Μουσικό χειρόγραφο του μοναστηριού του 1750 που ως κτήτορας υπογράφει ο Θεοφάνης Περιστεριώτης. Ο Θεοφάνης στις Βιογραφίες Λογίων του Επαμεινώνδα Κυριακίδη αναφέρεται ότι καταγόταν από το Ρίζαιο, ήταν μορφωμένος και γνώστης της μουσικής. Η βιβλιοθήκη της Μονής του Περιστερεώτα περιλάμβανε 4000 χειρόγραφα ενώ κατά τον Κιαγχίδη 7500. Το χειρόγραφο βρισκόταν σε πλειστηριασμό σε οίκο του Λονδίνου. Ντροπή είναι να βγαίνει σε δημοπρασίες κλεμμένη περιουσία των προγόνων μας και να μην μπορούμε να τήν κάνουμε δικιά μας έστω και κλεμμένα.Ψάχνουμε να βρούμε το σωστό δρόμο για να φύγουμε από το τέλμα δηλαδή το τέλος είμαστε σχεδόν στον πάτο της θάλασσας. Χρόνια τώρα αγώνες για να επιστρέψουν τα γλυπτά του Παρθενώνα πού είναι η ψυχή τη των Ελλήνων με την έκφραση της τέχνης αυτής με αυτή τη μορφή. Διαλέξεις αμέτρητες τι έγιναν τα αρχαία χειρόγραφα εκκλησιαστικά των αρχαίων ημών προγόνων και ότι άλλα χειρόγραφα και μνημεία γραπτά καί Ιερά
Μνήμη - Αγώνας - Δικαίωση
Στα 15 μου έτρεχα σε πορείες όπως κι αργότερα μεγαλη.Κοιμόμουν νυχτα στα παγκάκια κι η αστυνομια με τρομοκρατία ερχόταν να με πιάσει.Εκεί ανάμεσα στο κυνήγι στο τρέξιμο και στο κρυφτό πρωτοέμαθα τον κλεφτοπόλεμο.Το αντάρτικο.Την τέχνη να πολεμὠ.Κουράστηκαν όντως πολύ να με πιάσουν.Μου είχε πει πολύ πριν ο παππούς μου πως γεννήθηκα λέει από φίδι κι από πέτρα. Αργοτερα έμαθα πως το φίδι είναι η γνώση και δύναμη ή πέτρα.Χριστηκα πολεμιστρια της ζωής από τότε και παλεύω μέχρι σήμερα με νύχια και με δόντια στον ίδιο κλεφτοπόλεμο στο ίδιο αντάρτικο.Πότε στεκω ορθή και πότε λυγίζω.Εμαθα να μην φοβάμαι το θάνατο.Το έμαθα σαν πήγαινα μικρή και διάβαζα τις αρχαίες ελληνικές ρήσεις επάνω στις λιτές επιτύμβιες πλάκες.Είμαι Ελληνίδα και πονάω για όσα βλέπω γύρω μου.Κι όλο στρέφω το σουγιά ''πάνω'' στη ψυχή μου..
Εμαθα τον πόνο μου να το μετατρέπω σε υπομονή.Κρατάω λοιπόν γερά ακομα.Μια προσευχή με γαληνεύει και μου θυμίζει την πίστη που πρέπει να έχω για να αντέξω.Το φάρμακο αυτό που με κρατάει ζωντανή και αισιόδοξη
Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης - Ο θρύλος τού Μωριά
Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης, ο θρύλος του Μωριά που με ένα σάλτο περνούσε πάνω από 5 άλογα. Υπήρξε δάσκαλος του Νικηταρά και ενέπνευσε τον Κολοκοτρώνη.
Στα 15 μου έτρεχα σε πορείες όπως κι αργότερα μεγαλη.Κοιμόμουν νυχτα στα παγκάκια κι η αστυνομια με τρομοκρατία ερχόταν να με πιάσει.Εκεί ανάμεσα στο κυνήγι στο τρέξιμο και στο κρυφτό πρωτοέμαθα τον κλεφτοπόλεμο.Το αντάρτικο.Την τέχνη να πολεμὠ.Κουράστηκαν όντως πολύ να με πιάσουν.Μου είχε πει πολύ πριν ο παππούς μου πως γεννήθηκα λέει από φίδι κι από πέτρα. Αργοτερα έμαθα πως το φίδι είναι η γνώση και δύναμη ή πέτρα.Χριστηκα πολεμιστρια της ζωής από τότε και παλεύω μέχρι σήμερα με νύχια και με δόντια στον ίδιο κλεφτοπόλεμο στο ίδιο αντάρτικο.Πότε στεκω ορθή και πότε λυγίζω.Εμαθα να μην φοβάμαι το θάνατο.Το έμαθα σαν πήγαινα μικρή και διάβαζα τις αρχαίες ελληνικές ρήσεις επάνω στις λιτές επιτύμβιες πλάκες.Είμαι Ελληνίδα και πονάω για όσα βλέπω γύρω μου.Κι όλο στρέφω το σουγιά ''πάνω'' στη ψυχή μου..
Εμαθα τον πόνο μου να το μετατρέπω σε υπομονή.Κρατάω λοιπόν γερά ακομα.Μια προσευχή με γαληνεύει και μου θυμίζει την πίστη που πρέπει να έχω για να αντέξω.Το φάρμακο αυτό που με κρατάει ζωντανή και αισιόδοξη
Οι Κρητικές Αμαζόνες τού 1821
Στην Επανάσταση του 1866 πενήντα γυναίκες από ένα χωριό των Χανίων, του Λάκκους, συμμετείχαν ισάξια με τους άντρες συμπολεμιστές τους στον αγώνα για την απελευθέρωση του τόπου τους από τους Τούρκους συγκροτώντας δικό τους επαναστατικό σώμα. Ο αρχηγός της επανάστασης Χατζημηχάλης Γιάνναρης ανέλαβε την εκπαίδευση των γυναικών. Για να πάρουν όπλα ήταν υποχρεωμένες να υποβληθούν σε πολύ σκληρές δοκιμασίες.
Στα 15 μου έτρεχα σε πορείες όπως κι αργότερα μεγαλη.Κοιμόμουν νυχτα στα παγκάκια κι η αστυνομια με τρομοκρατία ερχόταν να με πιάσει.Εκεί ανάμεσα στο κυνήγι στο τρέξιμο και στο κρυφτό πρωτοέμαθα τον κλεφτοπόλεμο.Το αντάρτικο.Την τέχνη να πολεμὠ.Κουράστηκαν όντως πολύ να με πιάσουν.Μου είχε πει πολύ πριν ο παππούς μου πως γεννήθηκα λέει από φίδι κι από πέτρα. Αργοτερα έμαθα πως το φίδι είναι η γνώση και δύναμη ή πέτρα.Χριστηκα πολεμιστρια της ζωής από τότε και παλεύω μέχρι σήμερα με νύχια και με δόντια στον ίδιο κλεφτοπόλεμο στο ίδιο αντάρτικο.Πότε στεκω ορθή και πότε λυγίζω.Εμαθα να μην φοβάμαι το θάνατο.Το έμαθα σαν πήγαινα μικρή και διάβαζα τις αρχαίες ελληνικές ρήσεις επάνω στις λιτές επιτύμβιες πλάκες.Είμαι Ελληνίδα και πονάω για όσα βλέπω γύρω μου.Κι όλο στρέφω το σουγιά ''πάνω'' στη ψυχή μου..
Εμαθα τον πόνο μου να το μετατρέπω σε υπομονή.Κρατάω λοιπόν γερά ακομα.Μια προσευχή με γαληνεύει και μου θυμίζει την πίστη που πρέπει να έχω για να αντέξω.Το φάρμακο αυτό που με κρατάει ζωντανή και αισιόδοξη
Σάββαινα -- Η Αμαζόνα τού 1821
Το τεράστιο ασκέρι των 12000 αγαρηνών του Κεχαγιάμπεη κατευθύνεται ορμητικά προς το Βαλτέτσι. Χωρισμένοι σε πέντε φάλαγγες, κυκλώνουν την περιοχή. Οχυρωμένοι σε τέσσερα λιθόκτιστα ταμπούρια και στην εκκλησιά του χωριού, ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης με 1000 αγωνιστές βλέπουν το αιμοσταγές τσούρμο να καταφθάνει. Οι ελληνικοί προμαχώνες βάλλονται από τα εχθρικά πυρά. Και να,οι χθεσινοί ραγιάδες, αυτοί που "Τούρκον ήκουαν και έτρεμαν" μεταβάλλονται μεμιάς σε ατρόμητα λιοντάρια που κατασπαράζουν το θήραμά τους και ξεβρωμίζουν από τον τόπο τους τους εισβολείς.
Στα 15 μου έτρεχα σε πορείες όπως κι αργότερα μεγαλη.Κοιμόμουν νυχτα στα παγκάκια κι η αστυνομια με τρομοκρατία ερχόταν να με πιάσει.Εκεί ανάμεσα στο κυνήγι στο τρέξιμο και στο κρυφτό πρωτοέμαθα τον κλεφτοπόλεμο.Το αντάρτικο.Την τέχνη να πολεμὠ.Κουράστηκαν όντως πολύ να με πιάσουν.Μου είχε πει πολύ πριν ο παππούς μου πως γεννήθηκα λέει από φίδι κι από πέτρα. Αργοτερα έμαθα πως το φίδι είναι η γνώση και δύναμη ή πέτρα.Χριστηκα πολεμιστρια της ζωής από τότε και παλεύω μέχρι σήμερα με νύχια και με δόντια στον ίδιο κλεφτοπόλεμο στο ίδιο αντάρτικο.Πότε στεκω ορθή και πότε λυγίζω.Εμαθα να μην φοβάμαι το θάνατο.Το έμαθα σαν πήγαινα μικρή και διάβαζα τις αρχαίες ελληνικές ρήσεις επάνω στις λιτές επιτύμβιες πλάκες.Είμαι Ελληνίδα και πονάω για όσα βλέπω γύρω μου.Κι όλο στρέφω το σουγιά ''πάνω'' στη ψυχή μου..
Εμαθα τον πόνο μου να το μετατρέπω σε υπομονή.Κρατάω λοιπόν γερά ακομα.Μια προσευχή με γαληνεύει και μου θυμίζει την πίστη που πρέπει να έχω για να αντέξω.Το φάρμακο αυτό που με κρατάει ζωντανή και αισιόδοξη
Λοχίας Δημήτριος Ιτσιος -- Ενας άλλος Λεωνίδας
Ο Λοχίας Δημήτριος Ιτσιος αντιμετώπισε μόνος του σαν παλικάρι την πολεμική μηχανή των Ναζί και θυσιάστηκε για την πατρίδα και το καθήκον ως άλλος Λεωνίδας.
Ο Δημήτριος Ίτσιος γεννήθηκε το 1906 στην ακόμα σκλαβωμένη τότε Μακεδονία από Βλάχους γονείς. Με την κήρυξη του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου επιστρατεύθηκε ως έφεδρος λοχίας κι υπηρετούσε στο Μπέλες, πάνω από το χωριό του, τα Άνω Πορόια Σερρών. Στην κορυφογραμμή του Μπέλες ήταν στημένα τα πρώτα πρόχειρα φυλάκια προκάλυψης της «γραμμής Μεταξά». Λίγο πιο κάτω, σε απόσταση περίπου δύο χιλιομέτρων από την οροθετική γραμμή, βρίσκονταν τα εννέα σκυρόδετα ελληνικά πυροβολεία, στημένα κατά μήκος της δεύτερης αμυντικής γραμμής. Οι υπερασπιστές των πυροβολείων είχαν εντολή να αμυνθούν ώσπου ο στρατός του υποτομέα Ροδοπόλεως να συμπτυχθεί χωρίς απώλειες προς τα Κρούσια κι αμέσως μετά, να εγκαταλείψουν κι αυτοί τις θέσεις τους με κανονική υποχώρηση, έχοντας ως πλεονέκτημα την άριστη γνώση της περιοχής. Κατά την εισβολή των Γερμανών στο Μπέλες, στις 6 Απριλίου 1941, ο έφεδρος λοχίας Ίτσιος βρέθηκε να είναι επικεφαλής του Πολυβολείου Π8.
Είναι 5:15΄ το ξημέρωμα, όταν ψηλά στην «Ομορφοπλαγιά» του Μπέλες η πιο τέλεια πολεμική μηχανή της εποχής αρχίζει το καταστροφικό της έργο. Το πρώιμο γλυκοχάραμα έρχεται συντροφευμένο από ομοβροντίες Γερμανικών πυροβόλων, όλμων και πολυβόλων. Αρχίζει η επίθεση. Οι υπερασπιστές της προκάλυψης ανταπαντούν.Τα μάτια του Ίτσιου και των συντρόφων του κατακόκκινα απ’ την ολονύχτια αγρυπνία ερευνούν πόντο – πόντο το έδαφος μπροστά τους. Με το δάχτυλο στην σκανδάλη είναι έτοιμοι να αντιτάξουν σκληρή αντίσταση στην ιταμή επίθεση. Η προκάλυψη αντιστέκεται ηρωικά. Ο ήλιος, στις πλαγιές του Μπέλες, αρχίζει σιγά – σιγά το καθημερινό του ανηφόρισμα. Κάποια στιγμή ακούγεται βόμβος αεροπλάνων. Τρία ή τέσσερα «στούκας» πλησιάζουν την περιοχή και ξερνούν σίδηρο και φωτιά. Στη σφοδρότητα των επίγειων και ουράνιων επιθέσεων δεν αντέχει άλλο η προκάλυψη. Αναδιπλώνονται οι υπερασπιστές της πρώτης γραμμής. Έρχεται η σειρά των πολυβολείων. Θερίζουν τα πολυβόλα τους. Ατσάλινοι οι υπερασπιστές τους καθηλώνουν τους Γερμανούς. Τα αεροπλάνα βουτούν και ξαναβουτούν με λύσσα σκορπώντας φωτιά και όλεθρο. Τα οχυρά αντιστέκονται. Οι υπερασπιστές των πολυβολείων ποτίζουν με το αίμα τους τα ιερά χώματα της γενέθλιας γης. Σταδιακά τα ελληνικά πυροβολεία Π3, Π4, Π5 και Π9, σιγούν. Ακολουθεί το Π6 που, περικυκλωμένο από τον εχθρό, έπειτα από σθεναρή αντίσταση, καταλαμβάνεται το μεσημέρι. Τα πυροβολεία Π7 και Π8, όμως, συνεχίζουν να μάχονται. Μέσα βρίσκονται Έλληνες με ψυχή, θρεμμένοι με τα ιδεώδη της ελευθερίας, με τα ιδανικά της αυτοθυσίας. Έλληνες, που δε διαπραγματεύονται ούτε μια σπιθαμή ελληνικής γης. Γνωρίζουν πως δεν υπάρχει ελπίδα γι’ αυτούς. Αλλά, δεν τους νοιάζει.Το πυροβολείο Π8, έχει στη διάθεσή του 38.000 φυσίγγια, που οι υπερασπιστές του είναι διατεθειμένοι να τα «ξοδέψουν» με τη «δέουσα τσιγκουνιά».Κάποια στιγμή ο λοχίας Ίτσιος βλέποντας το μάταιο της θυσίας, διατάζει τους στρατιώτες της μονάδας του να εγκαταλείψουν το Π8. Ο ίδιος θα μείνει και θα προσπαθήσει να εξοντώσει μόνος του τους Γερμανούς εισβολείς. Μερικοί υπακούουν.Οι Ανωπορογιώτες όμως μένουν.
Φίλοι και σύντροφοι στις δουλειές και στα γλέντια στο χωριό. Πιστοί συμμαχητές του τώρα στο Π8, στην απόφασή του για αντίσταση μέχρις εσχάτων, στη θυσία.Μεθυσμένος ο Ίτσιος από τους καπνούς και τη βαριά μυρωδιά της μπαρούτης, αλλά και σε κατάσταση έκστασης, αποκρούει με το πολυβόλο του τις λυσσασμένες απόπειρες των Γερμανών για κατάληψη του οχυρού του.Γυαλίζουν τα κράνη των σκοτωμένων Γερμανών στρατιωτών της Βέρμαχτ στον απριλιάτικο ήλιο. Οι επιθέσεις συνεχίζονται, πληθαίνουν, σκληραίνουν. Μα ο Ίτσιος δεν σταματά με το πολυβόλο του να σκορπά τον όλεθρο και το θάνατο στο Γερμανό εισβολέα. Όσο πιο πολύ κρατήσει στο μετερίζι του, τόσο πιο ασφαλής θα γίνει η υποχώρηση των άλλων προς τα Κρούσια. Ούτε σκέψη για τη δική του σωτηρία με φυγή. Γιατί αυτός δεν κιότεψε λεπτό. Η καρδιά του χτυπούσε για τα «αδέρφια» του! Πολεμούσε για όλους τους Έλληνες. Ένας για όλους! Η χαρά της θυσίας για την πατρίδα δίνει φτερά στην ψυχή, στα χέρια, στο πολυβόλο του λοχία. Οι άδειοι κάλυκες γεμίζουν τον ελεύθερο χώρο του πολυβολείου. Το τηλέφωνο με τη Διοίκηση από ώρα έχει σιγήσει. Κάποια στιγμή τελειώνουν τα πυρομαχικά. Αμέσως μετά ακολουθεί μια αλλόκοτη σιωπή. Οι Γερμανοί λουφάρουν. Αυτό φαίνεται, περίμεναν. Το τελείωμα των φυσιγγιών. Ο λοχίας με τους συντρόφους του γνωρίζουν πως έπραξαν το καθήκον τους. Πολέμησαν για την πατρίδα, για τις οικογένειές τους, τους φίλους τους. Ξέρουν πως μάλλον δεν θα ξαναδούν ποτέ τους δικούς τους ανθρώπους, για τους οποίους υπεραμύνθηκαν.
Με δυσκολία ανοίγουν τη βαριά σιδερόπορτα του φρουρίου τους. Τα άδεια φυσίγγια την έχουν φρακάρει. Σε λίγο βρίσκονται έξω. Στο γεμάτο από καπνούς, μυρωδιά μπαρούτης και θάνατο αέρα του βουνού. Είναι προχωρημένο απόγευμα. Κράτησαν για τα καλά. Στην κατάσταση αυτή -μισοζαλισμένοι και ιδρωμένοι από την περίεργη σιωπή – ούτε που κατάλαβαν την περικύκλωσή τους, άοπλοι αυτοί, από ομάδα Γερμανών. Στη διάρκεια της μάχης της Ομορφοπλαγιάς σκοτώθηκε και ο αντισυνταγματάρχης Ebeling, διοικητής του 138ου Συντάγματος Ορεινών Καταδρομών, ο πιο υψηλόβαθμος γερμανός αξιωματικός που έχασε τη ζωή του στη διάρκεια της Μάχης των Οχυρών. Η αντίσταση του Π.8 εξόργισε τον στρατηγό Shorner, καθώς εκτός από τις μεγάλες απώλειες που προκάλεσε στους άνδρες του, ανέτρεψε τον σχεδιασμό του για την πρώτη ημέρα του πολέμου. Όταν ο στρατηγός Shorner πληροφορήθηκε το γεγονός ότι ο διοικητής του πολυβολείου ήταν ένας απλός έφεδρος λοχίας, θίχτηκε ο εγωισμός του και αφού συναντήθηκε με τον αιχμάλωτο Ίτσιο τον ρώτησε:
– Ποιος είναι ο Διοικητής σου στο πυροβολείο;
– Εγώ είμαι, απάντησε ο Ιτσιος
– Δεν υπάρχει αξιωματικός;
– Οχι!
– Ξέρεις ότι για χάρη σου έχασα έναν αντισυνταγματάρχη και 232 στρατιώτες;
– Λυπάμαι στρατηγέ αλλά υπερασπίζομαι την πατρίδα μου.
Μετά από αυτό ο Shorner έδωσε εντολή παρουσίασης όπλων σε μια διμοιρία Γερμανών στρατιωτών προς τιμήν του Ίτσιου, και ΑΜΕΣΩΣ ΜΕΤΑ έδωσε διαταγή να εκτελεσθεί ο Ίτσιος, κατά παράβαση της συνθήκης της Γενεύης, αλλά να μην πειραχτούν οι δύο στρατιώτες που ήταν μαζί του, τους οποίους απελευθέρωσε στα Ανω Πορρόϊα!!!Επρόκειτο για το πρώτο έγκλημα πολέμου των Γερμανών στην Ελλάδα. Οι φωτογραφίες της Βέρμαχτ επιβεβαιώνουν τις μαρτυρίες των στρατιωτών του λοχία Ίτσιου που ήταν αυτόπτες μάρτυρες της δολοφονίας του, ότι πυροβολήθηκε εξ επαφής στο κεφάλι με περίστροφο, ενώ είχε ήδη παραδοθεί. Ο σημερινός επισκέπτης του Π.8 μπορεί να εντοπίσει ακόμη και τον βράχο όπου ο λοχίας έπεσε και ξεψύχησε όταν πυροβολήθηκε. Επρόκειτο για το πρώτο έγκλημα πολέμου των Γερμανών στην Ελλάδα. Οι φωτογραφίες της Βέρμαχτ επιβεβαιώνουν τις μαρτυρίες των στρατιωτών του λοχία Ίτσιου που ήταν αυτόπτες μάρτυρες της δολοφονίας του, ότι πυροβολήθηκε εξ επαφής στο κεφάλι με περίστροφο, ενώ είχε ήδη παραδοθεί. Ο σημερινός επισκέπτης του Π.8 μπορεί να εντοπίσει ακόμη και τον βράχο όπου ο λοχίας έπεσε και ξεψύχησε όταν πυροβολήθηκε.
Το πτώμα του, μαζί με αυτά των άλλων συμπολεμιστών του, ετάφη στην Ομορφοπλαγιά. Το 1946, η σύζυγός του, Άννα, μαζί με άλλους συγχωριανούς, ξέθαψαν και μετέφεραν τα οστά του και των άλλων πεσόντων στο Ηρώο του χωριού Άνω Πορόια. Είναι η χρονιά που απονέμεται μεταθανάτια στο λοχία ο βαθμός του Επιλοχία και το Αργυρό Αριστείο Ανδρείας για τη γενναιότητα και το θάρρος του. Πολλά χρόνια μετά στήνεται στην «Ομορφοπλαγιά» και κοντά στο θρυλικό πλέον Π8 αναμνηστική στήλη, το δε στρατόπεδο που υπάρχει στο χώρο της θυσίας του ονομάζεται «Στρατόπεδο Ίτσιου». Στις 10 Αυγούστου 1980, σε επίσημη τελετή γίνονται τα αποκαλυπτήρια της γλυπτικής σύνθεσης της κεντρικής πλατείας του χωριού Άνω Πορόια.
Αιωνία μνήμη και δόξα στον ήρωα Δημήτρη Ίτσιο.
https://www.youtube.com/watch?v=GFluWSoxg9E
https://crashonline.gr/
Στα 15 μου έτρεχα σε πορείες όπως κι αργότερα μεγαλη.Κοιμόμουν νυχτα στα παγκάκια κι η αστυνομια με τρομοκρατία ερχόταν να με πιάσει.Εκεί ανάμεσα στο κυνήγι στο τρέξιμο και στο κρυφτό πρωτοέμαθα τον κλεφτοπόλεμο.Το αντάρτικο.Την τέχνη να πολεμὠ.Κουράστηκαν όντως πολύ να με πιάσουν.Μου είχε πει πολύ πριν ο παππούς μου πως γεννήθηκα λέει από φίδι κι από πέτρα. Αργοτερα έμαθα πως το φίδι είναι η γνώση και δύναμη ή πέτρα.Χριστηκα πολεμιστρια της ζωής από τότε και παλεύω μέχρι σήμερα με νύχια και με δόντια στον ίδιο κλεφτοπόλεμο στο ίδιο αντάρτικο.Πότε στεκω ορθή και πότε λυγίζω.Εμαθα να μην φοβάμαι το θάνατο.Το έμαθα σαν πήγαινα μικρή και διάβαζα τις αρχαίες ελληνικές ρήσεις επάνω στις λιτές επιτύμβιες πλάκες.Είμαι Ελληνίδα και πονάω για όσα βλέπω γύρω μου.Κι όλο στρέφω το σουγιά ''πάνω'' στη ψυχή μου..
Εμαθα τον πόνο μου να το μετατρέπω σε υπομονή.Κρατάω λοιπόν γερά ακομα.Μια προσευχή με γαληνεύει και μου θυμίζει την πίστη που πρέπει να έχω για να αντέξω.Το φάρμακο αυτό που με κρατάει ζωντανή και αισιόδοξη
Γεώργιος Κονδύλης : Ο ατρόμητος πολεμιστής

Μεταξύ των θυμάτων πού προκάλεσαν οι άνδρες τού Τουρκικού Στρατού και τα στίφη των ατάκτων που είχαν εισβάλει στην πόλη συγκαταλέγονταν οι νέοι πού αποτελούσαν το σώμα των ελλήνων προσκόπων.Στο Αϊδίνι, μια από τις πλέον ανεπτυγμένες ελληνικές πόλεις της Ανατολής, τα νεαρά Ελληνόπουλα είχαν ιδρύσει δύο προσκοπικές ομάδες, που ήταν το καύχημα της Ανατολής. Ο Αντνάν ο Μαινάδριος (Μεντερές) ζήλεψε, θέλησε να τους μιμηθεί. Κι ίδρυσε την τουρκική προσκοπική ομάδα του Αϊδινίου. Αλλ’ η τύχη της ήταν κωμικοτραγική. Ακολουθώντας το παράδειγμα του θηλυπρεπούς αρχηγού τους οι Τούρκοι, πρόσκοποι του Αϊδινίου προκαλούσαν τα γέλια, όταν έκαναν παρέλαση με τα φεσάκια τους. Κι η ομάδα του Μεντερές άρχισε να τροφοδοτεί με «πεσκίρ- τσογλάν» όλα τα χαμάμ του Αϊδινίου και της Σμύρνης. Ο Μεντερές ήταν από τους πρώτους που ακολούθησαν το κεμαλικό Κίνημα, όχι από πατριωτισμό, αλλά από ανθελληνικό μίσος. Ήταν μαζί με τους Τσέτες που επιτέθηκαν στο Αϊδίνι. Με τις πρώτες τουφεκιές οι Έλληνες πρόσκοποι τρέχουν να βοηθήσουν το Στρατό μας. Δεν είναι πολλοί — μόλις 31, αλλ’ ο ηρωισμός τους είναι υπέροχος. Οι μεγαλύτεροι αρπάζουν τα όπλα και πολεμούν μαζί με τους στρατιώτες, οι μικρότεροι μεταφέρουν πολεμοφόδια, παίρνουν τους τραυματίες και μεταδίδουν μηνύματα. Πολλοί από τους Προσκόπους έπεσαν τήν ώρα τής μάχης.Ήταν οι πιό τυχεροί. Όσοι δεν πρόφθασαν, έπεσαν στα χέρια τής ομάδας τών δημίων τού Μεντερές κι οδηγήθηκαν ανατολικά της πόλης, στις όχθες του Εύδωνος ποταμού, που έγινε κι ο τόπος του μαρτυρίου τους.
Οι Τσέτες καλούν τον αρχηγό τους, τον τοπικό έφορο Νικόλαο Αυγερίδη, ν’ απαρνηθεί τον εθνισμό του, να προσκυνήσει τον Μωάμεθ, αν ήθελε να σωθεί. «Ζήτω η Ελλάδα!» ήταν η απάντηση του ήρωα εκείνου. Φρύαξαν οι Τσέτες, λύσσαξαν από το κακό τους. Στο πρόσταγμα του Μεντερές, ένας Τσέτης τραβά το μαχαίρι του και βγάζει το μάτι του Αυγερίδη. Το αίμα πετάγεται με ορμή, πιτσιλίζει καί τον βασανιστή του. Αλλ’ ο Αυγερίδης δεν λυγίζει. Τον καλούν και πάλι ν’ αρνηθεί την πατρίδα του. Κι αυτήν τη φορά απαντούν όλοι μαζί, βροντοφωνούν: «Ζήτω η Ελλάδα!» Τα δύσμοιρα παιδιά βάδιζαν προς το θάνατο σαν να πήγαιναν σε πανηγύρι. Οι Τσέτες δεν μπορούν πια να συγκρατηθούν. Ο Αυγερίδης κομματιάζεται, ο Φιλοκτήτης Αργυράκης γδέρνεται κυριολεκτικά, ο Βεϊνόγλου αποκεφαλίζεται. Κανείς δεν γλυτώνει. Τόση ήταν η μανία των Τούρκων, που και νεκρούς ακόμη τους βασανίζουν. Παλουκώνουν τα πτώματά τους, τα ευνουχίζουν, επιδίδονται σ’ ένα όργιο φρικιαστικό — όργιο που δεν μπορεί να συλλάβει ο ανθρώπινος νους. Κι όταν, δυο ημέρες αργότερα, οι στρατιώτες μας ξαναπαίρνουν το Αϊδίνι, δεν μπορούν να κρύψουν τη συγκίνησή τους. Με δακρυσμένα μάτια, οι σκληροτράχηλοι πολεμιστές σηκώνουν στην αγκαλιά τους τα τυραννισμένα πτώματα των μικρών ηρώων για να τα θάψουν. Ας είναι ελαφρό το χώμα που τα σκεπάζει.
Το θέαμα της κατεστραμμένης πόλης ήταν τραγικό. Η ελληνική συνοικία είχε μεταβληθεί σε σωρό από ερείπια, που κάπνιζαν ακόμη. Από τις 11.000 Έλληνες κατοίκους —ντόπιους και πρόσφυγες του εξωτερικού— 6.500 σφάγησαν με τον πιο άγριο τρόπο. Γυναίκες ατιμάστηκαν, παρθένες καί παιδιά βιάστηκαν και περιουσίες αρπάχτηκαν, όπως είδαμε στην περιγραφή του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου. Αλλ’ η τιμωρία των φονιάδων δεν θ’ αργούσε. Την ημέρα που έπεφτε το Αϊδίνι, στη Σμύρνη αποβιβαζόταν το 3ο σύνταγμα πεζικού, που επέστρεφε από την Ρουμανία. Χωρίς να χάσει ούτε μια μάχη. Αντίθετα, μάλιστα. Σταματούσε κι ανέτρεπε τις επιθέσεις των επαναστατών, δίνοντας τον καιρό στους άλλους να φύγουν. Ήταν το ίδιο σύνταγμα που κράτησε το περιχαρακωμένο στρατόπεδο της Οδησσού δίνοντας μια τρομερή μάχη. Και στο κορύφωμά της χτύπησε το τηλέφωνο τού σταθμού διοίκησης. Τα καλώδια δεν είχαν κοπεί, στη βιασύνη της φυγής, κι ακούσθηκε μια φωνή, από την άλλη άκρη του Μετώπου. Ζητούσε το διοικητή, αλλ’ εκείνος βρίσκονταν στήν πρώτη γραμμή. Κι ο άγνωστος είπε στον λοχαγό Γιαννιό, που τον αντικαθιστούσε: «Εδώ Αταμάνος Γκρηγκόριεφ. Γιατί, μωρέ Έλληνες, μας πολεμάτε; Εσάς δεν μπορούμε να σας νικήσουμε. Αφήστε μας να τσακίσουμε τούς άλλους». Αυτό ήταν το 3ο σύνταγμα. Διοικητής του ήταν ο Γεώργιος Κονδύλης. Αυτός διετάχθη να τιμωρήσει τούς σφαγείς του Αϊδινίου.
Οι ορεσίβιοι πολεμιστές του είναι ταλαιπωρημένοι. Μόλις όμως πληροφορούνται ότι θα κτυπήσουν τους Τούρκους, τα πόδια κάνουν φτερά. Ο Κονδύλης, που δεν ήταν μόνο πολεμιστής, αλλά κι ευφυής αξιωματικός, μ’ επιτελικό δαιμόνιο, ενεργεί κεραυνοβόλα. Μεταφέρει το σύνταγμα του σιδηροδρομικά μέχρι το Οδεμήσι, βόρεια του Αϊδινίου, και με ταχύτητα αστραπής περνά τα Θείρα, δρασκελίζει τον ορεινό όγκο της Μεσωγίδας και φθάνει ανατολικά του Αϊδινίου. Θέλει ν’ ανακόψει την υποχώρηση των Τούρκων. Δεν θέλει να τους διώξει, θέλει να τους τσακίσει. Αλλ’ οι Τούρκοι έχουν υποχωρήσει νότια του Μαιάνδρου, ζητώντας προστασία στην ιταλική ζώνη Κατοχής. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η συνενοχή των Ιταλών στην επίθεση κατά του Αϊδινίου είναι αναμφισβήτητη. Οι Τσέτες εξόρμησαν από το στρατόπεδο της Τζίνας σε βάθος 50-60 χιλιομέτρων από τον Μαίανδρο. Κι ασφαλώς η κίνησή τους δεν πέρασε απαρατήρητη. Ξαναπέρασαν τον Μαίανδρο, όπου οι Ιταλοί είχαν εγκαταστήσει φυλάκια, χωρίς και πάλι να ενοχληθούν. Αλλ’ η χειροπιαστή απόδειξη της ενοχής τους ήταν οι ιταλικές επωμίδες κι άλλα ιταλικά εφόδια, που βρέθηκαν στο πεδίο της μάχης. Κι οι καταθέσεις αιχμαλώτων, που ομολόγησαν ότι οι Τσέτες είχαν επιτεθεί υποστηριζόμενοι από μια ιταλική πολυβολαρχία και τμήμα πολυβόλων. Αυτοί ήταν οι Ιταλοί «σύμμαχοί» μας.
Ο Κονδύλης, φθάνοντας στο Αϊδίνι, δεν είχε δώσει ακόμη μάχη κατά των Τούρκων, μικροσυμπλοκές με ομάδες ατάκτων δεν μπορούσαν να κορέσουν το μένος του. Και παίρνει μια απόφαση που το στρατηγείο ενέκρινε εκ των υστέρων: Διατάζει τους άνδρες του να περάσουν την πέτρινη γέφυρα του Μαιάνδρου και να εισβάλουν στην ιταλική ζώνη Κατοχής. Μόλις αρχίζει η διάβαση του Μαιάνδρου φθάνει λαχανιασμένος ένας Ιταλός ταγματάρχης με δύο άλλους αξιωματικούς και ζητεί να συναντήσει τον Κονδύλη, ο οποίος τον δέχεται έφιππος. Και με διερμηνέα —ο Κονδύλης μόνο τη θεσσαλική μιλούσε άπταιστα— του ζητάει να σταματήσει την προέλασή του, γιατί εκεί, στην περιοχή του Μαιάνδρου, ήταν η ιταλική ζώνη.
«Πες του», λέγει ο Κονδύλης στο διερμηνέα, «ότι θα σταματήσω μόνο αν μου παραδώσουν τους Τούρκους».
«Μα αυτό είναι αδύνατο» απαντά ο Ιταλός.
«Τότε εγώ θα προχωρήσω».
Ο ιταλός ταγματάρχης, με το τηλέφωνο του διπλανού φυλακίου, ζητεί οδηγίες από τους ανωτέρους του και επιστρέφοντας ζητεί από τον Κονδύλη να περιμένει μέχρις ότου γίνουν συνεννοήσεις μέσω της Αρμοστείας. Αλλ’ αυτό εξοργίζει τον Κονδύλη:
«Να του πεις ότι εγώ δεν ξέρω από υψηλή διπλωματία. Ώσπου να συνεννοηθούν αυτοί, εγώ θα έχω πιάσει τους Τούρκους».
«Αν προχωρήσετε», απειλεί ο Ιταλός, «έχω διαταγή να διατάξω πυρ».
«Δεν πειράζει» απαντά ο Κονδύλης.
Και σπηρουνίζοντας τ’ άλογό του τίθεται επικεφαλής των ανδρών του, περνά τον Μαίανδρο, χωρίς, φυσικά, να τολμήσουν αντίσταση οι Ιταλοί, και ξεκινά την καταδίωξη των Τούρκων.
Η εκδίκηση του Κονδύλη ήταν τρομερή, όπως τρομερός ήταν κι ο ίδιος. Σαν κεραυνός πέφτει πάνω στο τουρκικό στρατόπεδο της Τζίνας και το διαλύει. Και χωρίς καθυστέρηση συνεχίζει την προέλασή του, καταλαμβάνει τον ορεινό όγκο Σαπουντζά Νταγ και κάνει μια κυκλωτική κίνηση προς Δυσμάς, στρέφει προς Βορρά κι επιστρέφει στις γραμμές μας από την κατεύθυνση των Σωκίων. Στο πέρασμα του —γιατί να το κρύψει κανείς;— τίποτε δεν μένει όρθιο. Όποιο χωριό τουρκικό τολμά ν’ αντισταθεί, καταστρέφεται, οι αντάρτικες ομάδες, που προσπαθούν να τον αναχαιτίσουν, συντρίβονται. Σπείρει τον τρόμο, τον πανικό στους Τούρκους, προκαλεί ακόμη και το δέος των δικών μας. Κι ο συνταγματάρχης Σταυριανόπουλος εξομολογείται σε Μικρασιάτη δημοσιογράφο:
«Μπαίνοντας στον σιδηροδρομικό σταθμό του Ντεμερτζίκ, είδα μερικούς Τούρκους συγκεντρωμένους. Αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Πίστευα ότι από εκεί που πέρασε ο Κονδύλης δεν είχε μείνει Τούρκος, ούτε για δείγμα».
Ο Ευρυτάνας στρατιωτικός και πολιτικός Γεώργιος Κονδύλης απεβίωσε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 1936, σε ηλικία 57 ετών.
Ο σεβαστός ιεράρχης, τοποτηρητής της Μητρόπολης Ηλιούπολης και Θείρων (Αϊδινίου) την εποχή εκείνη, σ’ ένα από τα έγγραφα του αρχείου του, αναφέρει:
«Ο συνταγματάρχης Σχοινάς και το περί αυτόν επιτελείον επανικοβλήθησαν και διέταξαν εγκατάλειψιν των φυλακίων και συγκέντρωσιν του στρατού εντός της πόλεως. Εφήρμοσαν, δηλαδή, άνευ αντιστάσεως το σχέδιο των επιτεθέντων, οίτινες επεδίωκον να μεταφέρωσι την μάχην εντός της πόλεως, της οποίας το μέγα πλήθος ωπλοφόρει. Ηναγκάσθη, ούτως, ο ελληνικός Στρατός να αποδυθή εις οδομαχίαν, βαλλόμενος πανταχόθεν, εκ των οικιών, των μιναρέδων, των δημοσίων καταστημάτων κλπ. Εις επίμετρον και εκ μέρους του Στρατού και εκ μέρους των Τούρκων κατοίκων ηνάφθησαν πυρκαιαί, πολλαπλασιασθέντος ούτω του τρόμου και του πανικού των ημετέρων. Αλλ’ ο συνταγματάρχης έχασε την ψυχραιμίαν και πρωτοβουλίαν του εις τοιούτον βαθμόν, ώστε παρέταξεν, εξοπλίσας, τους προσκόπους, διά να κρατήσουν άμυνα, ίνα ασφαλώς υποχωρήση και εκκενώση την πόλιν, αφήσας ούτως εις το έλεος του Θεού τους κατοίκους και δή τους προσκόπους, οίτινες, ως ήτο φυσικόν, απεδεκατίσθησαν, κατακρεουργηθέντος και του αρχηγού αυτών, αειμνήστου Αυγερίδου.
Στα 15 μου έτρεχα σε πορείες όπως κι αργότερα μεγαλη.Κοιμόμουν νυχτα στα παγκάκια κι η αστυνομια με τρομοκρατία ερχόταν να με πιάσει.Εκεί ανάμεσα στο κυνήγι στο τρέξιμο και στο κρυφτό πρωτοέμαθα τον κλεφτοπόλεμο.Το αντάρτικο.Την τέχνη να πολεμὠ.Κουράστηκαν όντως πολύ να με πιάσουν.Μου είχε πει πολύ πριν ο παππούς μου πως γεννήθηκα λέει από φίδι κι από πέτρα. Αργοτερα έμαθα πως το φίδι είναι η γνώση και δύναμη ή πέτρα.Χριστηκα πολεμιστρια της ζωής από τότε και παλεύω μέχρι σήμερα με νύχια και με δόντια στον ίδιο κλεφτοπόλεμο στο ίδιο αντάρτικο.Πότε στεκω ορθή και πότε λυγίζω.Εμαθα να μην φοβάμαι το θάνατο.Το έμαθα σαν πήγαινα μικρή και διάβαζα τις αρχαίες ελληνικές ρήσεις επάνω στις λιτές επιτύμβιες πλάκες.Είμαι Ελληνίδα και πονάω για όσα βλέπω γύρω μου.Κι όλο στρέφω το σουγιά ''πάνω'' στη ψυχή μου..
Εμαθα τον πόνο μου να το μετατρέπω σε υπομονή.Κρατάω λοιπόν γερά ακομα.Μια προσευχή με γαληνεύει και μου θυμίζει την πίστη που πρέπει να έχω για να αντέξω.Το φάρμακο αυτό που με κρατάει ζωντανή και αισιόδοξη
Η ΣΦΑΓΗ ΤΗΣ ΧΙΟΥ
Στην Επανάσταση εμείς είμεστεν κρυμμένοι στη Γριά, μα σε κάμποσες μέρες, εφάγαμεν πια ό,τι είχαμεν κ’ επεινούσαμεν.Είχαμε μαζί κι έναν αγοράκι τριώ χρονών, και τού ΄δωκα μισό κουκκί κ’ ήγλυφεν, και το καίγουνταν η καρδιά μου.Τότες ήρτεν ένας εις το χωριόν κ’ ήστειλεν αθρώπους στα βουνά κ’ εφωνάζαν, πως ο Κόνσουλας είπεν, όσοι έρτουν εις το χωριό και προσκυνήσουν, δεν θα πάθουν τίποτι. Εγώ ήθελα να πάμε, για να μη χάσω το παιδί μου, που τό ΄βλεπα πως ήλυωσεν και τού ΄ρχουνταν λιγοθυμίες απ’ την πείνα, μα ο πάππους σας δεν ήθελεν με κανέναν τρόπον. «Οι Αγαρηνοί, ήλεγεν, δεν έχουν εμπιστοσύνην και θα μας σφάξουν». Μα εγώ που δεν εμπόρουν να βλέπω το παιδί μου να πεθαίνει ομπρός στα μάτια μου;Του λέω: «Εγώ θα πάω με το παιδί, κι ό,τι θέλει ο Θεός ας μας κάμει». Κ’ έτσι μ’ εφήκαν κ’ επήγα. Επήγαν κι άλλοι άντρες και γυναίκες, και τους άντρες τους είχαν βαρμένους μέσα στου Σπανού το σπίτι, εδεκεί στη Φονόπετραν, κάτω κάτω, που πάμε για το Μάρμαρο. Τις γυναίκες τις είχαν όξω. Εγώ είχα καθισμένο το παιδί στο λαιμό μου αποσκελωτά. Ένας Τούρκος ήτρωγε ψωμί. Τό ΄δεν το παιδί μου κ’ ήπιασεν τα κλιάματα, κ’ εφώναζε: «Πεινώ, πεινώ, ψωμί, ψωμί!». Ο Τούρκος τού ΄δωκε λιγάκι ψωμί κι εκείνο ερρίχτηκεν επάνω στο ψωμί και τό ΄φαγεν αμάσητο. Εξανάκλαψε και του ζήταν κι άλλο. Τότες…Χριστέ και Παναγιά μου! Βλέπω το μαχαίρι τού Τούρκου ν’ αστράφτει, νοιώνω έναν κούνημα και βλέπω το κεφαλάκιν τού παιδιού από δω και το σωματάκιν του από κει.
Στα 15 μου έτρεχα σε πορείες όπως κι αργότερα μεγαλη.Κοιμόμουν νυχτα στα παγκάκια κι η αστυνομια με τρομοκρατία ερχόταν να με πιάσει.Εκεί ανάμεσα στο κυνήγι στο τρέξιμο και στο κρυφτό πρωτοέμαθα τον κλεφτοπόλεμο.Το αντάρτικο.Την τέχνη να πολεμὠ.Κουράστηκαν όντως πολύ να με πιάσουν.Μου είχε πει πολύ πριν ο παππούς μου πως γεννήθηκα λέει από φίδι κι από πέτρα. Αργοτερα έμαθα πως το φίδι είναι η γνώση και δύναμη ή πέτρα.Χριστηκα πολεμιστρια της ζωής από τότε και παλεύω μέχρι σήμερα με νύχια και με δόντια στον ίδιο κλεφτοπόλεμο στο ίδιο αντάρτικο.Πότε στεκω ορθή και πότε λυγίζω.Εμαθα να μην φοβάμαι το θάνατο.Το έμαθα σαν πήγαινα μικρή και διάβαζα τις αρχαίες ελληνικές ρήσεις επάνω στις λιτές επιτύμβιες πλάκες.Είμαι Ελληνίδα και πονάω για όσα βλέπω γύρω μου.Κι όλο στρέφω το σουγιά ''πάνω'' στη ψυχή μου..
Εμαθα τον πόνο μου να το μετατρέπω σε υπομονή.Κρατάω λοιπόν γερά ακομα.Μια προσευχή με γαληνεύει και μου θυμίζει την πίστη που πρέπει να έχω για να αντέξω.Το φάρμακο αυτό που με κρατάει ζωντανή και αισιόδοξη























