Βασίλη κάτσε φρόνιμα


Βασίλη, κάτσε φρόνιμα, να γένεις νοικοκύρης,
για ν' αποχτήσεις πρόβατα, ζευγάρια κι αγελάδες,
χωριά κι αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν.
- Μάνα μου εγώ δεν κάθομαι να γίνω νοικοκύρης,
να κάμω αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν,
και να 'μαι σκλάβος των Τουρκών, 
κοπέλι στους γερόντους
Φέρε μου τ' αλαφρό σπαθί και το βαρύ τουφέκι,
να πεταχτώ σαν το πουλί ψηλά στα κορφοβούνια,
να πάρω δίπλα τα βουνά, να περπατήσω λόγγους,
να βρω λημέρια των κλεφτών, γιατάκια καπετάνιων
και να σου ρίξω κλέφτικα, να σμίξω τους συντρόφους,
που πολεμούν με την Τουρκιά και με τους Αρβανίτες».

Πουρνό φιλεί τη μάνα του, πουρνό ξεπροβοδιέται.
''Γεια σας βουνά με τους γκρεμνούς, λαγκάδια με τις πάχνες!
- Καλώς το τ' άξιο το παιδί και τ' άξιο παλικάρι'''.


Ν. Γ. ΠΟΛΙΤΗΣ

Να πάψεις να φοβάσαι



Πρέπει να πάψεις να φοβάσαι. Είναι απαράδεκτο να φοβάσαι. Υπάρχει τρόπος να ψάξεις, να καθορίσεις από πού κι από τι έρχεται αυτός ο φόβος. Ο φόβος είναι αθλιότητα, μην ξεπέφτεις εκεί. Πιάσε από την αρχή την γλώσσα σου. Κοίταξε τον τρόπο που εσύ την κάνεις να δουλέψει, να λειτουργήσει. Πως συνταιριάζεις τις λέξεις στη γλώσσα; Σε τι κανόνες, σε τι νόμους υπακούεις; Γιατί δεν γκρεμίζεις αυτό το καλοστημένο (ή δήθεν) γλωσσικό σου οικοδόμημα, γιατί δεν το ξαναφτιάχνεις από την αρχή, με άλλη γραμματική, με άλλη σύνταξη, με άλλες λέξεις, (ακόμα κι αυτό) άλλες σχέσεις, συναρτήσεις, δομές; Γιατί δέχεσαι υποταγμένος το κοινώς αποδεχτό νόημα, τη σημασία που σου έχει επιβληθεί αυτών ή εκείνων των λέξεων; Γιατί δεν τις τορπιλίζεις; Γιατί φοβάσαι; Δεν είναι αργά. Έτσι κι αλλιώς επικοινωνία δεν υπάρχει. Είναι απαράδεκτο να φοβάσαι.
.


Τάκης Σινόπουλος  [17 /3/1917 - 25/4/1981]
.
.




Ν.Καζαντζάκης - «Η νέα Πομπηία»


Ο εργάτης δε μπορεί σήμερα, όπως στο μεσαίωνα, νʼ αγαπήση το έργο του. Το μεσαίωνα δούλευε με υπομονή, με έρωτα, την ύλη. Αμοιβή θεωρούσε όχι μονάχα το μεροκάματο, μα πολύ περισσότερο: την αναγνώριση των ανθρὠπων,ή της πολιτείας, που τούδωκαν την παραγγελία. Κι ακόμα μεγαλύτερη αμοιβή ένοιωθε την ίδια του εσωτερική χαρά, δημιουργώντας ένα ωραίο ή ένα χρήσιμο έργο.Σήμερα ο εργάτης καμιά τέτοια εσωτερική σχέση δεν έχει με το έργο του. Πώς είναι δυνατό νάχη; Δουλεύει χρόνια, από το πρωί έως το βράδυ, κάνει την ίδια κίνηση, εχτελεί μηχανικά μια λεπτομέρεια, μήτε τον μέλει για την ωραιότητα ή την ωφέλεια της δουλειάς του. Γιατί να τον ενδιαφέρη; Δουλεύει κι η προσωπική του συνεισφορά καμιάν αξία δε μπορεί νάχη θεμελιώδη στην ποιότητα του όλου έργου.Ακόμα πιότερο: μισεί το έργο, που κάνει· γιατί νοιώθει πως ολοένα το έργο τούτο τον αποχτηνώνει, του σκοτώνει την ψυχή και το σώμα. Το μισεί ακόμα, γιατί ξέρει, πως όλοι του οι κόποι παχαίνουν και πλουτίζουν δυό τρεις κεφαλαιούχους. Αυτός, η γυναίκα του, τα παιδιά του, τα εγγόνια του, γενεές γενεών, θʼ αποχτηνώνουνται και θα φτωχοζούν, μεροδούλι-μεροφάϊ. Επομένως η μόνη του φροντίδα είναι να λιγοστέψη όσο μπορεί τις ώρες της εργασίας του και να μεγαλώση όσο μπορεί το μεροκάματό του. Πουλάει την ψυχή και το σώμα του μονάχα για υλική συντήρηση, για να μην πεθάνη της πείνας. Αλλη αμοιβή δε μπορεί να περιμένη από το έργο του.Μην του πήτε για να τον παρηγορήσετε, πώς δουλεύει για την κοινωνία και για το κράτος. Μισεί την κοινωνία τούτη, που τόσο άνομα έχει μοιράσει τις απολαυές και τους κόπους, που έχει θεσπίσει την αδικία, τη σκληρότητα, την εκμετάλλευση της πείνας, την εξαχρείωση της γυναίκας. Μισεί το Κράτος, που υποστηρίζει ωρισμένη κοινωνική τάξη, τους κεφαλαιούχους και τους αστούς, ίσα-ίσα τους ανθρώπους, που κερδοσκοπούν κι εκμεταλλεύουνται την πείνα του.
Σήμερα ο εργάτης καμιά τέτοια εσωτερική σχέση δεν έχει με το έργο του. Πώς είναι δυνατό νάχη; Δουλεύει χρόνια, από το πρωί έως το βράδυ, κάνει την ίδια κίνηση, εχτελεί μηχανικά μια λεπτομέρεια, μήτε τον μέλει για την ωραιότητα ή την ωφέλεια της δουλειάς του. Γιατί να τον ενδιαφέρη; Δουλεύει κι η προσωπική του συνεισφορά καμιάν αξία δε μπορεί νάχη θεμελιώδη στην ποιότητα του όλου έργου.Ακόμα πιότερο: μισεί το έργο, που κάνει· γιατί νοιώθει πως ολοένα το έργο τούτο τον αποχτηνώνει, του σκοτώνει την ψυχή και το σώμα. Το μισεί ακόμα, γιατί ξέρει, πως όλοι του οι κόποι παχαίνουν και πλουτίζουν δυό τρεις κεφαλαιούχους. Αυτός, η γυναίκα του, τα παιδιά του, τα εγγόνια του, γενεές γενεών, θʼ αποχτηνώνουνται και θα φτωχοζούν, μεροδούλι-μεροφάϊ. Επομένως η μόνη του φροντίδα είναι να λιγοστέψη όσο μπορεί τις ώρες της εργασίας του και να μεγαλώση όσο μπορεί το μεροκάματό του. Πουλάει την ψυχή και το σώμα του μονάχα για υλική συντήρηση, για να μην πεθάνη της πείνας. Αλλη αμοιβή δε μπορεί να περιμένη από το έργο του.Μην του πήτε για να τον παρηγορήσετε, πώς δουλεύει για την κοινωνία και για το κράτος. Μισεί την κοινωνία τούτη, που τόσο άνομα έχει μοιράσει τις απολαυές και τους κόπους, που έχει θεσπίσει την αδικία, τη σκληρότητα, την εκμετάλλευση της πείνας, την εξαχρείωση της γυναίκας. Μισεί το Κράτος, που υποστηρίζει ωρισμένη κοινωνική τάξη, τους κεφαλαιούχους και τους αστούς, ίσα-ίσα τους ανθρώπους, που κερδοσκοπούν κι εκμεταλλεύουνται την πείνα του.
Τι πρέπει να γίνη; Οπως γρηγόρεψε ο ρυθμός της ζωής, ανάγκη άπειροι άνθρωποι να δουλεύουν στις φάμπρικες, κάτου στη γης, στη θάλασσα. Να γυρίση πίσου ο εργάτης στη μεσαιωνική απλότητα κι αγάπη, αδύνατο. Νʼ ανεχτή τη σημερινή αδικία και φρίκη, αδύνατο. Καμιά ελπίδα πια μεταθανάτιας αμοιβής δεν τους ξεγελάει· τίποτα πια δε μπορεί να τους δώση εγκαρτέρηση κι υπομονή. Η γη τούτη είναι κόλαση, η γη τούτη είναι κι η Παράδεισο. Εδώ πρέπει να ξεσπάση η αμοιβή κι η τιμωρία.Στα φοβερά εργαστήρια της σάρκας τους, που είναι ακόμα όλο βάρος και μίσος, δουλεύονται μέσα στη δυστυχία τα νέα οράματα. Μετατοπίζουνται οι αρετές, δημιουργούνται καινούργιες, τρεκλίζουν οι παλιές ελπίδες, η πατρίδα παίρνει νέο πρόσωπο.Αργά μέσα στα σκεβρωμένα τούτα από τη δουλειά κι από τη θλίψη στήθεια, ουρμάζει ο νέος δεκάλογος. Ο παλιός γάμος έχασε πια τη γοητεία του· δεν έχει πια καιρό το αντρόγυνο νʼ απομείνη μονάχο του, δίχως έγνοιες-η πείνα, η δουλειά, η αμάθεια, το κρασί, τα παιδιά, παίρνουν ξοπίσου τους ανθρώπους. Πώς να κοιταχτούν ήσυχα, γλυκά, πολλήν ώρα, όπως στις παλιές ιστορίες;Τα παιδιά δουλεύουν από μικρά, στρεβλώνουνται τα τρυφερά σώματα η ψυχή ξεχνουδίζει. Οι γυναίκες αφήνουν τα σπίτια τους ξημερώματα, δουλεύουν με άλλες γυναίκες, με άλλους άντρες, γυρίζουν κουρασμένες τη νύχτα. Σβήνει το πατροπαράδοτο τζάκι, η γυναίκα χάνει την πιο μυστική της αξία.
Η πατρίδα δεν είναι πια η γλυκύτατη γωνιά της γης-ο εργάτης είναι δεμένος με τη φάμπρικα και με τη μηχανή, γυρίζει από τόπο σε τόπο, νοιώθει, πως αυτό που λεν οι αστοί πατρίδα είναι τα χωράφια, τα σπίτια, οι φάμπρικες των ανθρώπων, που μισεί.Ετσι “λευτερώνουνται”, αδειάζουν από την έγνοια της πατρίδας και της οικογένειας. Και όχι μονάχα οι εργάτες. Σιγά, σιγά κι άλλες τάξες φτωχές, που δουλεύουν, παρασέρνουνται μέσα στο σύχρονο στρόβιλο. Στηρίζουνται μονάχα στους εαυτούς των-μήτε στο Θεό, μήτε στην πατρίδα, μήτε στην οικογένεια. Ξέρουν, αν δεν έχουν δύναμη να δουλέψουν, θα πεθάνουν στο δρόμο. Είτε άντρες, είτε γυναίκες, είτε παιδιά. Η ικανότητα των χεριών και του μυαλού τους-τίποτα άλλο δε μπορεί να τους σώση. Τίποτα άλλο; Γρήγορα νοιώθουν πώς ένας μονάχος δεν έχει καμιά δύναμη. Μα αν σμίξη με άλλους, όμοιους με αυτόν, αν γίνουν ένα πλήθος μεγάλο, τότε οι άλλοι-οι πλούσιοι εκμεταλλευτές, οι εχτροί-θα φοβηθούν και θα σεβαστούν το δίκιο του. Κι αρχίζει η οργάνωση, σμίγουν οι αδύνατοι κι οι αδικούμενοι γίνεται η φοβερή ετοιμασία.Κάτου από τα σύνορα της πατρίδας λαγούμια ανοίγουνται, κατακόμπες καινούργιες και σμίγουν, αλλόφυλοι, αλλόγλωσσοι γύρω από το κρασί της νέας κοινωνίας. Οπως οι χριστιανοί δε ρωτούσαν αν είσαι ιουδαίος ή έλληνας, λεύτερος, γή σκάβος, μα χώριζαν τους ανθρώπους σε δύο, σε πιστούς και σε άπιστους όμοια σήμερα συντάζεται μια νέα τάξη πιστών-οι Συντρόφοι. Κοινές ελπίδες τους σμίγουν, κοινό μίσος. Πειθαρχούν, όπως όλοι όσοι πιστεύουν: η προσωπικότητά τους υποτάζεται στο σύνολο. Νοιώθουν, ετοιμάζουνται για έφοδο.Ομως υπάρχουν πλήθος χωριάτες, που είναι έτοιμοι να ριψοκιντυνέψουν τη ζωή τους για την πατρίδα· γιατί μέσα στην πατρίδα είνε το χωράφι τους. Υπάρχουν και άλλοι, που κάθουνται στα τραπέζια και χαίρουνται, δυνατά ωργανωμένοι. Ολοι τούτοι στη μεγάλη στιγμή θʼ αντισταθούν, όσο χρειάζεται για να γίνη με την αντίσταση και με το αίμα πιο γόνιμη η νίκη. Μα όλη η φόρα του Σύμπαντος είναι ενάντιά τους-έφαγαν, ήπιαν, δημιούργησαν ένα πολιτισμό, ξεθύμαναν. Εφτασε η στερνή μορφή του χρέους των: να εξαφανιστούν.
Ετσι αγναντεύοντας το σύνολο και τοποθετώντας την εποχή μας, βλέπομε πιο είναι το σύγχρονο χρέος μας: α) Μίσος, πόλεμος χωρίς έλεος, χωρίς συμβιβασμό, ενάντια στην αστική τάξη. Εκαμαν το χρέος τους, τώρα γινήκαν εμπόδια στο πνέμα. β) Καμιά αηδία κι απογοήτευση από την συνεργασία μας με τους προλετάριους. Είναι σκοτεινοί, σκληροί, ακάθαρτοι, θέλουν να πάρουν την εξουσία για νʼ αδικήσουν και αυτοί, να γλεντήσουν, σαν τους άλλους. Μα τί σημαίνει; Είναι τα σύχρονα θεοφόρα μεταγωγικά. Θα ξελαγαρίση η βαρειά τούτη ύλη, θα γίνη πνέμα, θα δημιουργήση νέον πολιτισμό-πριχού ξαναγυρίση στο χτήνος.Σέβας με κυριεύει. Μέσα στις μάζες τούτες καθαρά ξεχωρίζω την κραυγή του Αόρατου, που ανεβαίνει. Αν ζούσα άλλους αιώνες, την κραυγή τούτη θα την ξεχώριζα μέσα στις μάζες των νοικοκυραίων, των βιομηχάνων, των εμπόρων, που ανέβαιναν τότε και θα συμμαχούσα μαζί τους. Μια προσπάθεια αιώνια, ανώτερη από τον άνθρωπο πιάνεται από κορμιά, από γένη, από τάξεις τις δουλεύει, τις μετουσιώνει όσο μπορεί, κι ύστερα, όταν πια εξαντληθούν, τους αφήνει και πιάνεται απο άλλο ακατέργαστο υλικό. Η δύναμη τούτη σπρώχνει το κάθε τι να υψωθή και να καρπίση κι ύστερα το συντρίβει, σαν άχρηστο.
Αυτήν την αιώνια προσπάθεια μέσα από διάφορες εποχές, από πλήθος εναλλαγές και πάθη, χρέος έχομε νʼ ακολουθούμε, να βοηθούμε, να συνεργαζόμαστε μαζί της. Σήμερα έχει αρπάξει τα πλήθη, που δουλεύουν και πεινούν-τα πλήθη αυτά σήμερα είναι το ακατέργαστο υλικό της.Την αδυσώπητη τούτη προσπάθεια δε μπορούν οι μάζες να τη διακρίνουν. Της δίνουν διάφορες μικρές ονομασίες, για να μπορέσουν να την κάμουν νοητή στο στενό μυαλό τους κι αγαπητή στις ταπεινές τους ανάγκες.Την ονομάζουν ευτυχία, δικαιοσύνη, ισότητα, ειρήνη. Μα ο αόρατος Αγωνιζόμενος, αφίνοντας τα δολώματα τούτα να γοητεύουν και να γκαρδιώνουν τις μάζες, μάχεται σκληρός κι ανήλεος να διαπεράση τις σάρκες τούτες, να δημιουργήση απʼ όλες τις σύγχρονες κραυγές της πείνας και της οργής ένα λόγο ελευθερίας.

Ν.Καζαντζάκης
















Αχιλλέας Παράσχος



Ο Αχιλλέας Παράσχος (πραγματικό όνομα Νασάκης ή Νασίκογλου· Ναύπλιο 1838 – Αθήνα, 26 Ιανουαρίου 1895) ήταν Έλληνας ρομαντικός ποιητής του 19ου αιώνα, εκπρόσωπος της πρώτης Αθηναϊκής σχολής. Παράσχος ήταν το μικρό όνομα του πατέρα του.
Γεννήθηκε στο Ναύπλιο και καταγόταν από τη Χίο. Νωρίς εγκαταστάθηκε στην Αθήνα με τον πατέρα του έπειτα από την καταστροφή της Χίου. Διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα από τον αδελφό του Γεώργιο (1821-1886), επίσης ποιητή. Από όσα γνωρίζουμε δεν έκανε σπουδές και κατόρθωσε να μορφωθεί από τις εφημερίδες και τα βιβλία τα οποία διάβαζε. Δεν εργάστηκε ποτέ του, καθώς χρήματα και φήμη τού έδιναν μονάχα οι στίχοι του. Οι πολιτικοί της εποχής τον διόριζαν σε διάφορες θέσεις μόνο και μόνο για να εισπράττει μισθό.Στα νεανικά του χρόνια αναμείχθηκε στον κύκλο της Χρυσής Νεολαίας, στους σπουδαστές και στους διανοούμενους οι οποίοι είχαν στόχο την απομάκρυνση του Όθωνα, και που εξαιτίας αυτής της φυλακίσθηκε στις φυλακές του Μεντρεσέ απέναντι από τους Αέρηδες και πού εξαιτίας αυτού εμπνεύστηκε το ποίημά του «Εις τον πλάτανον του Μεντρεσέ» το οποίο και έγινε πανελληνίως γνωστό. Αφέθηκε γρήγορα ελεύθερος γιατί στην φυλακή αρρώστησε βαριά αλλά δεν σταμάτησε την δράσης του εναντίον του Όθωνα. Τη νύχτα που καταλύθηκε ή εξουσία ο Παράσχος ήταν ένας από τους πολίτες που πήγαν στον στρατώνα του πυροβολικού για να ενωθούν με τον ξεσηκωμένο στρατό. Ωστόσο, όταν το 1867 πέθανε ο Όθων μετανιωμένος για τη στάση του έγραψε το Ελεγείον εις τον Όθωνα δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο την απογοήτευσή του από την πολιτική εκείνων που είχαν εκδιώξει τον Όθωνα,αλλά δεν τήρησαν τις επαγγελίες τους.
Δημοσίευσε τους πρώτους στίχους του στα περιοδικά Αβδηρίτης και Χρυσαλλίς. Όταν το 1881 εξέδωσε τρεις τόμους με ποιήματά του, εισέπραξε το υπέρογκο για την εποχή ποσό των 50.000 δραχμών. Ταξίδεψε στη Ρουμανία, την Αίγυπτο, τη Γαλλία και την Αγγλία όπου οι εκεί Έλληνες τον υποδέχθηκαν με αγάπη.Απεβίωσε το 1895 και ενταφιάστηκε στο Α΄ Κοιμητήριο των Αθηνών. Η κηδεία του, με είκοσι επικήδειους, συγκέντρωσε πλήθος κόσμου και έγινε παρουσία και του τότε βασιλιά, Γεωργίου Α’. Τέτοια πάνδημη κηδεία δεν είχε ξαναγίνει ποτέ.Όπως έγραψε και ό Ξενόπουλος «Δεν έμεινε άνθος που να μην κατατεθεί εις τον τάφον του εκείνον στολιζόμενον καθημερινώς επί εβδομάδας, επί μήνας από γνωστούς και αγνώστους θαυμαστάς. Όλοι τον έκλαψαν ως τον τελευταίον εθνικόν ποιητήν του ελληνισμού».
Τον Παράσχο στην εποχή του τον θεωρούσαν εθνικό ποιητή. Η φήμη του έφτασε και στο τελευταίο χωριό της Ελλάδας και όταν απήγγειλε, ο κόσμος έσπευδε να τον ακούσει. Ωστόσο, η άκρως ρομαντική του ποίηση, τα μετέπειτα χρόνια παρωδήθηκε και λησμονήθηκε.Η επιτυχία του οφείλεται στις ιδιαίτερες συνθήκες μιας ρευστής εποχής την οποία χαρακτήριζαν έντονες προσδοκίες και απογοητεύσεις δημιουργώντας ένα κλίμα πρόσφορο στις υπερβολές. Σε αυτό θα πρέπει να προσθέσουμε και την επίδραση που δέχτηκε από τον Γαλλικό Ρομαντισμό ο οποίος είχε περάσει μαζί με την υπόλοιπη Γαλλική μόδα στον ελληνικό αστισμό.Η γλώσσα του ήταν μικτή, κυρίως καθαρεύουσα, αλλά κάποιες φορές και γνήσια δημοτική στο ύφος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Από τεχνικής άποψης, οι στίχοι του ήταν φλογεροί πατριωτικοί καί βαθύτατα δημοκρατικοί.Ο ποιητής χώρισε τα ποιήματά του στις ενότητες Δάφνες (πατριωτικά), Ιτέας (ελεγειακά), Χλόη (παιδαγωγικά), και Φύλλα (διάφορα). Το ιδεώδες του ήταν υπερβολικά ρομαντικό με στοιχεία από την ποίηση των λόρδου Βύρωνα, Αλφόνς Ντε Λαμαρτίν του Οσιάν και από το υποτονικό βλέμμα ενός νοσηρού πουριτανισμού.
Ο Εμμανουήλ Ροΐδης έγραψε για τον Παράσχο: «Εις πάντα αυτού τα ποιήματα θαυμάζομεν κραυγάς ανερχομένας εις τα χείλη εκ των μυχών αληθώς αλγούσης καρδίας, ευγλώττους αποστροφάς, σφοδρότητα πάθους, μεταφοράς ποιητικωτάτας». Τέλος, για τον Κωστή Παλαμά αποτέλεσε «το λυρικό ίνδαλμα των νιάτων του. Την ποίησή του παρόλη την οσμή του μπαρουτιού, της λεβεντιάς της φουστανέλλας, την λάμψη του αγώνα καί το πατριωτικό μένος την διακρίνει πιο πολύ η θυλυκή ευπάθεια παρά η αρρενωπή ενέργεια».Ο Παράσχος είναι ο ποιητής μιας ευσυγκίνητης, υπερευαίσθητης, ρομαντικής κοινωνίας η οποία έτσι τον ήθελε για να τον αγαπήσει καί για να τον δοξάσει. Ο Παράσχος επέζησε όλων των άλλων ρομαντικών ποιητών φτάνοντας μέχρι το κατώφλι του επόμενου αιώνα. Είδε τις νέες τάσεις που ερχόντουσαν για να παραμερίσουν τα ξεπερασμένα ιδανικά. Προσπάθησε να αντιταχθεί αλλά σιγά σιγά βεβαιωνόταν γαι το μάταιο της προσπάθειάς του, αν και πολύς κόσμος εξακολουθούσε να τον αγαπάει, οι νέοι ποιητές του τότε χάραζαν τον καινούργιο δρόμο της ποίησης, βέβαιοι για το μέλλον τους, περιφρονούσαν την εφήμερη δόξα του.
Διάσπαρτα εδώ κι εκεί ποιηματά του(Τετράτομο) τα οποία και χαιρετίστηκαν ως εθνικό γεγονός γιατί ό ποιητής ήταν εξαιρετικά δημοφιλής. Ό λαός είχε απομνημονεύσει πολλούς από τους στίχους του ενώ μελοποίησε τα ερωτικά ποιήματά του ο λαϊκός τραγουδιστής Ζαΐμης’’ ποίηση (1881)
’’Εις τον πλάτανον του μεντρεσέ (εμπνευσμένο΄από την φυλάκισή του στις ομώνυμες φυλακές)’’ ποίημα (1880) ’’Ελεγείον εις τον Όθωνα’’ ποίηση (1882)
Έπεσεν,έπεσεν η δρύς 
εκπληκττικώς ηχούσα,
Ως εκεί κάτω άλλοτε η Ολυμπία στήλη
Έπεσεν, έπεσεν η δρύς, 

κ' εδούπησε πεσούσα,
Κ' υπο το βάρος η κοιλάς 

εκατεστάθη κοίλη,
Μάτην ο χάρων έπασχεν 

επτά δεκάδας χρόνων
Με Μουσουλμάνου πέλεκυν

να τήν σωρεύση κάτω'
Μάτην επτάκις έπληξε

το δένδρον των τυφώνων
Η δρύς δέν έπιπτε χαμαί ,

η δρύς δεν ενικάτο.
Καί ανυψούτο έως χθές 

είς πείσμα των κλυδώνων ,
Εμπαίζουσα τον κεραυνόν, 

χλευάζουσα τον χρόνον.

( Ο πρώτος στίχος από το ποίημα πού απήγγειλε στην κηδεία του Μακρυγιάννη ο Αχιλλέας Παράσχος. )
Πάνε χρόνια που η ποίηση του Αχιλλέα Παράσχου έχει πάψει να συγκινεί και να ενδιαφέρει το πλατύ κοινό. Ο ευκολογράφος ποιητής, που συνέθετε μονομιάς τους στίχους των ποιημάτων του και γέμιζε με τις απαγγελίες του τις αίθουσες της εποχής, γρήγορα ξεπεράστηκε από τις λογοτεχνικές εξελίξεις και με τον καιρό μνημιοποιήθηκε, ενδιαφέροντας πλέον όλο και λιγότερους.






27 Απριλίου 1864 έφυγε ο μεγάλος αγωνιστής της Επανάστασης Ιωἀννης Μακρυγιἀννης



Ο Μακρυγιάννης γεννήθηκε το 1797 σε ενα χωριὀ της Φωκίδας. Το κανονικό του επίθετο ήταν Τριανταφύλλου, αλλά ονομάστηκε Μακρυγιάννης (μακρύς Ιωάννης), γιατί είχε ψηλό ανάστημα. Όταν ήταν ενός χρόνου οι τούρκοι σκότωσαν τον πατέρα του κι η οικογένειά του, μετά από πολλές ταλαιπωρίες στα βουνά, κατάφυγε στη Λιβαδειά.Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια, καθώς μεγάλωσε χωρίς τον πατέρα του.Σε ηλικία 7 ετών δόθηκε ως ψυχογιός σ’ ένα πλούσιο έμπορο της πόλης, που όμως τον κακομεταχειριζόταν πολύ.Σε ηλικία 14 χρόνων πήγε κι εργάστηκε στην Άρτα στα κτήματα του συμπατριώτη του Αθαν. Λιδωρίκη.Ασχολήθηκε και με το εμπόριο και στην αρχή της Επανάστασης είχε μια σεβαστή περιουσία για την εποχή εκείνη. Στην Άρτα μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και προσχώρησε στην Επανάσταση λίγο πριν την έκρηξή της Οι Φιλικοί τον έστειλαν στην Πάτρα να συγκεντρώσει πληροφορίες για την εξέγερση. Εκεί τον υποπτεύτηκαν οι τούρκοι κι όταν γύρισε στην Άρτα τον έριξαν στη φυλακή απ' όπου δραπέτευσε μετά από δύο μήνες. Στην αρχή της Επανάστασης υπηρέτησε κάτω απ' τις διαταγές του οπλαρχηγού Μπακόλα, που θαύμαζε πολύ.Πήρε μέρος στις μάχες του Σταυρού και του Πέτα κι επικεφαλής 700 αντρών μπήκε θριαμβευτής στην πόλη της Άρτας που την κυρίεψαν απ' τους Τούρκους.Τον Απρίλη του 1822, παρόλο που είχε αρρωστήσει λίγο καιρό πριν, ως οπλαρχηγός 4 χωριών των Σαλώνων, επιτέθηκε εναντίον της Υπάτης, που όμως δεν μπόρεσε να πάρει απ' τους Τούρκους.Τον Αύγουστο, που ο Ανδρούτσος ανάλαβε την αρχιστρατηγία της Αν. Στερεάς, ο Μακρυγιάννης ορίστηκε αντιφρούραρχος της Ακρόπολης.Μαζί με το Νικηταρά εκστράτευσε στη Ρούμελη και πήρε μέρος σε πολλές μάχες.Το 1825 διορίστηκε απ' την κυβέρνηση πολιτάρχης της Αρκαδίας. Εκεί τον προσκάλεσαν οι πολιορκούμενοι απ' τους Τούρκους στο φρούριο του Νεόκαστρου. Έτρεξε για βοήθειά τους μαζί με 100 άνδρες και πολέμησε γενναία μέχρι την παράδοση του κάστρου Μετά την άλωση της Τρίπολης πολέμησε τον Ιμπραήμ στη μάχη των Μύλων, τραυματίστηκε βαριά και μεταφέρθηκε στην Αθήνα. Εκεί παντρεύτηκε την κόρη του Γεωργαντά Σκουζέ με την οποία απέκτησε 12 παιδιά.Το 1825 πήγε στην Ύδρα για να την προστατέψει από ύποπτες τούρκικες κινήσεις και καθυσύχασε επαναστατημένα ελληνικά πληρώματα, που ζητούσαν τους μισθούς τους, πληρώνοντας με δικά του χρήματα.Η γενναιότητα του φάνηκε ιδιαίτερα όμως,στις μάχες της Ακρόπολης, που την πολιορκούσε ο Ρεσίτ πασάς Κιουταχής.Στις μάχες της Ακρόπολης τραυματίστηκε σοβαρά τρεις φορές στο κεφάλι και το λαιμό.Το τραύμα αυτό τον βασάνιζε μέχρι το τέλος της ζωής του.  Εν τούτοις ανένηψε και έλαβε μέρος στις Μάχες της Καστέλλας (30 Ιανουαρίου 1827) και του Αναλάτου (24 Απριλίου 1827)

Το 1830 έγινε χιλίαρχος.
Ηρθε πολλές φορές σε σύγκρουση με τον Καποδίστρια επειδή αρνήθηκε να υπογράψει τον όρκο που έβαζε στους δημόσιους υπαλλήλους(τον θεωρούσε προσβλητικό) κι έτσι έχασε το αξίωμα του αρχηγού της εκτελεστικής δύναμης της Πελοποννήσου και το βαθμό του. Στ' απομνημονεύματά του κατηγορεί τον Καποδίστρια για αυτό.Όταν ήρθε ο Όθωνας στην Ελλάδα, τον χαιρέτησε με αισιοδοξία. Απογοητεύτηκε όμως απ' τη βίαιη διάλυση των αντάρτικων ομάδων των αγωνιστών, την περιφρόνηση των Βαυαρών προς αυτούς και τις αδικίες που έγιναν σε βάρος τους.Ο Μακρυγιάννης, ως δημοτικός σύμβουλος της Αθήνας, πέτυχε να εκδώσει το δημοτικό συμβούλιο ψήφισμα για την παραχώρηση απ' τον Όθωνα συντάγματος στον ελληνικό λαό.Μετά από μια περίοδο πολιτικής απραξίας στην οποία αφοσιώθηκε στη ζωγραφική εικόνων απ' τον ιερό αγώνα του '21, ο Μακρυγιάννης εμφανίστηκε και πάλι στο πολιτικό προσκήνιο. Άρχισε την πολιτική κίνηση, που συσπείρωσε γύρω της τους δημοκρατικούς και φιλελεύθερους άντρες και ζητούσε σύνταγμα απ' τον Όθωνα. Για την ενεργειά τουαυτή παύθηκε και τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό με διαταγή του Άρμανσμπεργκ.Εξι χρόνια μετά,με  την αναίμακτη εξέγερση της 3ης Σεπτέμβρη 1843 και με τη βοήθεια του στρατού με αρχηγό τον Καλλέργη, ο Όθωνας αναγκάστηκε να παραχωρήσει σύνταγμα. Έτσι ο Μακρυγιάννης αναδείχτηκε πρωτεργάτης του αγώνα, που χάρισε το πρώτο σύνταγμα στον ελληνικό λαό.Πήρε επίσης μέρος στη διαμόρφωση του συντάγματος.Στην εθνοσυνέλευση που συγκλήθηκε για αυτό το σκοπό στις 8 Νοεμβρίου είχε ενεργό ρόλο σχηματίζοντας ομάδα 63 βουλευτών (πληρεξουσίων).

Ο αγώνας του Μακρυγιάννη για την τήρηση του 
συντάγματος θεωρήθηκε ύποπτος και το 1852 τον κατηγόρησαν για συνωμοσία εναντίον του Όθωνα.Τον Μάρτιο του 1853 δικάσθηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο.Η καταδίκη του Μακρυγιάννη του αγωνιστή που τόσα πρόσφερε στην ελευθερία της πατρίδας, προκάλεσε την αγανάκτηση του λαού.Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να μετατρέψει την ποινή σε ισόβια, μετά σε 10 χρόνια και τέλος τον άφησε ελεύθερο.Η υγεία του ὀμως, είχε κλονιστεί ανεπανόρθωτα. Στο κίνημα εναντίον της βασιλείας του Όθωνα της 10ης Οκτώβρη 1862, ο λαός της Αθήνας πήγε στο σπίτι του Μακρυγιάννη και τον περιέφερε θριαμβευτικά στην πόλη.Στις 27 Απρίλη του 1864, ο Μακρυγιάννης άρρωστος και κατακουρασμένος,αφήνει την τελευταία του πνοή σε ηλικία 67 ετών.



Ο Γ. Θεοτοκάς, με δυνατές πινελιές, με επιτυχία και πληρότητα μας δίνει τον χαρακτηρισμό του Μακρυγιάννη: «Είναι ο ελεύθερος πολίτης μιας πατρίδας, που την ονειρεύεται δίκαιη και ευνομούμενη, ελεύθερος και συνάμα κοινωνικός, με συνείδηση των δικαιωμάτων του και των δικαιωμάτων του λαού του.Καλλιτέχνης από γεννησιμού του,ένας γεννημένος αρχηγός, ένας από τους πρώτους τού Εθνους του, από τους εμψυχωτές και οδηγητές της Επανάστασης, από τους ιδρυτές του νεοελληνικού Κράτους.Ενας πολεμικός αρχηγός σημαντικός και πολιτικός υπολογίσιμος.Ενα μυαλό από τη φύση του ανήσυχο, ζωηρό και οξύ, που δουλεύτηκε γερά από μια εξαιρετική πείρα ζωής και από μια πολύχρονη επαφή με ανθρώπους σοφούς και σπουδαίους, με τους οποίους ο Στρατηγός συζητούσε σαν ίσος προς ίσους»

«Ο Μακρυγιάννης είναι ο πιο σημαντικός πεζογράφος της νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας, αν όχι ο πιο μεγάλος, γιατί έχουμε τον Παπαδιαμάντη» γράφει ο Γ. Σεφέρης»

«Ο Μακρυγιάννης γράφει τρόπον τινά δια της σπάθης και ουχί δια της γραφίδος», σημειώνει ο Γιάννης Βλαχογιάννης»

Σε μια από τις πρώτες ήδη σελίδες των Απομνημονευμάτων του ο Μακρυγιάννης γρἀφει : ''Μπαίνω τη νύχτα μέσα εις την εκκλησιά του και κλειώ την πόρτα κι αρχινώ τα κλάματα με μεγάλες φωνές και μετάνοιες: τ’ είναι αυτό οπούγινε σε μέναν, γομάρι είμαι να με δέρνουν;». Και τον περικαλώ να μου δώση άρματα καλά κι ασημένια και δεκαπέντε πουγγιά χρήματα και εγώ θα του φκιάσω ένα μεγάλο καντήλι ασημένιον. Με τις πολλές φωνές κάμαμεν τις συμφωνίες με τον άγιον.Πέρασαν χρόνια κι ανδρώθηκα και ''έκανα κατάστασιν'', όμως δεν ξέχασα ''τις συμφωνίες'' με τον Αι Γιάννη τον αληθινόν φίλον μου.Τότε έφκιασα ντουφέκι ασημένιον, πιστιόλες κα άρματα και ένα καντήλι καλό.Και αρματωμένος καλά το πήρα και πήγα εις τον προστάτην μου και ευεργέτην μου- και σώζεται ως την σήμερον- έχω και τόνομά μου γραμμένο εις το καντήλι. Και τον προσκύνησα με δάκρυα από μέσα από τα σπλάχνα μου, ότι θυμήθηκα όλες μου τις ταλαιπωρίες οπού εδοκίμασα.

Το περιεχόμενο της γραφής του Μακρυγιάννη είναι ο ατέλειωτος και ο πραγματικός αγώνας ενός ανθρώπου, που με όλα τα ένστικτα της φυλής του ριζωμένα βαθιά μέσα στα σπλάχνα του αναζητά την ελευθερία, το δίκιο, την ανθρωπιά. Πολέμησε, αγωνίστηκε, πίστεψε, σακατεύτηκε, αηδίασε, θύμωσε. Αλλά έμεινε ‒όπως βγαίνει από το γράψιμό του το απελέκητο‒ πάντα ορθός ως το τέλος: άνθρωπος στο ύψος του ανθρώπου. Δεν έγινε μήτε υπεράνθρωπος μήτε σκουλήκι» είχε πει στην ιστορική ομιλία του ο Γιώργος Σεφέρης.Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης διαχρονικά εκφράζει την ελληνική ψυχή και ενσαρκώνει τα ιδανικά της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της γενναιότητας. Αυτός όμως ''ο αγράμματος στρατοκόπος ενός μεγάλου βίου'', όπως τον είχε χαρακτηρίσει ο Γιώργος Σεφέρης. Ό Μακρυγιάννης έβλεπε τους τόπους και τα πρόσωπα της Επανάστασης σαν πίνακες ζωγραφικής, με αποτέλεσμα να γίνει ο εμπνευστής 24 λαϊκών εικονογραφιών του 1821, που συνιστούν ένα ακόμα πολύτιμο κληροδότημά του στην παράδοση και στο έθνος. Ηταν η συνείδηση ενός ολόκληρου λαού.Ένα ισχυρό σύμβολο και πατριδοφύλακας του νεότερου ελληνικού κράτους. Αν οι ιστορικές μνήμες στεφανώσουν με την αθανασία πέντε-δέκα νεοέλληνες, ανάμεσά τους ασφαλώς θα συγκαταλέγεται κι ο στρατηγός Μακρυγιάννης (1797 – 1867). Πρόκειται για μια απ’ τις αγνότερες και ηρωικότερες μορφές του ελληνικού θαύματος του 1821. Μια ακέραιη, ανιδιοτελής, πολύπλευρη προσωπικότητα, πέρα ως πέρα ελληνική και ορθόδοξη.Οταν τον διαβάσουν λοιπόν απ την αρχή ως το τέλος κάποιοι τότε έχουν το δικαίωμα να κάνουν την κρίση τους είτε υπέρ, είτε κατά.

www.pontow.gr
www.agrinio.times.gr
www.ekklisiaonline.gr
el.wikipedia.org





Στὴν ἐκκλησία




Τὴν ἐκκλησίαν ἀγαπῶ, τὰ ἑξαπτέρυγά της
τὰ ἀσήμια τῶν σκευῶν, τὰ κηροπήγια της,
τὰ φῶτα, τὶς εἰκόνες της, τὸν ἄμβωνά της.
Ἐκεῖ σὰν μπῶ, μὲς σὲ ἐκκλησία τῶν Γραικῶν,
μὲ τῶν θυμιαμάτων της τὶς εὐωδίες,
μὲ τὶς λειτουργικὲς φωνὲς καὶ συμφωνίες,
τὶς μεγαλοπρεπεῖς τῶν ἱερέων παρουσίες
καὶ κάθε των κινήσεως τὸν σοβαρὸ ρυθμό,
λαμπρότατοι μεσ᾿ τῶν ἀμφίων τὸν στολισμό,
ὁ νοῦς μου πηγαίνει σὲ τιμὲς μεγάλες τῆς φυλῆς μας,
στὸν ἔνδοξό μας Βυζαντινισμό.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ



Νεκτάριος Τέρπος, ο Βορειοηπειρώτης ιερομόναχος από τη Μοσχόπολη


Οι εξισλαμισμοί καί το παιδομάζωμα συνεχίζονται μέχρι τον ύστερο 18ο αιώνα στη δυτική Ελλάδα, την Ήπειρο και την Αλβανία και ο Κοσμάς Αιτωλός θα αναδειχθεί στον πρωτεργάτη της πάλης ενάντιά τους. Πρόδρομος του, σχετικά άγνωστος στο ευρύτερο κοινό, υπήρξε ο Βορειοηπειρώτης ιερομόναχος από τη Μοσχόπολη, Νεκτάριος Τέρπος (γεννήθηκε μεταξύ 1675 και 1690 και απεβίωσε μεταξύ 1740 και 1741), τόσο με τη δράση του όσο και με τα βιβλία του. Ανάμεσά τους το Βιβλιάριον, καλούμενον Πίστις, το οποίο γνώρισε 12 εκδόσεις, μεταξύ 1732 και 1818. Η Πίστις είχε ως κύριο αντικείμενό την αντιμετώπιση των εξισλαμισμών και της αλλαξοπιστίας των ορθοδόξων. Διαβάζουμε στο προοίμιο του έργου: Τὸ λοι­πὸν ἐ­τοῦ­το τὸ Βι­βλιά­ριον, τὸ ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νον Πί­στις, δὲν τὸ ἐ­σύν­θε­σα διὰ τοὺς σο­φοὺς καὶ γραμ­μα­τι­σμένους ἀν­θρώ­πους, ἀλ­λὰ διὰ τοὺς ἀ­γραμ­μά­τους καὶ χω­ρι­κούς, ἐ­πει­δὴ εἰς ἐ­τοῦ­τα τὰ μέ­ρη τῆς Τουρ­κί­ας εὑ­ρι­σκό­με­νοι χρι­στια­νοί, πολ­λοὶ ἐ­πλα­νή­θη­καν, καὶ πλα­νοῦν­ται ἀ­πὸ ὀ­λί­γην ἀ­νάγ­κην καὶ δό­σι­μον τοῦ χα­ρα­τζί­ου, καὶ ἀρ­νοῦν­ται τὸν Χρι­στόν, καὶ πα­ρα­δί­δον­ται εἰς τὰς χεῖ­ρας τοῦ δι­α­βό­λου.Ο Νεκτάριος χρημάτισε διδάσκαλος στη σχολή της Μοσχόπολης –τη μετέπειτα περιβόητη Νέα Ἀκαδήμια περιόδευσε δε ως ιεροκήρυκας στη σημερινή Βόρειο Ήπειρο, Βεράτι, Σπαθία και Μουζακιά, καθώς και στη Νότια Ήπειρο μέχρι την Άρτα.Οι αντι­μωαμεθανικές και αντιτουρκικές θέσεις του οδήγησαν και στην κακοποίησή του τα Χριστούγεννα του 1724, στο χωριό Τραγότι, κοντά στο Ελβασάν. Όταν κήρυσσε παρατήρησε ότι το ακροατήριό του το αποτελούσαν 120 γυναίκες και μόλις 15 άνδρες, διότι οι υπόλοιποι είχαν αλλαξοπιστήσει. Τότε στράφηκε εναντίον του Μωά­μεθ, γεγονός που οδήγησε στον άγριο ξυλοδαρμό του.
Ἦλ­θαν καὶ μὲ ηὗ­ραν εἰς τὸ σπῆτι τοῦ Πα­πά, καὶ εἶ­χεν ὁ κα­θ’ ἕ­νας ἀ­πὸ ἕ­να κον­τό­ξυ­λον ἀ­πὸ γλα­τζι­νά, καὶ κτυ­πῶν­τες ἀ­πά­νω μου ἀ­νε­λε­ή­μο­να.Εἰς ὅ­λα τὰ μέ­ρη μὲ ἐ­βά­ρε­σαν, ἀλ­λοῦ τὸ κορ­μί μου ἐ­κοκ­κί­νι­σε, καὶ εἰς πε­ρισ­σο­τέ­ρους τό­πους ἐ­μαύ­ρι­σε, καὶ ὅ,τι ἔ­κα­μαν ἡ βεν­τού­ζαις καὶ τὰ κέ­ρα­τα, καὶ χά­ρι­τι Χρι­στοῦ ἰ­α­τρεύ­θη­κα, ὅ­μως τὸ ζερ­βόν μου μπρά­τζο ἔ­μει­νε βλαμ­μέ­νο, καὶ πο­τὲ δὲν ἠμ­πο­ρῶ νὰ ἀ­να­παυ­θῶ εἰς αὐ­τὸ τὸ μέ­ρος

Ο Τέρπος, στα κείμενα και στο κήρυγμά του, χρησιμοποιεί μια βίαιη αντιτουρκική, αντιισλαμική γλώσσα, που δύσκολα συναντούμε σε κείμενα που κυκλοφορούσαν, και μάλιστα σε τέτοια έκταση, στον τουρκοκρατούμενο Ελληνισμό:

«Ἀ­λή­μο­νον εἰς ἐ­κεῖ­νον τὸν ἄν­θρω­πον, ὀ­ποῦ θέ­λει νὰ ἀ­πο­θά­νῃ εἰς τὴν πε­πλα­νημέ­νην θρη­σκεί­αν τοῦ πλά­νου,τοῦ Μω­ά­μεθ, καὶ τοῦ γαμ­βροῦ αὐ­τοῦ Ἀ­λῆ, οἱ ὁ­ποῖ­οι εἶναι, καὶ εὑ­ρί­σκον­ται πάν­το­τε ἐν τῷ μέ­σῳ τοῦ πυ­ρὸς τῆς κο­λά­σε­ως, ὁ­μοῦ μὲ τὸν πα­τέ­ρα τους τὸν δι­ά­βο­λον.Μὴν τολ­μή­σῃ λοι­πὸν τι­νὰς νὰ λέ­γῃ ὅ­τι τοὺς Τούρ­κους ὁ Θε­ὸς τοὺς ἔ­κα­με, καὶ τοὺς ἔ­δω­σε ἐ­ξου­σί­αν.Θηρί­α.Λύ­κοι ἀ­νή­με­ροι.Ὂ­χεν­τραις φαρ­μα­κε­ραῖς,βλα­πτι­κοί.Αυτὀ είναι.
Δεδομένης της τεράστιας κυκλοφορίας των βιβλίων του –η κυκλοφορία της Πίστεως ξεπερνούσε τα 10.000 αντίτυπα– οι θέσεις του δεν πέρασαν απαρατήρητες τόσο από τους Τούρκους όσο και τους Έλληνες φιλότουρκους και «αδικητές», ακόμα και κληρικούς. Εξάλλου, παρεμβαίνει και στις κοινωνικές συγκρούσεις που ελάμβαναν χώρα στη Μοσχόπολη.Στις αιματηρές συγκρούσεις του 1724, οι εργάτες αντιστάθηκαν στους Τουρκαλβανούς που είχαν προσκαλέσει οι «κουμπανίες». Οι δε συγκρούσεις γύρω από τη διοίκηση της πόλης, μεταξύ των «αρχόντων», των συντεχνιών, καθώς και οι διεκδικήσεις των εργατών που ζητούσαν αύξηση των ημερομισθίων, είχαν προσλάβει ενδημικό χαρακτήρα. Λίγα χρόνια μετά καταγράφεται νέα αιματοχυσία, με τη δολοφονία προεστών και μεγαλεμπόρων, μέσα στο μοναστήρι, το 1735, κατά την εορτή της Διακαινησίμου
Για το Νεκτάριο, κοινωνική και εθνική διάσταση φαίνεται να διαπλέκονται αδιάρρηκτα. Η απελευθέρωση από την οθωμανική κυριαρχία συναρτάται άμεσα με τους «πολλοὺς τοῦ Θεοῦ», τους «πτωχούς». Ο απελευθερωτικός και ελληνοκεντρικός χαρακτήρας του κηρύγματός του υπογραμμίζεται και από τις συχνές συχνή αναφορές στους αρχαίους Έλληνες.Επανειλημμένες αναφορές κάνει στους Αλέξανδρο, Πλούταρχο, Διογένη, Σόλωνα, Διογένη Λαέρτιο, Επίκτητο, Επίχαρμο, Θουκυδίδη, Πίνδαρο, Στίλπωνα, Ξενοφώντα, Αριστείδη, Δημόκριτο, Πυθαγόρα, Εμπεδοκλή, Λουκιανό κ.λπ.Αν, για τους λογίους και τους πεπαιδευμένους Έλληνες, συστατικό και ενισχυτικό της ταυτότητάς τους, εκτός από τη θρησκεία, ήταν η γλώσσα και η ιστορία, για τον λαό η ορθόδοξη πίστη αποτελούσε το μοναδικό ανάχωμα στην απώλεια της ταυτότητας και τους εξισλαμισμούς. 
Ο Τέρπος, περισσότερο από οποιονδήποτε συγγραφέα της οθωμανικής περιόδου πριν τον Ρήγα, τον Κοραή και τον «Ανώνυμο» της Νομαρχίας, χρησιμοποιεί το βιβλίο του ως μια πολεμική μηχανή ενάντια στην τουρκική κυριαρχία, διότι βρίσκεται στην καρδιά της πάλης εναντίον των εξισλαμισμών. Η δε ιδιαίτερη πατρίδα του, η Μοσχόπολη, ήταν προκεχωρημένο φυλάκιο του Ελληνισμού στη Βόρεια Ήπειρο. Η τεράστια διάδοση των γραπτών του μαρτυρεί και τον άμεσα αντιστασιακό χαρακτήρα της επίκλησης της ορθόδοξης πίστης για τους Έλληνες ραγιάδες.
Γιώργος Καραμπελιάς
Αναδημοσίευση από slpress.gr