός που έχασε τη ζωή του στη διάρκεια της Μάχης των Οχυρών. Η αντίσταση του Π.8 εξόργισε τον στρατηγό Shorner, καθώς εκτός από τις μεγάλες απώλειες που προκάλεσε στους άνδρες του, ανέτρεψε τον σχεδιασμό του για την πρώτη ημέρα του πολέμου. Όταν ο στρατηγός Shorner πληροφορήθηκε το γεγονός ότι ο διοικητής του πολυβολείου ήταν ένας απλός έφεδρος λοχίας, θίχτηκε ο εγωισμός του και αφού συναντήθηκε με τον αιχμάλωτο Ίτσιο τον ρώτησε:

– Ποιος είναι ο Διοικητής σου στο πυροβολείο;

– Εγώ είμαι, απάντησε ο Ιτσιος

– Δεν υπάρχει αξιωματικός;

– Οχι!

– Ξέρεις ότι για χάρη σου έχασα έναν αντισυνταγματάρχη και 232 στρατιώτες;

– Λυπάμαι στρατηγέ αλλά υπερασπίζομαι την πατρίδα μου.

Μετά από αυτό ο Shorner έδωσε εντολή παρουσίασης όπλων σε μια διμοιρία Γερμανών στρατιωτών προς τιμήν του Ίτσιου, και ΑΜΕΣΩΣ ΜΕΤΑ έδωσε διαταγή να εκτελεσθεί ο Ίτσιος, κατά παράβαση της συνθήκης της Γενεύης, αλλά να μην πειραχτούν οι δύο στρατιώτες που ήταν μαζί του, τους οποίους απελευθέρωσε στα Ανω Πορρόϊα!!!Επρόκειτο για το πρώτο έγκλημα πολέμου των Γερμανών στην Ελλάδα. Οι φωτογραφίες της Βέρμαχτ επιβεβαιώνουν τις μαρτυρίες των στρατιωτών του λοχία Ίτσιου που ήταν αυτόπτες μάρτυρες της δολοφονίας του, ότι πυροβολήθηκε εξ επαφής στο κεφάλι με περίστροφο, ενώ είχε ήδη παραδοθεί. Ο σημερινός επισκέπτης του Π.8 μπορεί να εντοπίσει ακόμη και τον βράχο όπου ο λοχίας έπεσε και ξεψύχησε όταν πυροβολήθηκε. Επρόκειτο για το πρώτο έγκλημα πολέμου των Γερμανών στην Ελλάδα. Οι φωτογραφίες της Βέρμαχτ επιβεβαιώνουν τις μαρτυρίες των στρατιωτών του λοχία Ίτσιου που ήταν αυτόπτες μάρτυρες της δολοφονίας του, ότι πυροβολήθηκε εξ επαφής στο κεφάλι με περίστροφο, ενώ είχε ήδη παραδοθεί. Ο σημερινός επισκέπτης του Π.8 μπορεί να εντοπίσει ακόμη και τον βράχο όπου ο λοχίας έπεσε και ξεψύχησε όταν πυροβολήθηκε.

Το πτώμα του, μαζί με αυτά των άλλων συμπολεμιστών του, ετάφη στην Ομορφοπλαγιά. Το 1946, η σύζυγός του, Άννα, μαζί με άλλους συγχωριανούς, ξέθαψαν και μετέφεραν τα οστά του και των άλλων πεσόντων στο Ηρώο του χωριού Άνω Πορόια. Είναι η χρονιά που απονέμεται μεταθανάτια στο λοχία ο βαθμός του Επιλοχία και το Αργυρό Αριστείο Ανδρείας για τη γενναιότητα και το θάρρος του. Πολλά χρόνια μετά στήνεται στην «Ομορφοπλαγιά» και κοντά στο θρυλικό πλέον Π8 αναμνηστική στήλη, το δε στρατόπεδο που υπάρχει στο χώρο της θυσίας του ονομάζεται «Στρατόπεδο Ίτσιου». Στις 10 Αυγούστου 1980, σε επίσημη τελετή γίνονται τα αποκαλυπτήρια της γλυπτικής σύνθεσης της κεντρικής πλατείας του χωριού Άνω Πορόια.

Αιωνία μνήμη και δόξα στον ήρωα Δημήτρη Ίτσιο.



https://www.youtube.com/watch?v=GFluWSoxg9E



https://crashonline.gr/

Γεώργιος Κονδύλης : Ο ατρόμητος πολεμιστής


 Το καλοκαίρι τού 1919, λίγον καιρό μετά τήν αποβίβαση τών ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη (2/15 Μαΐου 1919), το Αϊδίνι, μια από τις ωραιότερες και πλέον φιλόξενες πόλεις δέχτηκε τη βάρβαρη επίθεση δυνάμεων τού τακτικού Τουρκικού Στρατού αλλά καί τούρκων ατάκτων. Η πόλη είχε καταληφθεί στις 14 Μαΐου 1919 από απόσπασμα τού 4ου Συντάγματος Πεζικού, ὀμως στίς 16 Ιουνίου, ισχυρές τουρκικές δυνάμεις που είχαν συγκεντρωθεί στην κοιλάδα του ποταμού Μαιάνδρου περικύκλωσαν την πόλη, υποστηριζόμενες κι από μονάδες Πυροβολικού.Ακολούθησαν σκληρές μάχες μεταξύ των τουρκικών δυνάμεων και του ελληνικού αποσπάσματος που υπερασπιζόταν την πόλη, καθ’ όλη τη διάρκεια της 16ης Ιουνίου και έως το μεσημέρι της επομένης, 17ης Ιουνίου, όταν ο διοικητής των ελληνικών δυνάμεων, ο συνταγματάρχης Σχοινάς, υποχρεώθηκε να διατάξει την εκκένωση του Αϊδινίου. Το Αϊδίνι ανακατελήφθη από τις ελληνικές δυνάμεις στις 20 Ιουνίου, αλλά στο μεταξύ διάστημα οι εισβολείς είχαν προβεί σε απίστευτης έκτασης και αγριότητας σφαγές, βιασμούς γυναικών, λεηλασίες, ληστείες και πυρπολήσεις. Από ένα σύνολο 7.500 κατοίκων του Αϊδινίου και 3.500 προσφύγων των γειτονικών χωριών, μόνο 4.500 ανευρέθησαν από τα ελληνικά στρατεύματα. Οι υπόλοιποι είτε εσφάγησαν είτε κάηκαν ζωντανοί είτε απήχθησαν ως όμηροι στη μικρασιατική ενδοχώρα, ενώ σε διάφορα σημεία της πόλης εντοπίστηκε σημαντικός αριθμός ακρωτηριασμένων πτωμάτων. 


Μεταξύ των θυμάτων πού προκάλεσαν οι άνδρες τού Τουρκικού Στρατού και τα στίφη των ατάκτων που είχαν εισβάλει στην πόλη συγκαταλέγονταν οι νέοι πού αποτελούσαν το σώμα των ελλήνων προσκόπων.Στο Αϊδίνι, μια από τις πλέον ανεπτυγμένες ελληνικές πόλεις της Ανατολής, τα νεαρά Ελληνόπουλα είχαν ιδρύσει δύο προσκοπικές ομάδες, που ήταν το καύχημα της Ανατολής. Ο Αντνάν ο Μαινάδριος (Μεντερές) ζήλεψε, θέλησε να τους μιμηθεί. Κι ίδρυσε την τουρκική προσκοπική ομάδα του Αϊδινίου. Αλλ’ η τύχη της ήταν κωμικοτραγική. Ακολουθώντας το παράδειγμα του θηλυπρεπούς αρχηγού τους οι Τούρκοι, πρόσκοποι του Αϊδινίου προκαλούσαν τα γέλια, όταν έκαναν παρέλαση με τα φεσάκια τους. Κι η ομάδα του Μεντερές άρχισε να τροφοδοτεί με «πεσκίρ- τσογλάν» όλα τα χαμάμ του Αϊδινίου και της Σμύρνης. Ο Μεντερές ήταν από τους πρώτους που ακολούθησαν το κεμαλικό Κίνημα, όχι από πατριωτισμό, αλλά από ανθελληνικό μίσος. Ήταν μαζί με τους Τσέτες που επιτέθηκαν στο Αϊδίνι. Με τις πρώτες τουφεκιές οι Έλληνες πρόσκοποι τρέχουν να βοηθήσουν το Στρατό μας. Δεν είναι πολλοί — μόλις 31, αλλ’ ο ηρωισμός τους είναι υπέροχος. Οι μεγαλύτεροι αρπάζουν τα όπλα και πολεμούν μαζί με τους στρατιώτες, οι μικρότεροι μεταφέρουν πολεμοφόδια, παίρνουν τους τραυματίες και μεταδίδουν μηνύματα. Πολλοί από τους Προσκόπους έπεσαν τήν ώρα τής μάχης.Ήταν οι πιό τυχεροί. Όσοι δεν πρόφθασαν, έπεσαν στα χέρια τής ομάδας τών δημίων τού Μεντερές κι οδηγήθηκαν ανατολικά της πόλης, στις όχθες του Εύδωνος ποταμού, που έγινε κι ο τόπος του μαρτυρίου τους. 

Οι Τσέτες καλούν τον αρχηγό τους, τον τοπικό έφορο Νικόλαο Αυγερίδη, ν’ απαρνηθεί τον εθνισμό του, να προσκυνήσει τον Μωάμεθ, αν ήθελε να σωθεί. «Ζήτω η Ελλάδα!» ήταν η απάντηση του ήρωα εκείνου. Φρύαξαν οι Τσέτες, λύσσαξαν από το κακό τους. Στο πρόσταγμα του Μεντερές, ένας Τσέτης τραβά το μαχαίρι του και βγάζει το μάτι του Αυγερίδη. Το αίμα πετάγεται με ορμή, πιτσιλίζει καί τον βασανιστή του. Αλλ’ ο Αυγερίδης δεν λυγίζει. Τον καλούν και πάλι ν’ αρνηθεί την πατρίδα του. Κι αυτήν τη φορά απαντούν όλοι μαζί, βροντοφωνούν: «Ζήτω η Ελλάδα!» Τα δύσμοιρα παιδιά βάδιζαν προς το θάνατο σαν να πήγαιναν σε πανηγύρι. Οι Τσέτες δεν μπορούν πια να συγκρατηθούν. Ο Αυγερίδης κομματιάζεται, ο Φιλοκτήτης Αργυράκης γδέρνεται κυριολεκτικά, ο Βεϊνόγλου αποκεφαλίζεται. Κανείς δεν γλυτώνει. Τόση ήταν η μανία των Τούρκων, που και νεκρούς ακόμη τους βασανίζουν. Παλουκώνουν τα πτώματά τους, τα ευνουχίζουν, επιδίδονται σ’ ένα όργιο φρικιαστικό — όργιο που δεν μπορεί να συλλάβει ο ανθρώπινος νους. Κι όταν, δυο ημέρες αργότερα, οι στρατιώτες μας ξαναπαίρνουν το Αϊδίνι, δεν μπορούν να κρύψουν τη συγκίνησή τους. Με δακρυσμένα μάτια, οι σκληροτράχηλοι πολεμιστές σηκώνουν στην αγκαλιά τους τα τυραννισμένα πτώματα των μικρών ηρώων για να τα θάψουν. Ας είναι ελαφρό το χώμα που τα σκεπάζει.

Το θέαμα της κατεστραμμένης πόλης ήταν τραγικό. Η ελληνική συνοικία είχε μεταβληθεί σε σωρό από ερείπια, που κάπνιζαν ακόμη. Από τις 11.000 Έλληνες κατοίκους —ντόπιους και πρόσφυγες του εξωτερικού— 6.500 σφάγησαν με τον πιο άγριο τρόπο. Γυναίκες ατιμάστηκαν, παρθένες καί παιδιά βιάστηκαν και περιουσίες αρπάχτηκαν, όπως είδαμε στην περιγραφή του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου. Αλλ’ η τιμωρία των φονιάδων δεν θ’ αργούσε. Την ημέρα που έπεφτε το Αϊδίνι, στη Σμύρνη αποβιβαζόταν το 3ο σύνταγμα πεζικού, που επέστρεφε από την Ρουμανία. Χωρίς να χάσει ούτε μια μάχη. Αντίθετα, μάλιστα. Σταματούσε κι ανέτρεπε τις επιθέσεις των επαναστατών, δίνοντας τον καιρό στους άλλους να φύγουν. Ήταν το ίδιο σύνταγμα που κράτησε το περιχαρακωμένο στρατόπεδο της Οδησ­σού δίνοντας μια τρομερή μάχη. Και στο κορύφωμά της χτύπησε το τηλέφωνο τού σταθμού διοίκησης. Τα καλώδια δεν είχαν κοπεί, στη βιασύνη της φυγής, κι ακούσθηκε μια φωνή, από την άλλη άκρη του Μετώπου. Ζητούσε το διοικητή, αλλ’ εκείνος βρίσκονταν στήν πρώτη γραμμή. Κι ο άγνωστος είπε στον λοχαγό Γιαννιό, που τον αντικαθιστούσε: «Εδώ Αταμάνος Γκρηγκόριεφ. Γιατί, μωρέ Έλληνες, μας πολεμάτε; Εσάς δεν μπορούμε να σας νικήσουμε. Αφήστε μας να τσακίσουμε τούς άλλους». Αυτό ήταν το 3ο σύνταγμα. Διοικητής του ήταν ο Γεώργιος Κονδύλης. Αυτός διετάχθη να τιμωρήσει τούς σφαγείς του Αϊδινίου.

Οι ορεσίβιοι πολεμιστές του είναι ταλαιπωρημένοι. Μόλις όμως πληροφορούνται ότι θα κτυπήσουν τους Τούρκους, τα πόδια κάνουν φτερά. Ο Κονδύλης, που δεν ήταν μόνο πολεμιστής, αλλά κι ευφυής αξιωματικός, μ’ επιτελικό δαιμόνιο, ενεργεί κεραυνοβόλα. Μεταφέρει το σύνταγμα του σιδηροδρομικά μέχρι το Οδεμήσι, βόρεια του Αϊδινίου, και με ταχύτητα αστραπής περνά τα Θείρα, δρασκελίζει τον ορεινό όγκο της Μεσωγίδας και φθάνει ανατολικά του Αϊδινίου. Θέλει ν’ ανακόψει την υποχώρηση των Τούρκων. Δεν θέλει να τους διώξει, θέλει να τους τσακίσει. Αλλ’ οι Τούρκοι έχουν υποχωρήσει νότια του Μαιάνδρου, ζητώντας προστασία στην ιταλική ζώνη Κατοχής. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η συνενοχή των Ιταλών στην επίθεση κατά του Αϊδινίου είναι αναμφισβήτητη. Οι Τσέτες εξόρμησαν από το στρατόπεδο της Τζίνας σε βάθος 50-60 χιλιομέτρων από τον Μαίανδρο. Κι ασφαλώς η κίνησή τους δεν πέρασε απαρατήρητη. Ξαναπέρασαν τον Μαίανδρο, όπου οι Ιταλοί είχαν εγκαταστήσει φυλάκια, χωρίς και πάλι να ενοχληθούν. Αλλ’ η χειροπιαστή απόδειξη της ενοχής τους ήταν οι ιταλικές επωμίδες κι άλλα ιταλικά εφόδια, που βρέθηκαν στο πεδίο της μάχης. Κι οι καταθέσεις αιχμαλώτων, που ομολόγησαν ότι οι Τσέτες είχαν επιτεθεί υποστηριζόμενοι από μια ιταλική πολυβολαρχία και τμήμα πολυβόλων. Αυτοί ήταν οι Ιταλοί «σύμμαχοί» μας.

Ο Κονδύλης, φθάνοντας στο Αϊδίνι, δεν είχε δώσει ακόμη μάχη κατά των Τούρκων, μικροσυμπλοκές με ομάδες ατάκτων δεν μπορούσαν να κορέσουν το μένος του. Και παίρνει μια απόφαση που το στρατηγείο ενέκρινε εκ των υστέρων: Διατάζει τους άνδρες του να περάσουν την πέτρινη γέφυρα του Μαιάνδρου και να εισβάλουν στην ιταλική ζώνη Κατοχής. Μόλις αρχίζει η διάβαση του Μαιάνδρου φθάνει λαχανιασμένος ένας Ιταλός ταγματάρχης με δύο άλλους αξιωματικούς και ζητεί να συναντήσει τον Κονδύλη, ο οποίος τον δέχεται έφιππος. Και με διερμηνέα —ο Κονδύλης μόνο τη θεσσαλική μιλούσε άπταιστα— του ζητάει να σταματήσει την προέλασή του, γιατί εκεί, στην περιοχή του Μαιάνδρου, ήταν η ιταλική ζώνη.

«Πες του», λέγει ο Κονδύλης στο διερμηνέα, «ότι θα σταματήσω μόνο αν μου παραδώσουν τους Τούρκους».

«Μα αυτό είναι αδύνατο» απαντά ο Ιταλός.

«Τότε εγώ θα προχωρήσω».

Ο ιταλός ταγματάρχης, με το τηλέφωνο του διπλανού φυλακίου, ζητεί οδηγίες από τους ανωτέρους του και επιστρέφοντας ζητεί από τον Κονδύλη να περιμένει μέχρις ότου γίνουν συνεννοήσεις μέσω της Αρμοστείας. Αλλ’ αυτό εξοργίζει τον Κονδύλη:

«Να του πεις ότι εγώ δεν ξέρω από υψηλή διπλωματία. Ώσπου να συνεννοηθούν αυτοί, εγώ θα έχω πιάσει τους Τούρκους».

«Αν προχωρήσετε», απειλεί ο Ιταλός, «έχω διαταγή να διατάξω πυρ».

«Δεν πειράζει» απαντά ο Κονδύλης.

Και σπηρουνίζοντας τ’ άλογό του τίθεται επικεφαλής των ανδρών του, περνά τον Μαίανδρο, χωρίς, φυσικά, να τολμήσουν αντίσταση οι Ιταλοί, και ξεκινά την καταδίωξη των Τούρκων.

Η εκδίκηση του Κονδύλη ήταν τρομερή, όπως τρομερός ήταν κι ο ίδιος. Σαν κεραυνός πέφτει πάνω στο τουρκικό στρατόπεδο της Τζίνας και το διαλύει. Και χωρίς καθυστέρηση συνεχίζει την προέλασή του, καταλαμβάνει τον ορεινό όγκο Σαπουντζά Νταγ και κάνει μια κυκλωτική κίνηση προς Δυσμάς, στρέφει προς Βορρά κι επιστρέφει στις γραμμές μας από την κατεύθυνση των Σωκίων. Στο πέρασμα του —γιατί να το κρύψει κανείς;— τίποτε δεν μένει όρθιο. Όποιο χωριό τουρκικό τολμά ν’ αντισταθεί, καταστρέφεται, οι αντάρτικες ομάδες, που προσπαθούν να τον αναχαιτίσουν, συντρίβονται. Σπείρει τον τρόμο, τον πανικό στους Τούρκους, προκαλεί ακόμη και το δέος των δικών μας. Κι ο συνταγματάρχης Σταυριανόπουλος εξομολογείται σε Μικρασιάτη δημοσιογράφο:

«Μπαίνοντας στον σιδηροδρομικό σταθμό του Ντεμερτζίκ, είδα μερικούς Τούρκους συγκεντρωμένους. Αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Πίστευα ότι από εκεί που πέρασε ο Κονδύλης δεν είχε μείνει Τούρκος, ούτε για δείγμα».

Ο Ευρυτάνας στρατιωτικός και πολιτικός Γεώργιος Κονδύλης απεβίωσε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 1936, σε ηλικία 57 ετών.

Ο σεβαστός ιεράρχης, τοποτηρητής της Μητρόπολης Ηλιούπολης και Θείρων (Αϊδινίου) την εποχή εκείνη, σ’ ένα από τα έγγραφα του αρχείου του, αναφέρει:

«Ο συνταγματάρχης Σχοινάς και το περί αυτόν επιτελείον επανικοβλήθησαν και διέταξαν εγκατάλειψιν των φυλακίων και συγκέντρωσιν του στρατού εντός της πόλεως. Εφήρμοσαν, δηλαδή, άνευ αντιστάσεως το σχέδιο των επιτεθέντων, οίτινες επεδίωκον να μεταφέρωσι την μάχην εντός της πόλεως, της οποίας το μέγα πλήθος ωπλοφόρει. Ηναγκάσθη, ούτως, ο ελληνικός Στρατός να αποδυθή εις οδομαχίαν, βαλλόμενος πανταχόθεν, εκ των οικιών, των μιναρέδων, των δημοσίων καταστημάτων κλπ. Εις επίμετρον και εκ μέρους του Στρατού και εκ μέρους των Τούρκων κατοίκων ηνάφθησαν πυρκαιαί, πολλαπλασιασθέντος ούτω του τρόμου και του πανικού των ημετέρων. Αλλ’ ο συνταγματάρχης έχασε την ψυχραιμίαν και πρωτοβουλίαν του εις τοιούτον βαθμόν, ώστε παρέταξεν, εξοπλίσας, τους προσκόπους, διά να κρατήσουν άμυνα, ίνα ασφαλώς υποχωρήση και εκκενώση την πόλιν, αφήσας ούτως εις το έλεος του Θεού τους κατοίκους και δή τους προσκόπους, οίτινες, ως ήτο φυσικόν, απεδεκατίσθησαν, κατακρεουργηθέντος και του αρχηγού αυτών, αειμνήστου Αυγερίδου.



https://www.in.gr/