Μνήμη - Αγώνας - Δικαίωση

 

Μουσικό χειρόγραφο του μοναστηριού του 1750 που ως κτήτορας υπογράφει ο Θεοφάνης Περιστεριώτης. Ο Θεοφάνης στις Βιογραφίες Λογίων του Επαμεινώνδα Κυριακίδη αναφέρεται ότι καταγόταν από το Ρίζαιο, ήταν μορφωμένος και γνώστης της μουσικής. Η βιβλιοθήκη της Μονής του Περιστερεώτα περιλάμβανε 4000 χειρόγραφα ενώ κατά τον Κιαγχίδη 7500. Το χειρόγραφο βρισκόταν σε πλειστηριασμό σε οίκο του Λονδίνου. Ντροπή είναι να βγαίνει σε δημοπρασίες κλεμμένη περιουσία των προγόνων μας και να μην μπορούμε να τήν κάνουμε δικιά μας έστω και κλεμμένα.Ψάχνουμε να βρούμε το σωστό δρόμο για να φύγουμε από το τέλμα δηλαδή το τέλος είμαστε σχεδόν στον πάτο της θάλασσας. Χρόνια τώρα αγώνες για να επιστρέψουν τα γλυπτά του Παρθενώνα πού είναι η ψυχή τη των Ελλήνων με την έκφραση της τέχνης αυτής με αυτή τη μορφή. Διαλέξεις αμέτρητες τι έγιναν τα αρχαία χειρόγραφα εκκλησιαστικά των αρχαίων ημών προγόνων και ότι άλλα χειρόγραφα και μνημεία γραπτά καί Ιερά

Πλασάρουν σήμερα στην πατρίδα μας στα παιδιά και στους Έλληνες μία ιστορία πολύ πρόστυχη από μέσα απο το σύστημα και τα σωστά στοιχεία παραποιούνται εσκεμμένα λέγοντας ότι δεν υπάρχουν πηγές να το αποδείξουν. Από τη στιγμή που δημιουργήθηκε το ελληνικό κράτος μετά το 1821 βεβαίως έχουν γίνει υπουργεία ειδικά με τον πολιτισμό τις επιστήμες πού πρέπει κάποτε να ασχοληθούν να επιστρέψει ο πολιτισμός μας πίσω είτε γραπτών μνημείων είτε μνημείων άλλης μορφής. Παλαιότερα υπήρχε ο θεσμός των ευεργετών ο οποίος βοήθησε την πατρίδα μας να ανορθωθεί είτε σε πολεμική περίοδο είτε σε περίοδο Ειρήνης και πολλοί τέτοιοι ευεργέτες έσωσαν από πλειστηριασμούς πολλά αρχαία έγγραφα εκκλησιαστικά έγγραφα και μνημεία τέχνης. Είναι πολλοί οι λόγοι που χάθηκαν μνημεία τέχνης και μνημεία γραπτά του πολιτισμού μας. Δυστυχώς μέχρι σήμερα υπάρχουν αλησμόνητες πατρίδες και όχι χαμένες πατρίδες όπου εκεί υπήρχαν πολύ μεγάλες βιβλιοθήκες γραπτά μνημεία και μουσεία μνημεία τέχνης και ο πολιτισμός φωνάζει εκεί εδώ είναι Ελλάδα. Το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί καί όλες τίς αλησμόνητες πατρίδες. Δυστυχώς βγήκε σε δημοπρασία το χειρόγραφο από το μοναστήρι το Άγιο Γεωργίου Περιστερεώτα 1.750 μ.χ στο Λονδίνο . Αφού εντοπίστηκε έγινε πολύ μεγάλη προσπάθεια να πάρουμε πίσω την περιουσία μας όλων των Ποντίων αλλά δυστυχώς υπερίσχυσαν αυτοί πού είχαν πιο πολλά χρήματα. Πολλά μπράβο σε αυτούς που επιχείρησαν να τα αγοράσουν κι έσωσαν τουλάχιστον την τιμή των όπλων για μας τούς Πόντιους.


102 χρόνια πάμε και ακόμα ζητάμε δικαίωση των 350 χιλιάδων ψυχών αδελφών μας Ποντίων. Γίνανε σελίδες διαλέξεις ομάδες και κάθε προσπάθεια που μπορεί να γίνει από άνθρώπους για την πατρίδα και δύναμη σκόρπια χωρίς αποτελέσματα. Μακάρι να είχα δυνατότητα να τα αγοράσω όλα, αλλά ο θεός δεν με αξίωσε να χω τέτοια οικονομική δύναμη για να μπορώ να μαζέψω όχι μόνο τα ποντιακά αλλά όλα τα αρχαία χειρόγραφα και βιβλία των προγόνων μας είτε από δημοπρασίες είτε να βοηθήσω στήν εύρεση κλεμμένων χειρογράφων βιβλίων και μνημείων τέχνης των προγόνων μας. Βιβλία ειδικά για να μπει η ιστορία του Πόντου μες στα σχολεία. Δεν μπορώ να το πιστέψω και δεν θέλω να πιστέψω ότι δεν μπορούμε όλοι οι Πόντιοι μαζί να αποκτούσαμε αυτό το χειρόγραφο του μοναστηριού του αγίου Γεωργίου του Περιστερεώτα. Και ότι άλλο εντοπιστεί από την πατρίδα μας την αλησμόνητη. Τον Πόντο ! Θα μπορούσαμε να έχουμε αυτό το χειρόγραφο στα χέρια μας είτε ως έκδοση είτε ως αρχείο καί να είναι ακόμη ένας μοχλός πίεσης για να δικαιωθούν οι 353.000 ψυχές των προγόνων μας και να γραφτεί στην ελληνική ιστορία η ιστορία μας καί να διδάσκεται μιας και είναι η μόνη διάλεκτος που έχει διατηρήσει τα αρχαία ελληνικά γράμματα.

Νιώθω τόσο άσχημα τόσο θυμωμένος πρώτα με τον ίδιο μου τον εαυτό. Πρώτον γιατι δεν καταφέραμε τόσα χρόνια οι πόντιοι να έχουμε ένα ταμείο τέτοιο για αυτό το σκοπό και ανθρώπους οι οποίοι να ψάχνουν, βοηθώντας όπως μπορεί ο καθένας με οτι δύναμη έχει. Και όχι να προσπαθεί ένας εκδότης προς τιμήν του ο κύριος Κυριακίδης κι άλλοι Έλληνες από το Λονδίνο αλλά κάποιοι είχαν πιο πολλά χρήματα. Παρόν και μέλλον το διατηρείς απο το παρελθόν και την ιστορία των προγόνων σου. Αυτό ξεχάσαμε οι Έλληνες. Μπράβο λοιπόν σε όλους τους Πόντιους και τους Έλληνες στα ιδρύματα τα ποντιακά και όποιους άλλους φορείς ιδρύθηκαν ακόμη και ομάδες στο facebook για να  ενδιαφερθούν για τόν Πόντο. Είναι άξια τέκνα των προγόνων μας! Το αποδείξανε για άλλη μία φορά.



Πρέπει να αναφερόμαστε στο έγγραφο αυτό του μοναστηριού του Περιστερεωτα .
Γιατί αυτό μας αξίζει φαίνεται αδυνατον να υπάρχει το μνημείο αυτό του Πόντου σε ποντιακά χέρια η σε ολόκληρο τον ποντιακό ελληνισμό.Το καθήκον μας ως γενιά Τραντέλλενων ως γενιά Αετών και ως πουλιά της κλωσσομάνας του Πόντου που περιμένει τα πουλιά κοντά της με ανοιχτά είναι να μαζέψουμε τουλάχιστον ότι ποντιακό έχει κλαπεί και δεν γίνεται εάν δεν αγοραστεί από δημοπρασίες πού είναι τα πούπουλα από τα φτερά κλωσσομανας του Πόντου τα οποία τα κλέψανε αφού την ξεπουπουλιάσανε. Ένωση του των δυνάμεων τώρα να περισωθεί ότι μπορεί να περισωθεί. Η διχόνοια ο διαμοιρασμός και η διάσπαση δυνάμεων του ποντιακού Ελληνισμού δεν ωφελεί κανέναν. Εάν αυτό το χειρόγραφο είχε περιέλθει στα χέρια Ποντίων ποιο υπουργείο παιδείας της Ελλάδας θα μπορούσε να αρνηθεί να βάλει την ιστορία του Πόντου στα βιβλία τα σχολικά; Εγερτήριο λοιπόν άλλο των Ποντίων όπου γης τουλάχιστον να λυθεί ένα ταμείο ώστε να προνοεί και να ψάχνουν άνθρωποι που ξέρουν τέτοια μνημεία γραπτά. Να μην χαθούμε ξανά. Ας ελπίσουμε ότι θα αξιοποιηθεί καί να ευχηθούμε καί συγχρόνως ανάλογα όπως πρέπει στη μεγάλη ιστορία τής αλησμόνητης πατρίδα μας τού Πόντου. Αποκόλληση του Πόντου από κομματικούς οργανισμούς που μέχρι σήμερα δεν κάνω τίποτα άλλο από το να προσβάλλουν την αλησμόνητη πατρίδα τον Πάνο για το αποτέλεσμα ορίστε ποιο είναι. Άμεση απεξάρτηση από αυτούς που βρίζουν τους προγόνους μας και και εμάς στη συνέχεια τους με τα λόγια τους. Ως δήθεν μία διαφορετική ιστορική ἀποψη. Εάν δεν είναι άξια τα όργανα που έχουν συσταθεί για τον Πόντο να κάνουν τη δουλειά τους που είναι να σωθεί η τιμή του της πατρίδας μας και να δικαιωθούν οι 353.000 ψυχές του Πόντου να παραιτηθούν και να γίνει αλλαγή αυτών. Μήπως θέλετε και αυτή τη 19η Μαΐου να περάσει έτσι όπως τον προηγούμενο χρόνο;

Δεν είναι μακριά η 19η Μαΐου.
Αφήστε τα κόλπα και η εκκλησία να μήν συνεννοείται με την κυβέρνηση δήθεν για λόγους υγείας.
Κάνετε μεγάλο λάθος διορθώστε το τώρα που είναι νωρίς. Η 19η Μαΐου φέτος πρέπει πάση θυσία να να έχει μέσα της και την περσινή Τιμή που δεν που δεν δόθηκε στους προγόνους μας. Ο Πόντος δεν έχει κανένα χρώμα και κανένα κόμμα. Εχει μπροστά του οδηγούς τις 353.000 ψυχές πού περιμένουν χρόνια να δικαιωθούν. Όσοι επιμένετε να είστε σε κομματικούς μηχανισμούς ή πηγαδάκια και όχι να ζείτε για τον Πόντο κάντε στην άκρη, αλλιώς θα αναγκαστείτε να το κάνετε έτσι κι αλλιώς. Κλείνω με ένα πολύ μεγάλο συγνώμη μέσα από την καρδιά μου ως ιερωμένος και με δύο Παπαδασκάλους που έδωσαν τη ζωή τους για τον Πόντο. Καί το ίδιο πρέπει να κάνουμε όλοι ώστε να διορθώσουμε ότι διορθώνεται προσπαθώντας να μην χάνονται χειρόγραφα τέτοιας μεγάλης αξίας της αλησμόνητης πατρίδαςσε ξένα χέρια αλλά να έρχονται σε χέρια Ποντιακά.


Μετά τιμής και αγάπης Χριστού
Πάτερ Μιχαήλ Παπαδόπουλος
Λειψύδριο Κιλκίς




Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης - Ο θρύλος τού Μωριά

 

Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης, ο θρύλος του Μωριά που με ένα σάλτο περνούσε πάνω από 5 άλογα. Υπήρξε δάσκαλος του Νικηταρά και ενέπνευσε τον Κολοκοτρώνη.

Ο θρυλικός και ξακουστός Κλέφτης Καπετάν Ζαχαριάς καταγόταν από τα υψώματα του Πάρνωνα από το ορεινό χωριό Μπαρμπίτσα. Γεννήθηκε το 1759 και το πραγματικό του όνομα ήταν Ζαχαρίας Παντελεάκος.

«Νe geldi, ne gelecek», έλεγαν οι Τούρκοι για τον κλέφτη του Μοριά, Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη, που σε ελεύθερη μετάφραση θα πει ότι δεν υπήρχε ούτε θα υπάρξει άλλος τέτοιος άνδρας.Με τον πατέρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου πολέμησαν και μάτωσαν μαζί κατά των Τούρκων επί 40 μερόνυχτα. Για να εκδικηθεί τον θάνατο του αδερφού του και του πατέρα του, κατατάχθηκε στο σώμα των Αρματωλών, σε ηλικία 17 ετών. Ξεκίνησε δίπλα στον καπετάν Μάντζαρη, αλλά η ηγετική του φυσιογνωμία τον ώθησε ένα χρόνο αργότερα να επανδρώσει δική του ομάδα.
Η φήμη του εδραιώθηκε για τα καλά ύστερα από τη μάχη του Σάλεσι το 1781.
Το ένοπλο σώμα του πλαισίωσαν και μεγάλα ονόματα όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Νικηταράς, ακόμη και Ρουμελιώτες κλέφτες όπως ο πατέρας του Οδυσσέα Ανδρούτσου.
Γύρω από το όνομα και τα κατορθώματα του, δημιουργήθηκε θρύλος. Έλεγαν ότι με το σπαθί του έκοβε, με μια μόνο κίνηση, κεφάλι ταύρου. Ότι με ένα σάλτο, περνούσε πάνω από 5 άλογα.
Μέχρι το 1787 είχε δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα στην οθωμανική διοίκηση. Είχε καταφέρει να τρομοκρατήσει διάσημους Τούρκους πολεμιστές, οι οποίοι προτιμούσαν να μην βρεθούν αντιμέτωποι με το σπαθί του.Ο καπετάν Ζαχαρίας προτιμούσε να πεθάνει από το να σκύψει το κεφάλι. Κάλεσε όλους τους αρχηγούς της Πελοποννήσου να σχηματίσουν κλεφτο-αρματολική Ομοσπονδία της Πελοποννήσου. Αυτή η Ομοσπονδία ετέθη υπό την αρχηγία του Ζαχαριά και την υπαρχηγία του Κολοκοτρώνη και Πετιμεζά και επαγίωσε από το 1786 μέχρι το 1805 τα προνόμια των επιτόπιων στρατιωτικών ανδρών και αναπτέρωσε το εθνικό φρόνημα. Ήταν ένας από τους μεγάλους προδρόμους του 1821, γιατί προετοίμαζε και σχεδίαζε το γενικό ξεσηκωμό του σκλαβωμένου Ελληνικού λαού εναντίον των Οθωμανών.Το έργο του συνέχισε και ολοκλήρωσε ο μαθητής και υπαρχηγός του Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Δολοφονήθηκε ύστερα από «μπαμπεσιά», στις 20 Ιουλίου 1805, στον πύργο του κουμπάρου του Κουκέα.

Η λαϊκή Μούσα τού αφιέρωσε το τραγούδι:
"Σαράντα χρόνια έκαμα στους κλέφτες καπετάνιος.
Γλυκό ψωμί δεν έφαγα, γλυκό κρασί δεν ήπια
τον ύπνο δεν εχόρτασα, του ύπνου τη γλυκάδα,
σε στρώμα δεν επλάγιασα, μηδέ το προσκεφάλι.
Το χέρι μου προσκέφαλο, και το σπαθί μου στρώμα
Και για καλή στην αγκαλιά το έρμο καργιοφύλι".


ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Οι Κρητικές Αμαζόνες τού 1821

 

Στην Επανάσταση του 1866 πενήντα γυναίκες από ένα χωριό των Χανίων, του Λάκκους, συμμετείχαν ισάξια με τους άντρες συμπολεμιστές τους στον αγώνα για την απελευθέρωση του τόπου τους από τους Τούρκους συγκροτώντας δικό τους επαναστατικό σώμα. Ο αρχηγός της επανάστασης Χατζημηχάλης Γιάνναρης ανέλαβε την εκπαίδευση των γυναικών. Για να πάρουν όπλα ήταν υποχρεωμένες να υποβληθούν σε πολύ σκληρές δοκιμασίες.

Όλες τους αποδείχτηκαν άριστες πολεμίστριες, και ο ενθουσιασμός τους να συμμετέχουν στη μάχη άφησε άναυδους τους Έλληνες στρατιωτικούς που είχαν έρθει στην Κρήτη για να βοηθήσουν τους επαναστάτες. Επί τρείς μήνες, οι Λακκιώτισσες συμμετείχαν σε σκληρές συγκρούσεις στην περιοχή, πολεμώντας στο πλευρό των συμπατριωτών τους ενώ αρκετές από αυτές όπως η Κατερίνα Σταματάκη και η Ειρήνη Δρακουλέ, η οποία ήταν σημαιοφόρος, διακρίθηκαν και η φήμη του έφτασε ως το εξωτερικό, όπου γαλλικές εφημερίδες εξύμνησαν το θάρρος των Κρητικών «Αμαζόνων», όπως τις αποκάλεσαν. Οι Κρητικές αμαζόνες φορούσαν φέσι, λευκή φουστανέλα και γκέτες από δέρμα ζώου.Ανυπότακτες και θαρραλέες, οι γυναίκες αυτές τίμησαν το Ελληνικό Γένος προσφέροντας τη ζωή τους στη μάχη, το θάρρος τους μάλιστα τους προκάλεσε την οργάνωση και άλλων γυναικείων ομάδων από το Σέλινο, οι οποίες είχαν παρακαλέσει τις Λακκιώτισσες να μην βγουν στα βουνά μέχρι να οργανωθούν και εκείνες και να τις ακολουθήσουν. Τον Νοέμβριο του 1866, μια ομάδα 100 γυναικών, με ελάχιστα όπλα και άφθονες πέτρες, απώθησε ένα πολυπληθές τουρκικό απόσπασμα, που προσπάθησε να καταλάβουν θέσεις ανεφοδιασμού των επαναστατών. Η φήμη των Κρητικών Αμαζόνων έφτασε μέχρι την Αθήνα. Η φιλοκρητική επιτροπή έμαθε για τη δράση τους και αποφάσισε να τη στηρίξει. Έτσι όπλισε κάθε πολεμίστρια με μια καραμπίνα και μια ξιφολόγχη, ενώ τους έστειλαν και φυσιγγιοθήκες που προσαρμόζονταν στις ζώνες τους. Παρότι ο αγώνας δεν έφερε το αποτέλεσμα που επεδίωκαν οι επαναστάτες, το θάρρος και η πυγμή των Κρητικών Αμαζόνων εξυμνήθηκε από τον γαλλικό τύπο που δημοσίευσε απεικονίσεις από την δράση τους.


ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Σάββαινα -- Η Αμαζόνα τού 1821

 

Το τεράστιο ασκέρι των 12000 αγαρηνών του Κεχαγιάμπεη κατευθύνεται ορμητικά προς το Βαλτέτσι. Χωρισμένοι σε πέντε φάλαγγες, κυκλώνουν την περιοχή. Οχυρωμένοι σε τέσσερα λιθόκτιστα ταμπούρια και στην εκκλησιά του χωριού, ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης με 1000 αγωνιστές βλέπουν το αιμοσταγές τσούρμο να καταφθάνει. Οι ελληνικοί προμαχώνες βάλλονται από τα εχθρικά πυρά. Και να,οι χθεσινοί ραγιάδες, αυτοί που "Τούρκον ήκουαν και έτρεμαν" μεταβάλλονται μεμιάς σε ατρόμητα λιοντάρια που κατασπαράζουν το θήραμά τους και ξεβρωμίζουν από τον τόπο τους τους εισβολείς.

Μα για στάσου. Κάτι αξιοπρόσεκτο τραβά το ενδιαφέρον και συναρπάζει τη γραφίδα του ιστορικού. Μέσα στον ορυμαγδό όλο και τον χαλασμό από το τουφεκίδι, μέσα στην αντάρα της μάχης όπου τα βόλια θερίζουν τις ζωές σαν το κοφτερό δρεπάνι τα ξερά στάχια, εκεί μέσα στο σκοτάδι του θανάτου μια γυναικεία μορφή προβάλλει. Τρέχει σαν ζαρκάδι από το ένα οχυρό στο άλλο και ενισχύει τους Έλληνες με φυσίγγια και πυρίτιδα. Οι πολεμιστές τα χάνουν από το παράτολμο της ηρωίδας. Όλη τη νύχτα η γυναίκα ακάματα, χωρίς αναπαμό τα δίνει όλα για την πατρίδα. Πότε μπροστά στο τουφεκίδι με τα όπλα της και πότε κουβαλώντας εφόδια. 23 ώρες αργότερα ο Κεχαγιάμπεης αποχωρεί με τα λείψανα του στρατού του. Ήχοι θριαμβευτικοί και νικητήρια σαλπίσματα σκίζουν τον αέρα. Αλλα αλήθεια, ποια είναι τούτη η λεβεντογυναίκα που προκάλεσε την κατάπληξη στους μαχητές; Είναι η Σπαρτιάτισσα Σταυριάνα Σάββαινα, χήρα του προκρίτου Γιωργάκη Σάββα τον οποίο τα σκυλιά έσυραν και κρέμασαν στον Μυστρά. Μα το φαρμάκι της χηρείας δεν καταβάλλει διόλου την ελληνική ψυχή της. Μια τολμηρή ιδέα που γίνεται πράξη τριγυρίζει το μυαλό της. Θα πάρει τη θέση του άντρα της. Η Σάββαινα πνίγει το μητρικό της φίλτρο, αναθέτοντας στην αδερφή της τη φροντίδα των ανήλικων τέκνων της και κατατάσσεται στο σώμα του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. Από τότε, πότε στο βοηθητικό τμήμα και πότε στο μάχιμο, δίνει το παρών της σε πολλές και σκληρές μάχες. Σαν Αμαζόνα ρίχνεται στη φωτιά του πολέμου και γράφει τη δική της ιστορία στο Βαλτέτσι, στα Τρίκορφα, στον Πέτα, στη Βέργα.

Σαν άρχισε να γλυκοχαράσει η λευτεριά και ο Αγώνας κόπασε, η Σάββαινα αποστρατεύεται με τον βαθμό του ταγματάρχη, χωρίς καμία σύνταξη. Κι αυτή η μεγαλόψυχη γυναίκα, που η Επανάσταση της στοίχισε τον χαμό του συζύγου της και την μακροχρόνια απουσία της από τα τρυφερά βλαστάρια της, αυτή που κονταροχτυπήθηκε με τον θάνατο, αυτή που για χάρη της πατρίδας από αρχόντισσα έγινε φτωχή, τη συναντούμε τώρα στο Ναύπλιο σε ένα λιτό σπιτάκι, ξεχασμένη, περιθωριοποιημένη. Κατάκοπη από τις πληγές του Αγώνα, η Σταυριάνα αναγκάζεται να σφίξει τις δυνάμεις της και να ριχτεί στη δουλειά για να εξασφαλίσει λίγους πόρους. Έχοντας νωπές τις μνήμες της από παλιότερες δοξασίες, η ηρωίδα δουλεύει σαν πλύστρα σε σπίτια άλλων οικογενειών. Όταν τον Αύγουστο του 1829 συνέρχεται στο Άργος η Δ' Εθνοσυνέλευση, ζητά με μια αναφορά της να της δοθεί κάποια σύνταξη. Στην αναφορά αυτή μεταξύ άλλων έγραφε: «Το στάδιον της πολεμικής δόξας είναι βέβαια δια τους άνδρας, όταν όμως είναι λόγος περί σωτηρίας της πατρίδος, όταν όλη σχεδόν η φύσις συντρέχει προς υπεράσπισίν της, αι γυναίκες της Ελλάδος έδειξαν πάντοτε ότι έχουν καρδίαν να κινδυνεύσουν συναγωνιζόμεναι ως οι άνδρες, ημπορούν να ωφελήσουν μεγάλως εις τας πλέον δεινάς περιστάσεις» Πράγματι, ο Ιωάννης Καποδίστριας εισάκουσε το δίκαιο αίτημά της και της χορήγησε μια οικονομική ενίσχυση, όχι από το κρατικό αλλά από το προσωπικό του ταμείο. Μετά όμως από τη δολοφονία του, ακόμα κι αυτή τη μικρή βοήθεια, της την αφαίρεσαν οι Βαυαροί του Όθωνα. Έτσι η Σταυριάνα Σάββαινα, η ταγματάρχης Σταυριάνα Σάββαινα, αναγκάζεται πλέον να ζει από φιλανθρωπίες. Το σπίτι της είναι φτωχό, ευτελές. Μα εκεί στους μισογκρεμισμένους τοίχους του κρέμονται και ασταποβολούν τα πιο ακριβά στολίδια, τα όπλα της. Και τι δεν ανασταίνουν στη μνήμη της από το ένδοξο παρελθόν.

Αχ αγαπημένη μας ηρωίδα. Άραγε θα μας συγχωρέσεις ποτέ;
Δε σου χαρίσαμε τα ανέμελα γεράματα που σου έπρεπαν. Φαινόσουν εξωτερικά μια σκελετωμένη γριούλα που αργόσβηνε. Ακτινοβολούσες όμως ολόκληρη γιατί ήσουν στολισμένη με το αμάραντο στεφάνι στης δόξης και στο διάβα σου έλαμπαν τα αστραφτερά σου παράσημα, η λεβεντιά, η αυταπάρνηση και η φιλοπατρία. Κι εμείς οι Νεοέλληνες πόσες συγγνώμες χρωστάμε.

Κείμενο: Μωραΐτες εν Χορώ

Λοχίας Δημήτριος Ιτσιος -- Ενας άλλος Λεωνίδας

 

Ο Λοχίας Δημήτριος Ιτσιος αντιμετώπισε μόνος του σαν παλικάρι την πολεμική μηχανή των Ναζί και θυσιάστηκε για την πατρίδα και το καθήκον ως άλλος Λεωνίδας.

Ο Δημήτριος Ίτσιος γεννήθηκε το 1906 στην ακόμα σκλαβωμένη τότε Μακεδονία από Βλάχους γονείς. Με την κήρυξη του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου επιστρατεύθηκε ως έφεδρος λοχίας κι υπηρετούσε στο Μπέλες, πάνω από το χωριό του, τα Άνω Πορόια Σερρών. Στην κορυφογραμμή του Μπέλες ήταν στημένα τα πρώτα πρόχειρα φυλάκια προκάλυψης της «γραμμής Μεταξά». Λίγο πιο κάτω, σε απόσταση περίπου δύο χιλιομέτρων από την οροθετική γραμμή, βρίσκονταν τα εννέα σκυρόδετα ελληνικά πυροβολεία, στημένα κατά μήκος της δεύτερης αμυντικής γραμμής. Οι υπερασπιστές των πυροβολείων είχαν εντολή να αμυνθούν ώσπου ο στρατός του υποτομέα Ροδοπόλεως να συμπτυχθεί χωρίς απώλειες προς τα Κρούσια κι αμέσως μετά, να εγκαταλείψουν κι αυτοί τις θέσεις τους με κανονική υποχώρηση, έχοντας ως πλεονέκτημα την άριστη γνώση της περιοχής. Κατά την εισβολή των Γερμανών στο Μπέλες, στις 6 Απριλίου 1941, ο έφεδρος λοχίας Ίτσιος βρέθηκε να είναι επικεφαλής του Πολυβολείου Π8.


Είναι 5:15΄ το ξημέρωμα, όταν ψηλά στην «Ομορφοπλαγιά» του Μπέλες η πιο τέλεια πολεμική μηχανή της εποχής αρχίζει το καταστροφικό της έργο. Το πρώιμο γλυκοχάραμα έρχεται συντροφευμένο από ομοβροντίες Γερμανικών πυροβόλων, όλμων και πολυβόλων. Αρχίζει η επίθεση. Οι υπερασπιστές της προκάλυψης ανταπαντούν.Τα μάτια του Ίτσιου και των συντρόφων του κατακόκκινα απ’ την ολονύχτια αγρυπνία ερευνούν πόντο – πόντο το έδαφος μπροστά τους. Με το δάχτυλο στην σκανδάλη είναι έτοιμοι να αντιτάξουν σκληρή αντίσταση στην ιταμή επίθεση. Η προκάλυψη αντιστέκεται ηρωικά. Ο ήλιος, στις πλαγιές του Μπέλες, αρχίζει σιγά – σιγά το καθημερινό του ανηφόρισμα. Κάποια στιγμή ακούγεται βόμβος αεροπλάνων. Τρία ή τέσσερα «στούκας» πλησιάζουν την περιοχή και ξερνούν σίδηρο και φωτιά. Στη σφοδρότητα των επίγειων και ουράνιων επιθέσεων δεν αντέχει άλλο η προκάλυψη. Αναδιπλώνονται οι υπερασπιστές της πρώτης γραμμής. Έρχεται η σειρά των πολυβολείων. Θερίζουν τα πολυβόλα τους. Ατσάλινοι οι υπερασπιστές τους καθηλώνουν τους Γερμανούς. Τα αεροπλάνα βουτούν και ξαναβουτούν με λύσσα σκορπώντας φωτιά και όλεθρο. Τα οχυρά αντιστέκονται. Οι υπερασπιστές των πολυβολείων ποτίζουν με το αίμα τους τα ιερά χώματα της γενέθλιας γης. Σταδιακά τα ελληνικά πυροβολεία Π3, Π4, Π5 και Π9, σιγούν. Ακολουθεί το Π6 που, περικυκλωμένο από τον εχθρό, έπειτα από σθεναρή αντίσταση, καταλαμβάνεται το μεσημέρι. Τα πυροβολεία Π7 και Π8, όμως, συνεχίζουν να μάχονται. Μέσα βρίσκονται Έλληνες με ψυχή, θρεμμένοι με τα ιδεώδη της ελευθερίας, με τα ιδανικά της αυτοθυσίας. Έλληνες, που δε διαπραγματεύονται ούτε μια σπιθαμή ελληνικής γης. Γνωρίζουν πως δεν υπάρχει ελπίδα γι’ αυτούς. Αλλά, δεν τους νοιάζει.Το πυροβολείο Π8, έχει στη διάθεσή του 38.000 φυσίγγια, που οι υπερασπιστές του είναι διατεθειμένοι να τα «ξοδέψουν» με τη «δέουσα τσιγκουνιά».Κάποια στιγμή ο λοχίας Ίτσιος βλέποντας το μάταιο της θυσίας, διατάζει τους στρατιώτες της μονάδας του να εγκαταλείψουν το Π8. Ο ίδιος θα μείνει και θα προσπαθήσει να εξοντώσει μόνος του τους Γερμανούς εισβολείς. Μερικοί υπακούουν.Οι Ανωπορογιώτες όμως μένουν.

Φίλοι και σύντροφοι στις δουλειές και στα γλέντια στο χωριό. Πιστοί συμμαχητές του τώρα στο Π8, στην απόφασή του για αντίσταση μέχρις εσχάτων, στη θυσία.Μεθυσμένος ο Ίτσιος από τους καπνούς και τη βαριά μυρωδιά της μπαρούτης, αλλά και σε κατάσταση έκστασης, αποκρούει με το πολυβόλο του τις λυσσασμένες απόπειρες των Γερμανών για κατάληψη του οχυρού του.Γυαλίζουν τα κράνη των σκοτωμένων Γερμανών στρατιωτών της Βέρμαχτ στον απριλιάτικο ήλιο. Οι επιθέσεις συνεχίζονται, πληθαίνουν, σκληραίνουν. Μα ο Ίτσιος δεν σταματά με το πολυβόλο του να σκορπά τον όλεθρο και το θάνατο στο Γερμανό εισβολέα. Όσο πιο πολύ κρατήσει στο μετερίζι του, τόσο πιο ασφαλής θα γίνει η υποχώρηση των άλλων προς τα Κρούσια. Ούτε σκέψη για τη δική του σωτηρία με φυγή. Γιατί αυτός δεν κιότεψε λεπτό. Η καρδιά του χτυπούσε για τα «αδέρφια» του! Πολεμούσε για όλους τους Έλληνες. Ένας για όλους! Η χαρά της θυσίας για την πατρίδα δίνει φτερά στην ψυχή, στα χέρια, στο πολυβόλο του λοχία. Οι άδειοι κάλυκες γεμίζουν τον ελεύθερο χώρο του πολυβολείου. Το τηλέφωνο με τη Διοίκηση από ώρα έχει σιγήσει. Κάποια στιγμή τελειώνουν τα πυρομαχικά. Αμέσως μετά ακολουθεί μια αλλόκοτη σιωπή. Οι Γερμανοί λουφάρουν. Αυτό φαίνεται, περίμεναν. Το τελείωμα των φυσιγγιών. Ο λοχίας με τους συντρόφους του γνωρίζουν πως έπραξαν το καθήκον τους. Πολέμησαν για την πατρίδα, για τις οικογένειές τους, τους φίλους τους. Ξέρουν πως μάλλον δεν θα ξαναδούν ποτέ τους δικούς τους ανθρώπους, για τους οποίους υπεραμύνθηκαν.


Με δυσκολία ανοίγουν τη βαριά σιδερόπορτα του φρουρίου τους. Τα άδεια φυσίγγια την έχουν φρακάρει. Σε λίγο βρίσκονται έξω. Στο γεμάτο από καπνούς, μυρωδιά μπαρούτης και θάνατο αέρα του βουνού. Είναι προχωρημένο απόγευμα. Κράτησαν για τα καλά. Στην κατάσταση αυτή -μισοζαλισμένοι και ιδρωμένοι από την περίεργη σιωπή – ούτε που κατάλαβαν την περικύκλωσή τους, άοπλοι αυτοί, από ομάδα Γερμανών. Στη διάρκεια της μάχης της Ομορφοπλαγιάς σκοτώθηκε και ο αντισυνταγματάρχης Ebeling, διοικητής του 138ου Συντάγματος Ορεινών Καταδρομών, ο πιο υψηλόβαθμος γερμανός αξιωματικός που έχασε τη ζωή του στη διάρκεια της Μάχης των Οχυρών. Η αντίσταση του Π.8 εξόργισε τον στρατηγό Shorner, καθώς εκτός από τις μεγάλες απώλειες που προκάλεσε στους άνδρες του, ανέτρεψε τον σχεδιασμό του για την πρώτη ημέρα του πολέμου. Όταν ο στρατηγός Shorner πληροφορήθηκε το γεγονός ότι ο διοικητής του πολυβολείου ήταν ένας απλός έφεδρος λοχίας, θίχτηκε ο εγωισμός του και αφού συναντήθηκε με τον αιχμάλωτο Ίτσιο τον ρώτησε:

– Ποιος είναι ο Διοικητής σου στο πυροβολείο;

– Εγώ είμαι, απάντησε ο Ιτσιος

– Δεν υπάρχει αξιωματικός;

– Οχι!

– Ξέρεις ότι για χάρη σου έχασα έναν αντισυνταγματάρχη και 232 στρατιώτες;

– Λυπάμαι στρατηγέ αλλά υπερασπίζομαι την πατρίδα μου.

Μετά από αυτό ο Shorner έδωσε εντολή παρουσίασης όπλων σε μια διμοιρία Γερμανών στρατιωτών προς τιμήν του Ίτσιου, και ΑΜΕΣΩΣ ΜΕΤΑ έδωσε διαταγή να εκτελεσθεί ο Ίτσιος, κατά παράβαση της συνθήκης της Γενεύης, αλλά να μην πειραχτούν οι δύο στρατιώτες που ήταν μαζί του, τους οποίους απελευθέρωσε στα Ανω Πορρόϊα!!!Επρόκειτο για το πρώτο έγκλημα πολέμου των Γερμανών στην Ελλάδα. Οι φωτογραφίες της Βέρμαχτ επιβεβαιώνουν τις μαρτυρίες των στρατιωτών του λοχία Ίτσιου που ήταν αυτόπτες μάρτυρες της δολοφονίας του, ότι πυροβολήθηκε εξ επαφής στο κεφάλι με περίστροφο, ενώ είχε ήδη παραδοθεί. Ο σημερινός επισκέπτης του Π.8 μπορεί να εντοπίσει ακόμη και τον βράχο όπου ο λοχίας έπεσε και ξεψύχησε όταν πυροβολήθηκε. Επρόκειτο για το πρώτο έγκλημα πολέμου των Γερμανών στην Ελλάδα. Οι φωτογραφίες της Βέρμαχτ επιβεβαιώνουν τις μαρτυρίες των στρατιωτών του λοχία Ίτσιου που ήταν αυτόπτες μάρτυρες της δολοφονίας του, ότι πυροβολήθηκε εξ επαφής στο κεφάλι με περίστροφο, ενώ είχε ήδη παραδοθεί. Ο σημερινός επισκέπτης του Π.8 μπορεί να εντοπίσει ακόμη και τον βράχο όπου ο λοχίας έπεσε και ξεψύχησε όταν πυροβολήθηκε.

Το πτώμα του, μαζί με αυτά των άλλων συμπολεμιστών του, ετάφη στην Ομορφοπλαγιά. Το 1946, η σύζυγός του, Άννα, μαζί με άλλους συγχωριανούς, ξέθαψαν και μετέφεραν τα οστά του και των άλλων πεσόντων στο Ηρώο του χωριού Άνω Πορόια. Είναι η χρονιά που απονέμεται μεταθανάτια στο λοχία ο βαθμός του Επιλοχία και το Αργυρό Αριστείο Ανδρείας για τη γενναιότητα και το θάρρος του. Πολλά χρόνια μετά στήνεται στην «Ομορφοπλαγιά» και κοντά στο θρυλικό πλέον Π8 αναμνηστική στήλη, το δε στρατόπεδο που υπάρχει στο χώρο της θυσίας του ονομάζεται «Στρατόπεδο Ίτσιου». Στις 10 Αυγούστου 1980, σε επίσημη τελετή γίνονται τα αποκαλυπτήρια της γλυπτικής σύνθεσης της κεντρικής πλατείας του χωριού Άνω Πορόια.

Αιωνία μνήμη και δόξα στον ήρωα Δημήτρη Ίτσιο.



https://www.youtube.com/watch?v=GFluWSoxg9E



https://crashonline.gr/

Γεώργιος Κονδύλης : Ο ατρόμητος πολεμιστής


 Το καλοκαίρι τού 1919, λίγον καιρό μετά τήν αποβίβαση τών ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη (2/15 Μαΐου 1919), το Αϊδίνι, μια από τις ωραιότερες και πλέον φιλόξενες πόλεις δέχτηκε τη βάρβαρη επίθεση δυνάμεων τού τακτικού Τουρκικού Στρατού αλλά καί τούρκων ατάκτων. Η πόλη είχε καταληφθεί στις 14 Μαΐου 1919 από απόσπασμα τού 4ου Συντάγματος Πεζικού, ὀμως στίς 16 Ιουνίου, ισχυρές τουρκικές δυνάμεις που είχαν συγκεντρωθεί στην κοιλάδα του ποταμού Μαιάνδρου περικύκλωσαν την πόλη, υποστηριζόμενες κι από μονάδες Πυροβολικού.Ακολούθησαν σκληρές μάχες μεταξύ των τουρκικών δυνάμεων και του ελληνικού αποσπάσματος που υπερασπιζόταν την πόλη, καθ’ όλη τη διάρκεια της 16ης Ιουνίου και έως το μεσημέρι της επομένης, 17ης Ιουνίου, όταν ο διοικητής των ελληνικών δυνάμεων, ο συνταγματάρχης Σχοινάς, υποχρεώθηκε να διατάξει την εκκένωση του Αϊδινίου. Το Αϊδίνι ανακατελήφθη από τις ελληνικές δυνάμεις στις 20 Ιουνίου, αλλά στο μεταξύ διάστημα οι εισβολείς είχαν προβεί σε απίστευτης έκτασης και αγριότητας σφαγές, βιασμούς γυναικών, λεηλασίες, ληστείες και πυρπολήσεις. Από ένα σύνολο 7.500 κατοίκων του Αϊδινίου και 3.500 προσφύγων των γειτονικών χωριών, μόνο 4.500 ανευρέθησαν από τα ελληνικά στρατεύματα. Οι υπόλοιποι είτε εσφάγησαν είτε κάηκαν ζωντανοί είτε απήχθησαν ως όμηροι στη μικρασιατική ενδοχώρα, ενώ σε διάφορα σημεία της πόλης εντοπίστηκε σημαντικός αριθμός ακρωτηριασμένων πτωμάτων. 


Μεταξύ των θυμάτων πού προκάλεσαν οι άνδρες τού Τουρκικού Στρατού και τα στίφη των ατάκτων που είχαν εισβάλει στην πόλη συγκαταλέγονταν οι νέοι πού αποτελούσαν το σώμα των ελλήνων προσκόπων.Στο Αϊδίνι, μια από τις πλέον ανεπτυγμένες ελληνικές πόλεις της Ανατολής, τα νεαρά Ελληνόπουλα είχαν ιδρύσει δύο προσκοπικές ομάδες, που ήταν το καύχημα της Ανατολής. Ο Αντνάν ο Μαινάδριος (Μεντερές) ζήλεψε, θέλησε να τους μιμηθεί. Κι ίδρυσε την τουρκική προσκοπική ομάδα του Αϊδινίου. Αλλ’ η τύχη της ήταν κωμικοτραγική. Ακολουθώντας το παράδειγμα του θηλυπρεπούς αρχηγού τους οι Τούρκοι, πρόσκοποι του Αϊδινίου προκαλούσαν τα γέλια, όταν έκαναν παρέλαση με τα φεσάκια τους. Κι η ομάδα του Μεντερές άρχισε να τροφοδοτεί με «πεσκίρ- τσογλάν» όλα τα χαμάμ του Αϊδινίου και της Σμύρνης. Ο Μεντερές ήταν από τους πρώτους που ακολούθησαν το κεμαλικό Κίνημα, όχι από πατριωτισμό, αλλά από ανθελληνικό μίσος. Ήταν μαζί με τους Τσέτες που επιτέθηκαν στο Αϊδίνι. Με τις πρώτες τουφεκιές οι Έλληνες πρόσκοποι τρέχουν να βοηθήσουν το Στρατό μας. Δεν είναι πολλοί — μόλις 31, αλλ’ ο ηρωισμός τους είναι υπέροχος. Οι μεγαλύτεροι αρπάζουν τα όπλα και πολεμούν μαζί με τους στρατιώτες, οι μικρότεροι μεταφέρουν πολεμοφόδια, παίρνουν τους τραυματίες και μεταδίδουν μηνύματα. Πολλοί από τους Προσκόπους έπεσαν τήν ώρα τής μάχης.Ήταν οι πιό τυχεροί. Όσοι δεν πρόφθασαν, έπεσαν στα χέρια τής ομάδας τών δημίων τού Μεντερές κι οδηγήθηκαν ανατολικά της πόλης, στις όχθες του Εύδωνος ποταμού, που έγινε κι ο τόπος του μαρτυρίου τους. 

Οι Τσέτες καλούν τον αρχηγό τους, τον τοπικό έφορο Νικόλαο Αυγερίδη, ν’ απαρνηθεί τον εθνισμό του, να προσκυνήσει τον Μωάμεθ, αν ήθελε να σωθεί. «Ζήτω η Ελλάδα!» ήταν η απάντηση του ήρωα εκείνου. Φρύαξαν οι Τσέτες, λύσσαξαν από το κακό τους. Στο πρόσταγμα του Μεντερές, ένας Τσέτης τραβά το μαχαίρι του και βγάζει το μάτι του Αυγερίδη. Το αίμα πετάγεται με ορμή, πιτσιλίζει καί τον βασανιστή του. Αλλ’ ο Αυγερίδης δεν λυγίζει. Τον καλούν και πάλι ν’ αρνηθεί την πατρίδα του. Κι αυτήν τη φορά απαντούν όλοι μαζί, βροντοφωνούν: «Ζήτω η Ελλάδα!» Τα δύσμοιρα παιδιά βάδιζαν προς το θάνατο σαν να πήγαιναν σε πανηγύρι. Οι Τσέτες δεν μπορούν πια να συγκρατηθούν. Ο Αυγερίδης κομματιάζεται, ο Φιλοκτήτης Αργυράκης γδέρνεται κυριολεκτικά, ο Βεϊνόγλου αποκεφαλίζεται. Κανείς δεν γλυτώνει. Τόση ήταν η μανία των Τούρκων, που και νεκρούς ακόμη τους βασανίζουν. Παλουκώνουν τα πτώματά τους, τα ευνουχίζουν, επιδίδονται σ’ ένα όργιο φρικιαστικό — όργιο που δεν μπορεί να συλλάβει ο ανθρώπινος νους. Κι όταν, δυο ημέρες αργότερα, οι στρατιώτες μας ξαναπαίρνουν το Αϊδίνι, δεν μπορούν να κρύψουν τη συγκίνησή τους. Με δακρυσμένα μάτια, οι σκληροτράχηλοι πολεμιστές σηκώνουν στην αγκαλιά τους τα τυραννισμένα πτώματα των μικρών ηρώων για να τα θάψουν. Ας είναι ελαφρό το χώμα που τα σκεπάζει.

Το θέαμα της κατεστραμμένης πόλης ήταν τραγικό. Η ελληνική συνοικία είχε μεταβληθεί σε σωρό από ερείπια, που κάπνιζαν ακόμη. Από τις 11.000 Έλληνες κατοίκους —ντόπιους και πρόσφυγες του εξωτερικού— 6.500 σφάγησαν με τον πιο άγριο τρόπο. Γυναίκες ατιμάστηκαν, παρθένες καί παιδιά βιάστηκαν και περιουσίες αρπάχτηκαν, όπως είδαμε στην περιγραφή του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου. Αλλ’ η τιμωρία των φονιάδων δεν θ’ αργούσε. Την ημέρα που έπεφτε το Αϊδίνι, στη Σμύρνη αποβιβαζόταν το 3ο σύνταγμα πεζικού, που επέστρεφε από την Ρουμανία. Χωρίς να χάσει ούτε μια μάχη. Αντίθετα, μάλιστα. Σταματούσε κι ανέτρεπε τις επιθέσεις των επαναστατών, δίνοντας τον καιρό στους άλλους να φύγουν. Ήταν το ίδιο σύνταγμα που κράτησε το περιχαρακωμένο στρατόπεδο της Οδησ­σού δίνοντας μια τρομερή μάχη. Και στο κορύφωμά της χτύπησε το τηλέφωνο τού σταθμού διοίκησης. Τα καλώδια δεν είχαν κοπεί, στη βιασύνη της φυγής, κι ακούσθηκε μια φωνή, από την άλλη άκρη του Μετώπου. Ζητούσε το διοικητή, αλλ’ εκείνος βρίσκονταν στήν πρώτη γραμμή. Κι ο άγνωστος είπε στον λοχαγό Γιαννιό, που τον αντικαθιστούσε: «Εδώ Αταμάνος Γκρηγκόριεφ. Γιατί, μωρέ Έλληνες, μας πολεμάτε; Εσάς δεν μπορούμε να σας νικήσουμε. Αφήστε μας να τσακίσουμε τούς άλλους». Αυτό ήταν το 3ο σύνταγμα. Διοικητής του ήταν ο Γεώργιος Κονδύλης. Αυτός διετάχθη να τιμωρήσει τούς σφαγείς του Αϊδινίου.

Οι ορεσίβιοι πολεμιστές του είναι ταλαιπωρημένοι. Μόλις όμως πληροφορούνται ότι θα κτυπήσουν τους Τούρκους, τα πόδια κάνουν φτερά. Ο Κονδύλης, που δεν ήταν μόνο πολεμιστής, αλλά κι ευφυής αξιωματικός, μ’ επιτελικό δαιμόνιο, ενεργεί κεραυνοβόλα. Μεταφέρει το σύνταγμα του σιδηροδρομικά μέχρι το Οδεμήσι, βόρεια του Αϊδινίου, και με ταχύτητα αστραπής περνά τα Θείρα, δρασκελίζει τον ορεινό όγκο της Μεσωγίδας και φθάνει ανατολικά του Αϊδινίου. Θέλει ν’ ανακόψει την υποχώρηση των Τούρκων. Δεν θέλει να τους διώξει, θέλει να τους τσακίσει. Αλλ’ οι Τούρκοι έχουν υποχωρήσει νότια του Μαιάνδρου, ζητώντας προστασία στην ιταλική ζώνη Κατοχής. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η συνενοχή των Ιταλών στην επίθεση κατά του Αϊδινίου είναι αναμφισβήτητη. Οι Τσέτες εξόρμησαν από το στρατόπεδο της Τζίνας σε βάθος 50-60 χιλιομέτρων από τον Μαίανδρο. Κι ασφαλώς η κίνησή τους δεν πέρασε απαρατήρητη. Ξαναπέρασαν τον Μαίανδρο, όπου οι Ιταλοί είχαν εγκαταστήσει φυλάκια, χωρίς και πάλι να ενοχληθούν. Αλλ’ η χειροπιαστή απόδειξη της ενοχής τους ήταν οι ιταλικές επωμίδες κι άλλα ιταλικά εφόδια, που βρέθηκαν στο πεδίο της μάχης. Κι οι καταθέσεις αιχμαλώτων, που ομολόγησαν ότι οι Τσέτες είχαν επιτεθεί υποστηριζόμενοι από μια ιταλική πολυβολαρχία και τμήμα πολυβόλων. Αυτοί ήταν οι Ιταλοί «σύμμαχοί» μας.

Ο Κονδύλης, φθάνοντας στο Αϊδίνι, δεν είχε δώσει ακόμη μάχη κατά των Τούρκων, μικροσυμπλοκές με ομάδες ατάκτων δεν μπορούσαν να κορέσουν το μένος του. Και παίρνει μια απόφαση που το στρατηγείο ενέκρινε εκ των υστέρων: Διατάζει τους άνδρες του να περάσουν την πέτρινη γέφυρα του Μαιάνδρου και να εισβάλουν στην ιταλική ζώνη Κατοχής. Μόλις αρχίζει η διάβαση του Μαιάνδρου φθάνει λαχανιασμένος ένας Ιταλός ταγματάρχης με δύο άλλους αξιωματικούς και ζητεί να συναντήσει τον Κονδύλη, ο οποίος τον δέχεται έφιππος. Και με διερμηνέα —ο Κονδύλης μόνο τη θεσσαλική μιλούσε άπταιστα— του ζητάει να σταματήσει την προέλασή του, γιατί εκεί, στην περιοχή του Μαιάνδρου, ήταν η ιταλική ζώνη.

«Πες του», λέγει ο Κονδύλης στο διερμηνέα, «ότι θα σταματήσω μόνο αν μου παραδώσουν τους Τούρκους».

«Μα αυτό είναι αδύνατο» απαντά ο Ιταλός.

«Τότε εγώ θα προχωρήσω».

Ο ιταλός ταγματάρχης, με το τηλέφωνο του διπλανού φυλακίου, ζητεί οδηγίες από τους ανωτέρους του και επιστρέφοντας ζητεί από τον Κονδύλη να περιμένει μέχρις ότου γίνουν συνεννοήσεις μέσω της Αρμοστείας. Αλλ’ αυτό εξοργίζει τον Κονδύλη:

«Να του πεις ότι εγώ δεν ξέρω από υψηλή διπλωματία. Ώσπου να συνεννοηθούν αυτοί, εγώ θα έχω πιάσει τους Τούρκους».

«Αν προχωρήσετε», απειλεί ο Ιταλός, «έχω διαταγή να διατάξω πυρ».

«Δεν πειράζει» απαντά ο Κονδύλης.

Και σπηρουνίζοντας τ’ άλογό του τίθεται επικεφαλής των ανδρών του, περνά τον Μαίανδρο, χωρίς, φυσικά, να τολμήσουν αντίσταση οι Ιταλοί, και ξεκινά την καταδίωξη των Τούρκων.

Η εκδίκηση του Κονδύλη ήταν τρομερή, όπως τρομερός ήταν κι ο ίδιος. Σαν κεραυνός πέφτει πάνω στο τουρκικό στρατόπεδο της Τζίνας και το διαλύει. Και χωρίς καθυστέρηση συνεχίζει την προέλασή του, καταλαμβάνει τον ορεινό όγκο Σαπουντζά Νταγ και κάνει μια κυκλωτική κίνηση προς Δυσμάς, στρέφει προς Βορρά κι επιστρέφει στις γραμμές μας από την κατεύθυνση των Σωκίων. Στο πέρασμα του —γιατί να το κρύψει κανείς;— τίποτε δεν μένει όρθιο. Όποιο χωριό τουρκικό τολμά ν’ αντισταθεί, καταστρέφεται, οι αντάρτικες ομάδες, που προσπαθούν να τον αναχαιτίσουν, συντρίβονται. Σπείρει τον τρόμο, τον πανικό στους Τούρκους, προκαλεί ακόμη και το δέος των δικών μας. Κι ο συνταγματάρχης Σταυριανόπουλος εξομολογείται σε Μικρασιάτη δημοσιογράφο:

«Μπαίνοντας στον σιδηροδρομικό σταθμό του Ντεμερτζίκ, είδα μερικούς Τούρκους συγκεντρωμένους. Αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Πίστευα ότι από εκεί που πέρασε ο Κονδύλης δεν είχε μείνει Τούρκος, ούτε για δείγμα».

Ο Ευρυτάνας στρατιωτικός και πολιτικός Γεώργιος Κονδύλης απεβίωσε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 1936, σε ηλικία 57 ετών.

Ο σεβαστός ιεράρχης, τοποτηρητής της Μητρόπολης Ηλιούπολης και Θείρων (Αϊδινίου) την εποχή εκείνη, σ’ ένα από τα έγγραφα του αρχείου του, αναφέρει:

«Ο συνταγματάρχης Σχοινάς και το περί αυτόν επιτελείον επανικοβλήθησαν και διέταξαν εγκατάλειψιν των φυλακίων και συγκέντρωσιν του στρατού εντός της πόλεως. Εφήρμοσαν, δηλαδή, άνευ αντιστάσεως το σχέδιο των επιτεθέντων, οίτινες επεδίωκον να μεταφέρωσι την μάχην εντός της πόλεως, της οποίας το μέγα πλήθος ωπλοφόρει. Ηναγκάσθη, ούτως, ο ελληνικός Στρατός να αποδυθή εις οδομαχίαν, βαλλόμενος πανταχόθεν, εκ των οικιών, των μιναρέδων, των δημοσίων καταστημάτων κλπ. Εις επίμετρον και εκ μέρους του Στρατού και εκ μέρους των Τούρκων κατοίκων ηνάφθησαν πυρκαιαί, πολλαπλασιασθέντος ούτω του τρόμου και του πανικού των ημετέρων. Αλλ’ ο συνταγματάρχης έχασε την ψυχραιμίαν και πρωτοβουλίαν του εις τοιούτον βαθμόν, ώστε παρέταξεν, εξοπλίσας, τους προσκόπους, διά να κρατήσουν άμυνα, ίνα ασφαλώς υποχωρήση και εκκενώση την πόλιν, αφήσας ούτως εις το έλεος του Θεού τους κατοίκους και δή τους προσκόπους, οίτινες, ως ήτο φυσικόν, απεδεκατίσθησαν, κατακρεουργηθέντος και του αρχηγού αυτών, αειμνήστου Αυγερίδου.



https://www.in.gr/










Η ΣΦΑΓΗ ΤΗΣ ΧΙΟΥ


Η σφαγή της Χίου αναφέρεται στην σφαγή δεκάδων χιλιάδων Ελλήνων της Χίου από τον Οθωμανικό στρατό. Το γεγονός συνέβη 30 Μαρτίου του 1822. Είχε προηγηθεί ο ξεσηκωμός του νησιού στις 11 Μαρτίου 1822, με την απόβαση εκστρατευτικού σώματος Σαμιωτών. Οι Οθωμανοί (ντόπιοι και άλλοι που είχαν έλθει από την Ασία) κλείστηκαν αρχικά στο κάστρο. Στις 30 Μαρτίου έφθασε ο οθωμανικός στόλος ο οποίος έλυσε την πολιορκία και άρχισε τη σφαγή του ορθόδοξου πληθυσμού με τη συμμετοχή και άτακτων μουσουλμάνων που κατέφθαναν από τις ακτές της Μ. Ασίας με κάθε είδους πλεούμενο.Η διαταγή του Σουλτάνου ήταν να σφαγιαστούν οι πάντες και να αιχμαλωτιστούν αγόρια τριών έως 12 ετών και κορίτσια ή γυναίκες ηλικίας 12 με 40 ετών ώστε να πουληθούν στα σκλαβοπάζαρα. Οι μαζικές εκκαθαρίσεις και το ανθρωποκυνηγητό πραγματοποιήθηκαν σε διάστημα περίπου 4 μηνών με τρία γιουρούσια των οθωμανών.

Την περίοδο αυτή η Χίος διέθετε μία μεγάλη και ακμάζουσα ελληνική κοινότητα που ευημερούσε βασιζόμενη στην καλλιέργεια της μαστίχας. Απολάμβανε μάλιστα σημαντικά προνόμια από τους Οθωμανούς, για τους οποίους η μαστίχα ήταν ιδιαίτερα σημαντικό προϊόν. Συνέπεια των προνομίων ήταν η μεγάλη αύξηση του πληθυσμού του νησιού, που αριθμούσε το 1822 περισσότερους από 100.000 κατοίκους. Για τήν πρόληψη επανάστασης, είχαν μεταφερθεί στο νησί στρατεύματα από την Ασία και είχε τοποθετηθεί ως διοικητής ο σκληρός Βαχίτ πασάς. Οι Χιώτες έκαναν καταναγκαστικές εργασίες και ταυτόχρονα αναγκάζονταν να συντηρούν αυτόν τον "μαχαιροφόρο όχλο" με την απειλή της βίας. Οι οθωμανοί καθημερινά έκαναν αρπαγές και φόνους στην πόλη και τα χωριά ατιμωρητί. Σχέδια για εξέγερση στη Χίο γίνονταν από τους πρώτους μήνες της Επανάστασης, το 1821, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο του Τομπάζη. Τον Ιούλιο του '21 είχε αναλάβει την οργάνωση της εξέγερσης ο Ιωάννης Ράλλης, Χιώτης Φιλικός και άλλοτε έμπορος στην Οδησσό. Όμως Χιώτες έμποροι των Κυκλάδων τον έπεισαν ότι αυτή η επιχείρηση ήταν άκαιρη και επικίνδυνη, κάτι στο οποίο συμφώνησε και ο Υψηλάντης.

Τον Μάρτιο του 1822 η Χίος επαναστάτησε, όταν ο Αντώνιος Μπουρνιάς με διακόσιους άνδρες αποβιβάστηκαν στη Σάμο και κάλεσαν τον Λυκούργο Λογοθέτη να συμμετάσχει στην επανάσταση της Χίου. Αποφασιστική σημασία για την έκβαση της εξέγερσης είχε η απραξία της - λεγόμενης - κεντρικής κυβέρνησης η οποία δεν απέστειλε έγκαιρα βοήθεια στους επαναστάτες. Την καθυστέρηση της βοήθειας αναφέρει και ο Γάλλος εθελοντής Maxime Raybaud, γράφοντας ότι οι προετοιμασίες για την αποστολή δύο ολμοβόλων και ξένων στρατιωτικών κράτησαν 13 μέρες, ενώ μόνο για να πλεύσουν από την Πελοπόννησο μέχρι τα Ψαρά έκαναν 8 μέρες. Οι μόνοι που έστειλαν βοήθεια στη Χίο ήταν οι Ψαριανοί. Εκτός των άλλων αιτίων, στην περαιτέρω αποδυνάμωση των επαναστατών συνέβαλε και η διχόνοια μεταξύ των δύο ηγετών, του Μπουρνιά και του Λογοθέτη. Ο Μπουρνιάς κατά την υποχώρηση φώναζε το σύνθημα που είναι γνωστό στη Χίο: «Ο σώζων εαυτόν σωθήτω! Είναι δε τέτοια η ντροπή για τη συμφορά αυτή που δεν υπάρχει ούτε ένα μνημείο της σφαγής στη Χίο. Παρόλα αυτά ο Α. Μπουρνιάς προσπάθησε να κάνει επανάσταση με διακόσιους άνδρες συν τους άνδρες του Λ. Λογοθέτη. Ο ξεσηκωμός του εύφορου νησιού εξαγρίωσε το Σουλτάνο. Έτσι, ο Οθωμανικός στόλος υπό την ηγεσία του Καρά Αλί έπλευσε προς την Χίο για να καταστείλει την επανάσταση και αποβίβασε περί τους 7.000 στρατιώτες από τη Μικρά Ασία. Με την άφιξη του μεγάλου εχθρικού στόλου οι ελληνικές δυνάμεις αποχώρησαν από το νησί με εξαίρεση ένα τμήμα Ψαριανών που παρακολουθούσε από απόσταση τις κινήσεις των Οθωμανών. Χωρίς σημαντική αντίσταση ο Οθωμανικός στρατός προχώρησε σε εκτεταμένες λεηλασίες και σφαγές άμαχου πληθυσμού, παρόλο που η συντριπτική πλειονότητα του νησιού δεν έκανε τίποτα για να προκαλέσει τη σφαγή. Οι Οθωμανοί έκαψαν σπίτια και σκότωσαν όλα τα παιδιά κάτω των 3 ετών, όλους τους άνδρες από 12 ετών και πάνω, καθώς και όλες τις γυναίκες από 40 ετών και πάνω, με εξαίρεση αυτούς που ήταν πρόθυμοι να ασπαστούν το Ισλάμ. Φανατικοί μουσουλμάνοι πλήρωναν περί τα τριάντα πιάστρα για να αγοράσουν ένα θύμα που το σφάζουν αμέσως για να εξασφαλίσουν μια θέση στον παράδεισο, όπως υπόσχεται το κορανιό τους για κάθε πιστό που θα έχει φονεύσει έναν άπιστοΕιδήσεις φτάνουν και από τη γαλλόφωνη Spectateur Oriental η οποία, παρ’ ότι ανθελληνική, αναφέρει ότι «η εκδίκηση και η παραφορά των Τούρκων υπερέβη τα όρια». 


Τελικά, περισσότεροι από 40.000 κάτοικοι του νησιού σφαγιάστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν ενώ μεγάλο μέρος του πληθυσμού διέφυγε προς τα Ψαρά, τις Κυκλάδες και την Πελοπόννησο. Κατά τον ιστορικό Καστάνη που ήταν παρών στη σφαγή της Χίου ο πληθυσμός του νησιού έφθανε τις 180.000 ψυχές. Ο Καστάνης εξέδωσε αργότερα βιβλίο με την ιστορία της Επανάστασης στη Χίο και την περιπέτειά του με τον τίτλο "Ο Έλληνας εξόριστος". Εκείνο που είναι γεγονός είναι ότι στο νησί της Χίου έμειναν περί τους 1.000 - 2.000 χιλιάδες άνθρωποι και περί τους 20.000 διέφυγαν. Ο τότε Τούρκος τοποτηρητής της Χίου Βαχίτ πασάς, που κατέγραψε τα συμβάντα, αναφέρει ότι «τους μεν ηλικιωμένους επέρασαν (οι μουσουλμάνοι) γενναιότατα εν στόματι μαχαίρας, παρομοίως και τας ηλικιωμένας γραίας, την δε κινητήν περιουσίαν αυτών ελεηλάτησαν τας δε ωραίας κόρας των και τους τρυφερούς νεανίσκους των ηχμαλώτισαν. Το αίμα έρρευσε ποταμηδόν". Όταν ο ίδιος απέστειλε στην Κωνσταντινούπολη αναφορά για την ανακατάληψη του νησιού, απέστειλε μαζί και 5 φορτία με κομμένα κεφάλια και 2 φορτία κομμένα αυτιά. Καταμετρώντας τους νεκρούς αναφέρει κεφάλια ιερέων, προεστών και ανταρτών 1.109, «τελειωθέντες εν στόματι μαχαίρας» 25.000, σκλαβωμένα αγόρια και κορίτσια 5.000. Έκοβαν τα αυτιά από τα κεφάλια και κατόπιν τα διατηρούσαν στην άλμη και τα τοποθετούσαν σε βαρέλια. Τα έστελναν στον Σουλτάνο ως απόδειξη της υποταγής τους ή ως δελτία της επιτυχίας τους. Ιδιαίτερη τιμή δινόταν αν τα επαναστατικά κεφάλια ανήκαν σε διακεκριμένους αρχιεπισκόπους, άρχοντες ή κληρικούς. Χίλια διακόσια κεφάλια είχαν ήδη καταγραφεί στην ιστορία της αμοιβής που δόθηκε για τον καθένα. Το βιβλίο της Ένωσης Μαστιχοπαραγωγών κάνει λόγο για 33.000 αιχμαλωτισμένες ψυχές και 33.000 σφαγμένους. Εάν όμως συλλογιστούμε τα νούμερα των εναπομεινάντων μαζί με αυτούς που κατόρθωσαν και διέφυγαν τα νούμερα των χαμένων ψυχών είναι κατά πολύ μεγαλύτερα κι αν λάβουμε υπ´όψιν την εκτίμηση των Τούρκων όσον αφορά τον πληθυσμό.


Το εμπόριο δούλων


Μια όψη της οθωμανικής αγριότητας κατά του πληθυσμού της Χίου ήταν η πώληση - κυρίως γυναικών και παιδιών - ως δούλων. Μεταφέρονταν ως εμπορεύματα σε παζάρια της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης και πωλούνταν σε εξευτελιστικές τιμές. Ο Ολλανδός διπλωμάτης στην Κωνσταντινούπολη Gaspar Testa γράφει προς τον υπουργό του των εξωτερικών:

"Το πιο σπαρακτικό θέαμα είναι τα σκλαβωμένα γυναικόπαιδα που έφεραν από τη Χίο ... Αγόρια και κορίτσια σέρνονται στους δρόμους δεμένα το ένα με το άλλο και οδηγούνται στα σκλαβοπάζαρα. Κοπέλες κρατούσαν στο χέρι ένα χαρτί με το όνομα των Τούρκων κυρίων τους που έμειναν στην Χίο. Μη μπορώντας να τις συνοδέψουν οι ίδιοι, τις έστειλαν στη διεύθυνση των σπιτιών τους στην Πόλη." Ο Άγγλος πρόξενος στη Σμύρνη Francis Werry γράφει σε αναφορά του προς τη Levant Company: "Στο δρόμο των Φράγκων οδηγούνται πάνω-κάτω κοπάδια από παιδιά της Χίου για πούλημα". Στον Courrier Francais της 10-7-1822 αναφέρεται ότι φανατικοί μουσουλμάνοι αγόραζαν το θύμα τους για 30 γρόσια και το έσφαζαν για να κερδίσουν μια θέση στον παράδεισο. Πολλές γυναίκες αυτοκτόνησαν κατά την μεταφορά και άλλες πέθαναν από απεργία πείνας για να γλυτώσουν τον εξευτελισμό. Στην Allgemeine Zeitung δημοσιεύεται ότι μικρά παιδιά κάτω των 7 ετών που ήταν ακατάλληλα για το εμπόριο δένονταν και ρίχνονταν στη θάλασσα. Το σκηνικό του δουλεμπορίου περιγράφει και ο ιερέας της αγγλικής πρεσβείας R. Walsh αναφέροντας ότι από την 1η Μαΐου 1822 εκδόθηκαν 41.000 "τεσκερέδες" (έγγραφα ιδιοκτησίας δούλων) και ότι 5.000 πουλήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Κατά τη γαλλόφωνη εφημερίδα της Σμύρνης Spectateur Oriental, έως την 10-5-1822 στο τελωνείο της Σμύρνης είχαν καταβληθεί δασμοί για 40.000 σκλάβους. Πληροφορίες αναφέρουν και εκτελέσεις Χιωτών που βρέθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, των οποίων οι περιουσίες δημεύτηκαν και τα μέλη των οικογενειών πουλήθηκαν ως δούλοι. Στη Journal du Commerce δημοσιεύεται κατάλογος ονομάτων 207 Χίων εμπόρων που εκτελέστηκαν. Τον κατάλογο κατέγραψε έμπορος της Φλωρεντίας μετά από αίτηση γαλλικών, ιταλικών και γερμανικών εμπορικών οίκων που είχαν συναλλαγές με τους Χιώτες εμπόρους.


Τα παιδιά οδηγούνταν κατά ομάδες για εξισλαμισμό. Ο Άγγλος κληρικός Walsh γράφει :
"Μέσα σε μια μέρα έγιναν περισσότεροι προσηλυτισμοί από το Ευαγγέλιο στο Κοράνι απ' όσοι απ' το Κοράνιο στο Ευαγγέλιο σε έναν αιώνα "

Οι αγοραπωλησίες σταμάτησαν στις 19 Ιουνίου 1822 ύστερα από επέμβαση της αδελφής του σουλτάνου, στην οποία ανήκε η Χίος ως φέουδο. Η σφαγή της Χίου και η επακόλουθη ανατίναξη της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κανάρη είχαν μεγάλη επίδραση στην κοινή γνώμη της Ευρώπης και στην ανάπτυξη του φιλελληνικού κινήματος. Οι Ευρωπαίοι συνειδητοποίησαν τα συμβαίνοντα στην Ελλάδα και έδειξαν συμπάθεια προς τα θύματα και τους ήρωες ενός άνισου αγώνα.



«Όπου είναι Χιώτης, Εβραίος δε χωρεί»


Οι Εβραίοι βρέθηκαν στο πλευρό των Τούρκων. Η συμπεριφορά της εβραϊκής κοινότητας της Χίου κατά την εποχή των δραματικών γεγονότων του 1821-1822, που οδήγησαν στη σφαγή των Χιωτών, δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες. Στα μάτια των Ελλήνων οι Εβραίοι ήταν συνένοχοι των Τούρκων στις απίστευτες φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν κατά του ελληνικού πληθυσμού. Δεν ήταν λίγες οι φορές που οι Τούρκοι χρησιμοποίησαν τους Εβραίους για να αναλάβουν την έκθεση των σωμάτων των δολοφονημένων χριστιανών. Με αφορμή τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ εξαγριωμένοι Έλληνες συνέλαβαν κάποιους Εβραίους που έτυχε να πλέουν με μία βάρκα μεταφέροντας εμπόρευμα στο στενό μεταξύ του νησιού και της Μ. Ασίας και τους απαγχόνισαν. Το ημερολόγιο του Antonio Pasqua αποτελεί σημαντική πηγή πληροφόρησης για τα γεγονότα. Αναφέρεται συγκεκριμένα στο γεγονός του απαγχονισμού του Μητροπολίτη της Χίου και των 80 προυχόντων, που έγινε στις 6 Μαΐου του 1822. Ο Pasqua γράφει πως « οι Τούρκοι έδωσαν εντολή στούς Εβραίους να κατεβάσουν τα πτώματα και να τα πετάξουν στή θάλασσα. Αμέσως αυτοί βγήκαν από το Κάστρο με 3 σημαίες, κατέβασαν τα σώματα καί τα πέταξαν στη θάλασσα. Οι Εβραίοι ήταν περίπου 300 ». Γνωρίζουμε επίσης πως οι Τούρκοι έφεραν από τη Σμύρνη περίπου 100 Εβραίους για να βοηθήσουν την κοινότητα της Χίου. Προφανώς, ήταν αδύνατον οι Εβραίοι της Χίου να χειριστούν έναν τόσο μεγάλο αριθμό θυμάτων μόνοι τους. Τέλος, γνωρίζουμε πως οι Εβραίοι αγόραζαν σε χαμηλή τιμή κοσμήματα από τους απελπισμένους Έλληνες, οι οποίοι προσπαθούσαν πάνω στην απόγνωσή τους και να σώσουν τις ζωές τους από τη σφαγή.

Οι εντάσεις μεταξύ των Ελλήνων και των Εβραίων δεν σταμάτησαν. Χρόνια αργότερα, κάποια περιστατικά εξαφάνισης χριστιανοπαίδων στη Σμύρνη τις ημέρες του Πάσχα του 1864, καθώς και το 1872 πυροδότησαν μία έκρηξη βίας κατά των Εβραίων της πόλης. Οι εξαφανίσεις συνδέθηκαν από τους χριστιανούς με πιθανές απαγωγές από τους Εβραίους για την τέλεση ανθρωποθυσιών. Στη Χίο μία ομάδα Ελλήνων όρμησε στην εβραϊκή συνοικία του Κάστρου και κατέστρεψε τις περιουσίες των Εβραίων. Σημειώθηκαν επιθέσεις για παρόμοιους λόγους και το 1892. Οι επιθέσεις συνεχίστηκαν μέχρι και το 1897 κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο. Με τη βοήθεια κάποιων μορφωμένων και εύπορων Χιωτών η κατάσταση άρχισε να καλυτερεύει προς το τέλος του 19ου αιώνα. Ενδεικτικά γεγονότα της εξομάλυνσης στην κοινωνία της Χίου εκείνη την εποχή αποτελούν η παρουσία ραβίνου στην κηδεία του Ιωάννη Χωρέμη το 1897 προκειμένου να τον τιμήσει, ενώ την ίδια χρονιά, ο ραβίνος Αβραάμ Φράνκο ευλόγησε τα εγκαίνια της νέας αποβάθρας. Οι Εβραίοι αποκλείονταν από τη Σχολή της Χίου, όπου φοιτούσαν οι Έλληνες και από εκεί ανοιγόταν ο δρόμος για ανώτερες σπουδές στο εξωτερικό, όπως στο Κολλέγιο του Αγίου Αθανασίου στη Ρώμη και σε άλλα Πανεπιστήμια της Ιταλίας. Με τον σεισμό του 1881 πολλά εβραϊκά κτίρια, συμπεριλαμβανομένου του σχολείου, καταστράφηκαν, ενώ το 1888 καταστράφηκε και η συναγωγή από πυρκαγιά. Διοργανώθηκε λαχειοφόρος αγορά, ενώ η διάσημη τραπεζιτική οικογένεια Rothschild έκανε μία σπουδαία δωρεά χάρη στις προσπάθειες του Ιωάννη Χωρέμη. Η νέα συναγωγή αποπερατώθηκε το 1890 εκτός του Κάστρου στην περιοχή του Φραγκομαχαλά. Μία αναμνηστική επιγραφή τοποθετήθηκε στο νέο κτίριο.


Ευγένιος Ντρελακρουά

Ο Ευγένιος Ντρελακρουά Γάλλος ρομαντικός ζωγράφος του 19ου αιώνα, εμπνευσμένος από τα ιστορικά γεγονότα τής Ελληνικής Επανάστασης ζωράφισε κάποιους πίνακες. Ένας από αυτούς είναι «Η Σφαγή της Χίου». Σ’ αυτόν απεικονίζεται η τουρκική θηριωδία στο νησί της Χίου κι αποτέλεσε μοχλό ανατροπής της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης προς την αξία του αγώνα των Ελλήνων για την ελευθερία. Ιστορικοί αναθεωρητές ισχυρίστηκαν ότι ο πίνακας «Η Σφαγή της Χίου» τού Ντελακρουά αποτελεί υπερβολική απεικόνιση από μέρους του καλλιτέχνη καί ξεπερνάει τήν πραγματικότητα. Η γνώμη τους είναι ότι μπορεί καί να αυτοκτόνησαν. Έτσι, το αντίγραφο του πίνακα αφαιρέθηκε από το Βυζαντινό μουσείο τἠς Χιου κατ’ απαίτηση των Τούρκων, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι το συγκεκριμένο γεγονός δεν συνέβη ποτέ. Σύμφωνα με τον χιώτικο Τύπο, υπάρχει μια μυστική συμφωνία για την απόσυρση του πίνακα, ως ένδειξη απάλειψης του ιστορικού χάσματος που χωρίζει τους δύο λαούς. Στη συνέχεια, η τουρκία επεδίωξε καί πέτυχε τήν αφαίρεση τών ταμπελών από τίς οστεοθήκες των θυμάτων τής σφαγής στη Νέα Μονή καί στόν Άγιο Μηνά με τήν επιγραφή «Έργα Οθωμανών» ! ! ! Ωστόσο, η αποκαθήλωση του αντιγράφου του πίνακα από το μουσείο της Χίου αποτελεί προσβολή εναντίον όλων των κοινωνικών αξιών και διδαγμάτων που πρεσβεύει η Ιστορία. Για αυτόν, ακριβώς, τον λόγο έχει απαιτηθεί από τη Νομαρχία Χίου η εκ νέου έκθεση του πίνακα στο Βυζαντινό μουσείο της Χίου. Στο μπροστινό μέρος του πίνακα παρατηρείται ιδιαίτερα έντονη η αγωνία και η απελπισία στα πρόσωπα των ανθρώπων, με τη μάνα που είναι ξαπλωμένη με το μωρό της στην αγκαλιά στο δεξί άκρο του πίνακα, τα δύο αγκαλιασμένα παιδιά στο αριστερό άκρο που περιμένουν το θάνατο, το ταλαιπωρημένο αντρόγυνο στο κέντρο του πίνακα μαζί με την ηλικιωμένη γυναίκα που κοιτάζει προς τον ουρανό μ’ ένα βλέμμα απελπισίας στα μάτια της και, τέλος, τον Τούρκο καβαλάρη στα δεξιά που αρπάζει μια Ελληνοπούλα και τη δένει στο άλογό του, έτοιμος να τραβήξει το σπαθί του. Στο βάθος του πίνακα ο σκεπασμένος με καπνό ουρανός και το καμένα σπίτια ολοκληρώνουν την εικόνα της καταστροφής. Στο έργο αυτό προβάλλεται έντονη η συγκίνηση πού θέλει να μεταφέρει ο καλλιτέχνης εμπνεόμενος από τόν φιλελληνισμό καί τήν Ελληνική Επανάσταση. Η συναισθηματική φόρτιση πού εκπέμπει το πρόσωπο τής ηλικιωμένης γυναίκας στο κέντρο τού πίνακα έρχεται σε αντίθεση με το σκληρό πρόσωπο τού τούρκου καβαλάρη, ενώ η έλλειψη της συμμετρίας, τα λαμπερά χρώματα καί τα πυρπολημένα χωριά στό βάθος τού πίνακα συγκλονίζουν το θεατή. Εν ολίγοις, «Η Σφαγή της Χίου» τού Ευγένιου Ντελακρουά συγκλόνισε καί συνεχίζει να συγκλονίζει, όλη τήν ανθρωπότητα, γι αυτό κάποιοι θέλησαν να εξαφανίσουν τόν πίνακα. Το 2009 ένα αντίγραφο τού πίνακα εκτέθηκε στό τοπικό Βυζαντινό μουσείο τής Χίου. Ένα ακόμα εκτίθεται στό Εθνικό Ιστορικό μουσείο στήν Αθήνα σε μικρότερη κλίμακα κι ένα ακόμη στήν σχολή καλών τεχνών τής Πράγας


Είχε ήδη παραδώσει το πνεύμα επί του σταυρού ο Ιησούς και η Χίος σταυρωνόταν καταματωμένη, νέα μάρτυς της μεγάλης ελληνικής πατρίδας. Τη Μεγάλη Παρασκευή του 1822 όπως ο Χριστός σταυρώθηκε, έτσι και το νησί της μεγάλης ελληνικής πατρίδας μαρτύρησε. Η αντίθεση της ομορφιάς τής ανοιξιάτικης Χίου με τις φρικιαστικές εικόνες τών ανθρώπινων πτωμάτων καί τής ερημιάς είναι απίστευτη εικόνα.Είναι έντονα τα συναισθήματα τής οργής αλλά καί του πόνου ὀταν βλέπει κάποιος τήν καταστροφή τού νησιού. Η Χίος έζησε ένα μοναδικό ολοκαύτωμα. Όλοι γνωρίζουμε από την ιστορία και από πολλά κείμενα που έχουν γραφτεί, πόσο σκληρά και απάνθρωπα γεγονότα συνέβησαν.Ήταν πάνοπλα αυτά τα αιμοβόρα τέρατα και αφού πυρπόλησαν και λεηλάτησαν την πόλη, ξεχύθηκαν στα χωριά και στις εξοχές κατά στίφη, σφάζοντας, ατιμόντας και αιχμαλωτίζοντας. Και η ''καλλίτερη'' φαντασία αδυνατεί να συλλάβει έστω και αμυδρά αυτή την εικόνα της φρίκης, η οποία περικύκλωσε ξαφνικά την σημαντική Χίο. 26.000 ψυχές χάθηκαν από το μαχαίρι που τους καρφώθηκε μέσα σε λίγες μέρες. Το ανοιξιάτικο καταπράσινο χαλί των αγρών, των βουνών και των κοιλάδων του νησιού κατακοκκίνισε αφού ραντίστηκε με το αίμα πολλών αθώων γυναικών και παιδιών.




ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ


Μαρία Μπούρα (Εκ της πόλεως Χίου)


Την άλλη μέρα το πρωί, νάτους.
Εβαστούσαν στα χέρια τους φωτιές καί μαχαίρια καί εφωνάζανε: «Μωρέ Γκιαούρηδες, τι έχετε να δείτε τώρα!»
Οι καμένοι οι Χριστιανοί κλειστήκανε στα σπίτια τους.
Τότε η μητέρα μου λεει τού πατέρα μου: «Φραγκούλη, να πάρομε τα παιδιά μας να φύγομε, γιατί οι Τούρκοι έχουν άσκημο σκοπό». Μας παίρνει λοιπόν ο πατέρας μου παίρνει και δύο ψωμιά και μερικούς ψιλούς παράδες και φεύγομε. Μα πριν να φύγομε, τι ν’ ακούσομε. Εσπούσαν τις πόρτες οι Τούρκοι καί σφάζανε, ύστερι βάζανε φωτιά σ’ όλα τα σπίτια. Εμείς πήραμε δρόμο κατά τον Άγιο Μηνά. Ανηβαίνομε λοιπόν στον Άγιο Μηνά και βλέπομε τον κόσμο χιλιάδες μέσα. Ακούμε φωνές «Τα ταγκαλάκια έρχουνταινε!». Τότες ο πατέρας μου λέει:
«Αν μείνομεν εδώ, θα μας σφάξουν, μόνον ας φύγομε, πριν κλείσει το μοναστήρι» Παίρνομε δρόμο και καταβαίνομε στο Λιμνιώνα, ίσως βρούμε κανένα καΐκι. Η κακή μας τύχη και απαντήσαμεν ένα μπουλούκι Σαμιώτες και μας πήραν τον πατέρα μας και αφήσανε τη μητέρα μου, εμένα και την αδερφή μου. Πήραμε δρόμο κ’ εβγήκαμε στο Λιθί. Η μητέρα μας η καϋμένη έμεινε μοναχή, χωρίς άντρα, νύχτα, με δυό κορίτσια, χωρίς να ξέρη πού ήτανε. Παίρνομεν τα βουνά και φτάνομε στης Αγιάς Μαρκέλλας τον ποταμό και βλέπομεν τα βουνά γεμάτα Τούρκοι, που ερκόντανε προς το μέρος το δικό μας. Τότες μάς παίρνει η μητέρα και κρυφτήκαμένε μέσα στους βάτους και εκεί ξημερωθήκαμε. Τη νύχτα πού να κοιμηθούμενε, που περνούσαν οι Τούρκοι αφ’ το δρομαλάκι που ήτανε από πάνω μας. Τέλος, εξημέρωσεν ο Θεός την ημέρα κ’ επήγαμεν στην Αγιά Μαρκέλλα. Κ’ εκεί όμως δεν βρήκαμεν καΐκι και γυρίσαμε πίσω και πάμενε σ’ ένα χωριό. Εκεί μάς απάντησεν ένας κουμπάρος μας και λε τής μητέρας μου: «Έλα να σε κρύψω με τα κορίτσια σ’ ενός Τούρκου τον αχερώνα». Μα ο άθλιος πάει και λεει τού Τούρκου:
«Έλα να δεις που σού ΄χω δυό κορίτσια κρυμμένα».
Του λεει ο Τούρκος:
«Τι σού είν’ αυτές;».
Λέει: «Κουμπάρες μου».
Τότε ο Τούρκος βγάζει το σπαθί του και του κόβει το κεφάλι ομπρός στα μάτια μας κ’ έρκεται και μας λέει:
«Αυτός επειδή ήτανε κουμπάρος σας και σας επρόδωσενε, τον σκότωσα, μόνο εσείς φευγάτε».
Και μας ήδειξε δρόμο κ’ εβγήκαμε πάλι στο Μέγα Λιμιώνα.

Κι εκεί είδαμε καΐκια Σαμιώτικα βαθειά αραγμένα, και στην ακρογιαλιά ήτανε πολύς κόσμος, γυναικόπαιδα πολλά. Οι Σαμιώτες με τις βάρκες επαίρνανε τον κόσμο, μα όποιος είχενε πολλούς παράδες και χρυσά, όποιος δεν είχενε τον αφήνανε όξω. Η καϋμένη η μητέρα μου είχε στο στήθος της ένα πουγγί γεμάτο με ψιλούς παράδες τα βγάζει μια φουχτιά και τα δείχνει τών Σαμιωτών. Αυτοί νομίζοντας πως ήτανε το στήθος της γεμάτο παράδες, μας επήρανε μέσα στο καΐκι. Την ώρα που μπήκαμεν στη βάρκα, είδαμεν τη θάλασσα κόκκινην απ' το αίμα. Άλλο δεν ακούαμεν φωνές, κλιάματα κ’ εβλέπαμεν παντού φωτιές. Σαν εφύγαμεν λίγο μακριά, οι Τούρκοι μάς τραβούσανε και τα κουρσούμια περνούσαν από πάνω απ'τα κεφάλια μας. Λίγο να μας σκοτώσουν. Βλέπαμε στην ακρογιαλιά εκείνους που μείνανε και τι να δούμε. Οι Τούρκοι τούς εσφάζανε, τους εκάμνανε κομμάτια και τα πετούσανε στον αέρα. Σαν ηφτάσαμε στη Σάμο, οι Σαμιώτες δεν μας ηθέλανε γιατί δεν είχαμε λεφτά. Επήγαμε με τἠ μητέρα μου για να μάθει για τον άντρα της. Μα δεν τον εγνώρισέ γιατί ήταν αγνώριστος απ’ την αρρώστια. Ερώτανε πια τους άρρωστους:
«Ποιος είσαι σύ; Ποιος είσαι συ;».
Και της ελέγανε. Ερώτησε κ’ εκείνονε και της είπεν!
«Είμαι ο Φραγκούλης ο Μπούρας». Τότες η μητέρα μου τον γνώρισένκαι μεις τον εγνωρίσαμεν και ανταμωθήκαμεν πάλι όλοι.Σαν εγίνηκεν καλά ο πατέρας μου, μας ήλεγένε: «Είχαμεν τύχη που φύγαμεν αφ’ τον Άγιο Μηνά, γιατί οι Τούρκοι τούς έσφαξαν όλους. Επειδή δεν ημπορούσανε ν’ ανοίξουνε την πόρτα, εκάμανε μιαν τρύπα στον τοίχο κ’ εμπήκανε μέσα κ’ εμπαίναν ένας ένας. Ύστερι εμπήκαν όλοι κ’ εσφάξαν όλους τούς Χριστιανούς κ’ εκάψανε την Εκκλησιά ως και μέσα στη στέρνα ερρίξανε φωτιά και τους εκάψανε». Ύστερ’ από κάμποσα χρόνια εγυρίσαμε πίσω στη Χίο κ’ επήγαμεν να βρούμε τα σπίτια μας. Μα όχι σπίτια, αλλά ούτε σημάδι δε βρήκαμένε. Η Χίος όλη ήταν σκόνη, καμένα όλα και δεν μπορούσαμεν να καταλάβομεν πού ήταν το σπίτι μας, κ’ έτσι εφύγαμεν κ’ επήγαμεν στη Σύρα.

Μικές Φλατσούσης (Από τον Κάμπο)

Τότε ήμουνα 15 χρονών. Ο μακαρίτης ο πατέρας μου μ’ έχενε κοπέλλι με το μπάρμπα μου το Γιώργη. Από καιρό εγινόνταν ανησυχίες με τους Τούρκους. Τη Μεγάλη Πέφτη ήμουνα στο χωράφι κ’ εφύτευα ροβίθια. Τ’ απόγευμα ήκουσα κατά το μέρος τού Κάστρου τουφεκιές. Σε κομμάτι είδα ανθρώπους να περνούνε με φορτωμένα μουλάρια και να τραβούνε κατά τα Μαστιχόχωρα. Τους ερώτησα και μού ‘πανε πως εφάνηκεν η Τούρκικη αρμάδα κ’ οι Τούρκοι τού Κάστρου επήρανε θάρρος κ’ επεταχτήκανε όξω κι αρχίσανε να σφάζουνε. Σαν τό ΄κουσα, τρόμαξα κ’ ήτρεξα και τό ΄πα τ ΄αφεντικού μου. Εκείνος μ’ έστειλεν να κουβαλώ χοχλάκους από τον Κοκκαλά κι αφού ήβαλεν τη σκάλα εστίβαζεν τούς χοχλάκους γύρου γύρου στην αστρακιά. Επήρεν και δυό ψωμιά, μ’ ενήβασεν κ’ εμένα κ’ ετράβηξεν τη σκάλα πάνω.Ο πάππους μου, επειδή ήταν πολύ γέρος και δεν εμπόρενε να τους ακολουθήσει. Εκαθούντανε μες στο περιβόλι κ’ εφουμάριζενε. Εκούσαμενε μια τουφεκιά. «Τον πάππου σου θα σκοτώσανε, βρε Μικέ», μού ΄πεν ο μπάρμπας μου. Τα μεσάνυχτα κατηβήκαμενε και τον ηύραμενε σκοτωμένο. Το Μεγάλο Σαββάτο τ’ απόγεμα ακούσαμενε τουφεκιές κατά τον Άγιο Μηνά. Εκεί ήτανε μαζεμένος πολύ κόσμος, ήτανε και κάμποσοι με τα τουφέκια και είχανε και δυό Αρμολούσικες στάμνες μπαρούτι. Δυό Τούρκοι ήρτανε να πατήσουνε το Μοναστήρι. Οι Χριστιανοί τούς πιάσανε στο τουφέκι, τους επήγανε ίσια με τα Κεραμαριά. Την άλλη μέρα ήρτανε πιο πολλοί Τούρκοι με καβαλαρία. Είχανε και δυό κανόνια και τα βάλανε στους μύλους τού Νεχωριού, εμπορέσανε κι ανοίξανε μια τρύπα και μπήκανε μέσα κι αρχινήσανε να σφάζουνε. Από πάνω αφ’ την αστρακιά ακούγαμε τη βοή τού κόσμου και τις φωνές. Το ψωμί πού ΄χαμε μάς απόκαμε και κατηβαίναμε τη νύχτα και τρώγαμε χλωροκούκκια. Εγὠ, ένα βράδυ, την ώρα που κοιμούνταν ο μπάρμπας μου, του ξέκοψα και τράβηξα κατά το Πυργί με την ιδέα πως δεν ήταν εκεί Τούρκοι.

Άξαφνα βρέθηκα μπροστά τους. Έκαμα να φύγω, μα ένας ήστρεψε το τουφέκι του κατά πάνω μου και μου φώναζενε: «Ντουρ!».
Εγώ στάθηκα. Ένας ήρτενε και με πήρενε και με πήγε μες στο χωριό και μ’ έδωκε μιανού, που καθώς εκατάλαβα, ήτανε αρχηγός. Τους Χριστιανούς τούς είχανε κλεισμένους μέσα σ’ ένα μαγαζί κι απ’ όξω εφυλάγανε Τούρκοι. Οι καπεταναίοι τών Τούρκων εκαθόντανε στο Λειβάδι τού χωριού. Εκεί εφέρνανε τούς Χριστιανούς δεμένους εξάγκωνα και τους εκόβαν τα κεφάλια. Τα μωρά τα πετούσανε στον αγέρα και τα τρυπούσανε με τα σπαθιά! Ύστερα μάς εφέρανε στη Χώρα, εμένα με γυναικόπαιδα, και μας εμπαρκάρανε για τη Σμύρνη. Εκεί μάς επουλήσανε. Εμένα με πήρεν ένας Τούρκος και μ΄ έστειλε να του πάρω νερό. Στο δρόμο μού ‘σπασεν η στάμνα κ’ επήρα κ’ εγώ και τράβηξα κατά τα βουνά. Εκεί έζησα δέκα μέρες. Ένας βοσκός μού ΄δινε γάλα. Ύστερι μ΄έπιασεν η παγανιά και με ξαναπούλησεν σ’ ένα πασά κι από κει πάλι εξέκοψα και γύρισα στη Χίο. Στα ΄28 μάς διώξανε πάλι και φύγαμε για τη Σύρα. Ήζησα κ’ εκεί ανάμιση χρόνο.

Φἰλλιπος Πατελίδας (Από τον Κάμπο)

Ο Φατούρος ήταν αφ’ τα Θυμιανά, δραγάτης. Τότες που πήγανε στον Άγιο Μηνά, οι Τούρκοι εθαρρούσανε πως είναι Κάστρο, γιατ’ ήταν καμιά κοσαριά Σαμιώτες κ’ επυροβολούσαν από νωρίς. Τη νύχτα οι Σαμιώτες εφοβηθήκανε γιατί είδανε πολλή Τουρκιά κ’ εφύγανε. Την άλλη μέρα οι Τούρκοι εκάμανε μια τρύπα αφ’ τ’ αριστερό το μέρος. Μα ήτανε στενή η τρύπα και εμπαίναν ένας ένας. Τον πρώτον τον ήκοψεν ο Φατούρος με το σπαθί του και τον ετράβηξε μέσα. Ήκοψεν καμιά κοσαριά, κ’ οι Τούρκοι χωρίς να το πάρουνε χαμπάρι. Ύστερις ήσπασεν το γιαταγάνι του. Έβγαλαν τότες ένα ξύλο αφ’ τα στασίδια τής Εκκλησιάς και του το δώκανε να τους χτυπά. Μα σε τούτο το αναμεταξύ εμπήκεν ένας μέσα κ’ εφώναξε τών αλλωνών να μη μπαίνουν, γιατί όσοι μπήκαν τούς εκόψαν οι Γκιαούρηδες. Τον εσκότωσεν κι’ αυτόν ο Φατούρος. Έπιασαν τότες οι Τούρκοι κ’ εκάμαν άλλην τρύπα αφ’ το αντικρυνό μέρος κ’ εμπουκάρανε μέσα. Το τι γίνηκεν εκεί μέσα δεν περιγράφεται. 3.000 ψυχές ήτανε, και πολύ λίγοι σωθήκανε μέσα στο αναμπουμπουλίκι. Αφού εκατασφάξανε τον κόσμο εβάλανε φωτιά. Και μέσα στη φουντάνα που ήτανε κρυμμένοι πολλοί, ερρίχτανε αναμμένα πανιά. Ένας γέρος καλόγερος απ’ τους Ολύμπους με το ένα μάτι μού τά ‘λεγεν :
«Βλέπεις έδευτο το ρεματάκι; Ήτρεχεν το αίμα σαν ποταμός! Κ’ έδεκεί στα κυπαρίσια εκάθουνταν κ’ εξεκουράζουνταν οι Τούρκοι κ’ ύστερα αρχινούσαν πάλι το πελέκι»


Ιωάννου Δ. Τσατσαρώνη (Εκ Βροντάδου)

Ο πάππους μου, ο Χατζή Σταμάτης ο Τσατσαρώνης, στην Επανάσταση ήφυγεν απ’ το Βροντάδο με την οικογένειά του και πολλούς συγγενείς, το όλον 150 ψυχές, κ’ επήγαν στο Μελανιό.
Εκεί που καθόνταν απάνω σ’ έναν κάβο κ’ επερίμεναν κανένα καράβι αφ’ τα Ψαρά, επεινάσανε. Ο πάπους μου τότες εσυγκινήθηκεν. Επήρε δυό παλληκάρια, κ’ επήγαιναν στο Άγιο Γάλας να ζητήσουν ψωμί. Στο δρόμο σ’ ένα ύψωμα, που το λεν «Δυό αδερφοί», ήταν κρυμμένο ένα μπουλούκι Τούρκοι, που τως ερίξανε και τους εσκοτώσανε και τους τρεις. Ύστερις κατέβηκαν αφ’ το ύψωμα οι Τούρκοι κ’ επήγαν κοντά στους σκοτωμένους, κ’ εκόψαν τα κεφάλια τους, και τα πήραν και τραβήξαν στο Μελανιό. Στο Μελανιό εσφάξαν όλους τους ηλικιωμένους κ’ εφήκαν τα παιδιά όσα μπορούσαν να πορπατούν. Μέσα σ’ αυτά τα παιδιά ήτανε και ο πατέρας μου με τους αδερφούς του, τον Αντώνη, το Θοδωρή, και τον Κωσταντίνο, που μόντις είδανε την κεφαλή του πατέρα τους, την εγνωρίσανε, την επιάσαν από τη γη, την εφιλούσανε και εκλαίγανε. Τότες οι Τούρκοι εδώκαν την κεφαλή στον πατέρα μου, και την κρατούσεν ως κάτω τη Χώρα, δέκα ώρες δρόμο, και άμα καμιά φορά εκουράζουνταν και την άφηνε κατά γης, οι Τούρκοι τού χτυπούσανε με το καμιτσί και την εσήκωνεν πάλι.

Παπά Δημητρίου Χανιώτου (Εκ Πυραμάς)

Το χωριό μας, η Πυραμά, έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην Επανάσταση. Σ’ αυτό πρωτοβγήκεν η Επανάσταση. Ο Χατζή Αντώνης ο Μπουρνιάς, ο αρχηγός τότες, ήταν συγγενής μας. Στη μέση τού χωριού μας είν’ ένας πελώριος πύργος Γενουβέζικος. Είχεν τότες ύψος 15 μέτρα και πλάτος δυόμισυ, ούτε πόρτα, ούτε παράθυρο είχεν, παρά μόνο μια κρεμαστή σκάλα. Σ’ ευτόν τον πύργο μέσα εφέραν οι Χωριανοί όλα τα πολύτιμα που είχαν, καθώς και τις εικόνες και τα σκεύη τής εκκλησιάς, κ’ έφυγαν αφ’ το χωριό. Λέγουν μάλιστα πως επειδή εφοβούνταν μήπως οι Τούρκοι πατήσουν τον Πύργο, έκρυψαν οι επίτροποι τα χρυσαφικά και το χρήμα κοντά στην εκκλησιά του Αγιού Δημητριού, μα κανείς δεν ξέρει το μέρος, γιατί όλοι επέθαναν σκλάβοι. Μόλις έφτασαν οι Τούρκοι στην Πυραμά, έπιασαν τουφέκι με τις τάμπιες τού χωριού. Σ’ αυτό το μέρος, όντας μικρό παιδί, μού ΄δειχνεν ο πατέρας μου κάτι μεγάλους πίθους σπασμένους, και μού ΄λεγεν πως τους είχαν οι Τούρκοι για να πίνουν νερό. Οταν επατήσαν το χωριό, τό ΄καμαν κονάκι , κι από ΄κει εγυρίζαν στα άλλα χωριά. Στο χωριό δεν έμειναν άλλοι παρά κάτι γέροι πολύ και μάλιστα ένας απ’ αυτούς ευρέθηκε στην πλατείαν τού χωριού απάνω σ’ ένα σωρό καμένα άχερα, κάρβουνο γενομένος . Οι Τούρκοι εκατάστρεψαν τ΄ απάνω δυό πατώματα τού πύργου, μα δεν είδαν κανένα μέσα κ’ έφυγαν, κ’ έτσι εσώθηκαν τα σκεύη τής εκκλησιάς, που στολίζουν ως σήμερα τον Πρόδρομο, τη χωριοκκλησιά μας. Οι αθρώποι εκρυφτήκαν άλλοι στις κρύφτες που έκαμαν στα χωράφια, άλλοι μες στα δέντρα κ’ οι περισσότεροι έτρεχαν στο Κάβο Μελανιός. Επειδή όμως έλεγαν, πως όποιος πλερώσει τα καΐκια περισσότερο, πιο εύκολα και γρήγορα φεύγει, ο συγγενής μου, ο Γέρω Σωτήρχος, επήρεν ένα καντάρι καλό στο χέρι του, κι ο αδελφός του ένα κόκκινο βόδι κ’ έφυγαν. Σαν έφτασαν στο Κάβο Μελανιός, τά ΄δωσαν αυτά και πήγαν στα Ψαρά. Απ’ το καΐκι έβλεπαν τους Τούρκους που έσφαζαν τον κόσμο. Ένας εκουράστηκεν πια να σφάζει, κ’ ήκατσε να ξεκουραστεί και ν’ αρχίσει πάλι. Ένας δικός μας, κρυμμένος μέσα στα πτώματα είδεν τη σφαγή και μας τά ΄λεγε. Τόσον αίμα χύθηκεν εκεί, που οι πέτρες εβαφτήκαν με αίμα κι ως τώρα φαίνουνταιν κόκκινες. Όσοι δεν επρόφτασαν να φύγουν με τα καΐκια, εκρυφτήκαν στα βουνά και στα δέντρα και στις σπηλιές. Στη θέση «Καταβολάδα» υπάρχει μια σπηλιά και μια μεγάλη πέτρα απάνω σ’ αυτή. Εκεί έφτασεν ο Πουλάδης αφ’ το χωριό με τη γυναίκα του και το παιδί του το μικρό. Πριν κρυφτούν εμάλλωσαν, γιατί ο άντρας επέμενε να κρύψουν αλλού το μωρό, κ’ η γυναίκα δεν ήθελε να χωριστεί απ’ το παιδί της. Οι Τούρκοι εκεί που γύριζαν τα βουνά, ήρταν και σ’ εκείνο το μέρος κ’ εκάθισαν απάνω στην πέτρα, κι από κει ετραβούσαν κ’ εσκότωναν όσους έβλεπαν. Με την πρώτην τουφεκιά το παιδί ερχίνησε να φωνάζει, κ’ έτσι τούς ανακάλυψαν. Τη γυναίκα, επειδή ήταν όμορφη, την επήραν μαζί των ως και το παιδί, τον άντρα τον επήραν πάρα κει σ’ έναν πλάτανο πολύ μεγάλο και τον εσκότωσαν. Μέσα σ’ αυτόν τον πλάτανο, που σώζεται ως σήμερον, ήταν κρυμμένοι 12 χωριανοί κ’ έβλεπαν το μαρτύριό του κρατώντας την αναπνοή τως. Πολλοί ακόμα εσωθήκαν στη σπηλιά τής Παναγιάς τής Αγιογαλούσαινας, όχι μόνο χωριανοί μας αλλά απ’ όλην τη Χιό. Γι’ αυτό και κάθε χρόνο επήγαιναν πολλοί απ’ όλην τη Χιό κ’ επροσκυνούσαν την Παναγιά, που η εκκλησιά της είναι θεόχτιστη, στην είσοδο μιανής σπηλιάς. Γι’ αυτήν τη σπηλιά λεν πως χρειάζουνται 40 μέρες για να την περάσει κανείς όλην και να φτάσει στη θάλασσα. Κι εγώ είχα την τύχη να τη ΄δω. Στον τοίχο είδα πολλά ονόματα γραμμένα και το όνομα τού Γρηγορίου, Μητροπολίτου Χίου. Είδα και κάτι πελώρια και ασυνήθιστα κόκκαλα ανθρώπινα και τον Αράπη πέτρα γενομένο. Γιατί, όπως λεν, ένας μόνο Τούρκος Αράπης ετόλμησε να μπει μέσα και να προχωρήσει ως εκεί, που ήταν κρυμμένος τόσος κόσμος, μα μόλις ήκουσε φωνές κ’ ήτρεξε να ειδοποιήσει τούς άλλους, τον ήκαμεν πέτρα η Παναγιά.

Μαρίας Αγγελικούση (Εκ Καρδαμύλων)


Στην Επανάσταση εμείς είμεστεν κρυμμένοι στη Γριά, μα σε κάμποσες μέρες, εφάγαμεν πια ό,τι είχαμεν κ’ επεινούσαμεν.Είχαμε μαζί κι έναν αγοράκι τριώ χρονών, και τού ΄δωκα μισό κουκκί κ’ ήγλυφεν, και το καίγουνταν η καρδιά μου.Τότες ήρτεν ένας εις το χωριόν κ’ ήστειλεν αθρώπους στα βουνά κ’ εφωνάζαν, πως ο Κόνσουλας είπεν, όσοι έρτουν εις το χωριό και προσκυνήσουν, δεν θα πάθουν τίποτι. Εγώ ήθελα να πάμε, για να μη χάσω το παιδί μου, που τό ΄βλεπα πως ήλυωσεν και τού ΄ρχουνταν λιγοθυμίες απ’ την πείνα, μα ο πάππους σας δεν ήθελεν με κανέναν τρόπον. «Οι Αγαρηνοί, ήλεγεν, δεν έχουν εμπιστοσύνην και θα μας σφάξουν». Μα εγώ που δεν εμπόρουν να βλέπω το παιδί μου να πεθαίνει ομπρός στα μάτια μου;Του λέω: «Εγώ θα πάω με το παιδί, κι ό,τι θέλει ο Θεός ας μας κάμει». Κ’ έτσι μ’ εφήκαν κ’ επήγα. Επήγαν κι άλλοι άντρες και γυναίκες, και τους άντρες τους είχαν βαρμένους μέσα στου Σπανού το σπίτι, εδεκεί στη Φονόπετραν, κάτω κάτω, που πάμε για το Μάρμαρο. Τις γυναίκες τις είχαν όξω. Εγώ είχα καθισμένο το παιδί στο λαιμό μου αποσκελωτά. Ένας Τούρκος ήτρωγε ψωμί. Τό ΄δεν το παιδί μου κ’ ήπιασεν τα κλιάματα, κ’ εφώναζε: «Πεινώ, πεινώ, ψωμί, ψωμί!». Ο Τούρκος τού ΄δωκε λιγάκι ψωμί κι εκείνο ερρίχτηκεν επάνω στο ψωμί και τό ΄φαγεν αμάσητο. Εξανάκλαψε και του ζήταν κι άλλο. Τότες…Χριστέ και Παναγιά μου! Βλέπω το μαχαίρι τού Τούρκου ν’ αστράφτει, νοιώνω έναν κούνημα και βλέπω το κεφαλάκιν τού παιδιού από δω και το σωματάκιν του από κει.

Ύστερα εσφάξαν όλους τούς άντρες που ήταν κλεισμένοι στου Σπανού, και μας επήραν εμάς και μας επηγαίναν εις την Χώρα.Εδεκεί στο Πλατανάκι εκάτσαν να φαν και να πιούν και νερό. Νά κ’ έρκεται έναν άλλο μπουλούκι αφ’ τη Χώρα.
Οι Τούρκοι που μας είχαν εμάς, τους είπαν εκεινών!
«Πού πάτε; Αν πηγαίνετε στα Καρδάμυλα, ετελείωσεν η δουλειά». Εκείνοι εθυμώσαν κ’ ετσακωθήκαν. Τότες ένας μονόφταρμος μπαίνει μες στη μέση και λέει:
«Για τ’ όνομα τού Προφήτη πάψετε. Αντί να σκοτωθούμεν εμείς, ας σκοτώσομεν τις Γκιαούρισσες».
Κι αρχίζει τότες μια σφαγή, έναν κακό. Εγώ εκυλίστηκα μέσα στα αίματα και μ’ επήραν για σκοτωμένη. Ύστερι έφυγαν, μα πριν να φύγουν ο μονόφταρμος εχτύπαν από δυό μαχαιριές εις την κάθε μια, για να τις αποτελειώσει. Μα εβιάζουνταν να φύγει, ο κόσμος πολύς, και τις ήδινε γρήγορα γρήγορα τις μαχαιριές! Εμένα μού ΄δωκε μια στην πλάτην και μια στην κοιλιά. Ελιγοθύμησα… Σαν μού πέρασεν η λιγοθυμιά, είδα τ’ άντερά μου χυμένα! Σκίζω αφ’ τα φουστάνια, κάμνω φασκιά, και την δένω καλά… Η Παναγιά μού ΄δωκεν κουράγιο, και άιντε άιντε, σιγά σιγά, πάω στου Μώρου τη σπηλλιά. Εκεί ήταν κι άλλοι χωριανοί κι ένας συγγενής μας.Εκεί μού ΄βαλαν τ’ άντερα μέσα στην κοιλιά και μού ΄καμναν ρεμέντια . Ύστερι μ’ επήγαν με καΐκι στο Μωριά, κ’ εκεί αντάμωσα και πάλι τον πάππου σου.Άμα εσιάξαν τα πράματα , εγυρίσαμεν, κ’ ήρταμε στο χωριό.


[Επιμέλεια διηγήσεων -υπομνηματισμός: Λεωνίδας Πυργάρης]





Ο Δημήτρης Μελαχροινούδης γεννήθηκε το 1937 στην Καλλιμασιά Χίου. Από τον επίνειο του Αγίου Αιμιλιανού αγναντεύει τα Ιωνικά παράλια, με τη Σμύρνη στο βάθος, έχοντας την ικανοποίηση πως έπραξε το καθήκον του ως πολίτης του πολιτισμού. Για 20 χρόνια, ως πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού, τα μάτια του είδαν πολλούς ξένους τόπους και διάφορες κουλτούρες, αλλά η γενέθλια γη ζούσε παντού και πάντα μέσα του. Μετά τη συνταξιοδότησή του άρχισε να οργώνει τις ανεξερεύνητες μικρές ηπείρους της ιδιαίτερης πατρίδας του, βυθιζόμενος επί χιλιάδες ώρες στη βιβλιοθήκη συζητώντας με γέρους και γριές που υπήρξαν μάρτυρες γεγονότων και γνώστες λαογραφικών στοιχείων, δουλεύοντας ανιδιοτελώς σε πολιτιστικά σωματεία και προσφέροντα στα κοινά. Καρπός της επίμοχθης ερευνητικής του ανασκαφής, στις διαστρωματώσεις της τοπικής γεωλογίας των γεγονότων αλλά και των ηθών, είναι το αρχειακό «Τα Διοικητικά της Χίου», καθώς και το πρόσφατο «Η Καλλιμασιά της Χίου», που τον αναδεικνύουν σε ένα σύγχρονο Σλήμαν της ιστορίας της Χίου!


Βικιπαίδεια
Μηχανή τού χρόνου
https://www.amanivoice-chios.gr/