Η πύρινη γλώσσα της φωτιάς του Καζαντζάκη



«Δεν είμαι ένα μετέωρο αρίζωτο στον κόσμο. Είμαι χώμα από το χώμα του και πνοή από την πνοή του. Είμαι ένα πλάσμαεφήμερο, αδύναμο, καμωμένο από λάσπη κι ονείρατα.

Ένας βώλος λάσπη είναι η ανθρωπότητα, τέτοιος βώλος λάσπη είναι ο καθένας μας.

Ποιό είναι το χρέος μας; Να μαχόμαστε ν’ ανθίσει ένα μικρό λουλούδι απάνω στο λίπασμα τούτο της σάρκας και του νου μας»



Ν. Καζαντζάκης 

 (Ασκητική)

 



Η πύρινη γλώσσα της φωτιάς είναι για τον στοχαστή και ποιητή Νίκο Καζαντζάκη η ψυχή του ανθρώπου. Μέσα στο χάος της παγκοσμιοποίησης, με την κατάρρευση των αξιών του ανθρώπου, με τα εκατομμύρια των πεινασμένων,των αδικημένων, των εξαθλιωμένων,αυτή η φλόγα της καζαντζακικής ψυχής μπορεί να δώσει όραμα ανατροπής των καθεστωτικών πραγμάτων.Μέσα μας όμως, μια ουσία ανώτερη, μας σπρώχνει ανήλεα προς τα επάνω.Ποιο είναι το χρέος μας; Να μαχόμαστε ν’ ανθίσει ένα μικρό λουλούδι απάνω στο λίπασμα τούτο της σάρκας και του νου μας.Ο αγώνας για Ελευθερία, Δικαιοσύνη και Ισότητα δεν χάνεται ποτέ,πιστεύει.
Το άστρο πεθαίνει, μα το φως ποτέ του. Τέτοια κι η κραυγή της ελευΘερίας.Η ψυχή μάχεται να πυρπολήσει τον κατασκότεινο όγκο του κόσμου. Μια μέρα όλο το Σύμπαντο θα γίνει πυρκαγιά. Στον Καζαντζάκη η ψυχή-φλόγα είναι το μήνυμα ελπίδας στον παγκοσμιοποιημένο βούρκο.




ΤΟ ΑΣΧΗΜΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ



ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ ΣΤΗ ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ

Από τους επιφανέστερους στρατιωτικούς ηγέτες της Επανάστασης του ‘21. Έπεσε θύμα των εμφύλιων διαμαχών κατά τη διάρκεια του Αγώνα και σκοτώθηκε από χέρι ελληνικό.Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ήταν ο μονάκριβος γιος του ξακουστού αρβανίτη αρματολού της Ρούμελης Αντρέα Βερούση ή Καπετάν Ανδρούτσου και της Ακριβής Τσαρλαμπά, κόρης προεστού της Πρέβεζας. Η σωματική του δύναμη ήταν παροιμιώδης και διηγούνται αναρίθμητα κατορθώματά του. Κάποιος βιογράφος του γράφει, ότι «επήδα ως έλαφος, έτρεχεν ως ίππος και ίππευεν ως Κένταυρος»Απ το 1818 ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας και ένθερμος υποστηρικτής του Αγώνα.Μόλις ξέσπασε η Επανάσταση βρέθηκε αμέσως στις πρώτες γραμμές του Αγώνα και ανέλαβε να ξεσηκώσει τους Έλληνες της Ανατολικής Ρούμελης. Στις 8 Μαΐου του 1821 κλείνεται με άλλους 117 πολεμιστές στο Χάνι της Γραβιάς και χαρίζει στον Αγώνα μία από τις πιο δοξασμένες μάχες, που τον επέβαλε ως τον στρατιωτικό αρχηγό της Ρούμελης. Η νίκη του Ανδρούτσου στη Γραβιά έσωσε την επανάσταση από βέβαιο κίνδυνο, καθώς ο Ομέρ Βρυώνης με 8.000 άνδρες βάδιζε ακάθεκτος προς την εξεγερμένη Πελοπόννησο.Το 1822 φθάνει στην Αθήνα και αναλαμβάνει τη διοίκηση του κάστρου της Ακρόπολης, με φρούραρχο τον Γιάννη Γκούρα. Στην Ακρόπολη έκανε διάφορα οχυρωματικά έργα και την εξασφάλισε με νερό που δεν είχε. Στο μεταξύ, νέα εχθρικά σώματα πλημμύρισαν τη Ρούμελη. Κι επειδή ο Οδυσσέας δεν είχε αρκετές δυνάμεις να αντισταθεί, αναγκάσθηκε να συνθηκολογήσει μαζί τους. Ήταν τα λεγόμενα «καπάκια» (προφορικές συμφωνίες), ένα τέχνασμα για να κερδίσει χρόνο, το οποίο όμως παρεξηγήθηκε από τους εχθρούς του (κοτσαμπάσηδες της Ανατολικής Ρούμελης και Ιωάννης Κωλέττης), που δεν τον συμπαθούσαν, λόγω της μεγάλης επιρροής που ασκούσε στο λαό.Ο Ανδρούτσος, οργισμένος από τη συμπεριφορά των πολιτικών, παραιτείται και η κυβέρνηση στέλνει τον Νούτσο και τον Παλάσκα να τον αντικαταστήσουν. Υποψιαζόμενος ότι οι δύο απεσταλμένοι της κυβέρνησης έρχονται να τον σκοτώσουν, χάνει την ψυχραιμία του και με την ανοχή του οι άνδρες του τους σκοτώνουν. Ο Κωλέττης τον επικηρύσσει για 5.000 γρόσια και ο Υπουργός Εκκλησιαστικών επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ τον αφορίζει. Όμως, η κάθοδος του Δράμαλη αναγκάζει την κυβέρνηση να ανακαλέσει την επικήρυξη και τον αφορισμό του Ανδρούτσου, ο οποίος αναλαμβάνει ξανά δράση. Δεν κατορθώνει να εμποδίσει την κάθοδο του Οθωμανού πολέμαρχου στην Πελοπόννησο, αλλά δεν αφήνει να περάσουν εφοδιοπομπές και ενισχύσεις για τη στρατιά του.Μετά την καταστροφή του Δράμαλη, ο Ανδρούτσος επέστρεψε στην Αθήνα και ίδρυσε δύο σχολεία στην Αθήνα και κάλεσε τον Κοραή από την Ευρώπη και τον Βάμβα από την Κεφαλλονιά να έρθουν να διδάξουν, χωρίς να εισακουσθεί. Γρήγορα, νέες στρατιωτικές επιχειρήσεις τον έκαναν να φύγει από την Αθήνα για την Ανατολική Ρούμελη. Τον Νοέμβριο του 1822 ηττάται από τον Κιοσέ Μεχμέτ στο Δαδί και παραλίγο να αιχμαλωτισθεί, ενώ τον Ιούλιο του 1823 ανακόπτει στη Βοιωτία την εκστρατεία του Γιουσούφ Περκόφτσαλη Πασά.Ο ηρωισμός του, το προοδευτικό του πνεύμα και το ομηρικό του όνομα, στάθηκαν αφορμή να θέλουν να τον γνωρίσουν όλοι οι Ευρωπαίοι φιλέλληνες που κατέβηκαν στην επαναστατημένη Ελλάδα. Με πολλούς από αυτούς συνεργάστηκε για διάφορα κοινωφελή έργα και τον φίλο του λόρδου Βύρωνα, τον Άγγλο Έντουαρντ Τρελόνι, τον έκανε γαμπρό του, δίνοντάς του την ετεροθαλή αδελφή του Ταρσίτσα.

Η αποκαλούμενη «Ντάπια του νερού ή του Δυσσέα» χτίστηκε από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στην Ακρόπολη για να προστατευτεί η πηγή και το πηγάδι που ξεδίψαγε τους αγωνιστές. Η αναμνηστική επιγραφή με τον σταυρό (δεξιά) το μαρτυρά. Στην ίδια περιοχή ο γενναίος οπλαρχηγός είχε λίγα χρόνια αργότερα ο τραγικό τέλος από «αδελφικά» χέρια.


Η διαμάχη του και ο παραγκωνισμός του από τους αντιπάλους του ανάγκασαν τον πεισματάρη και οξύθυμο πολέμαρχο να πάρει τους άνδρες του και να έλθει στη Βοιωτία στις αρχές του 1825. Εκεί προέβη σε νέα «καπάκια» με τους Τούρκους, με σκοπό να εκβιάσει την κυβέρνηση, χωρίς όμως να προδώσει την επανάσταση. Οι εχθροί του βρήκαν μία ακόμη ευκαιρία να χαρακτηρίσουν την πράξη του αντεθνική και τον ίδιο προδότη. Η κυβέρνηση έστειλε εναντίον του ισχυρή στρατιωτική δύναμη, με αρχηγό τον παλαιό του φίλο Γιάννη Γκούρα, που από καιρό είχε γίνει ο προσωπικός του εχθρός.Ο Οδυσσέας, αποφεύγοντας συστηματικά κάθε συμπλοκή με τα κυβερνητικά σώματα για να μη χυθεί πολύτιμο αδελφικό αίμα, αποτραβήχτηκε στις Λιβανάτες. Ύστερα από μερικές μικροσυμπλοκές στις αρχές Απριλίου παραδόθηκε στον Γκούρα (7 Απριλίου1825), με τη ρητή υπόσχεση ότι θα τον έστελνε στην Πελοπόννησο για να δικαστεί από τη Διοίκηση.Ωστόσο, ο Γκούρας τον οδήγησε στις φυλακές του πύργου Γούλα, που βρισκόταν στα προπύλαια της Ακρόπολης.Όταν ο Καραϊσκάκης το έμαθε, προσπάθησε να τον απελευθερώσει χωρίς επιτυχία.Η δολοφονία του διατάχθηκε με την εξής αποκρυπτογραφημένη φράση: ‘’πούλα το λάδι γιατί θα πέσει η τιμή του’’. Το βράδυ της 4ης Ιουνίου οι Μαμούρης, Τριανταφυλλίνας, Τζαμάλας και Θεοχάρης εισήλθαν στο κελί του Ανδρούτσου, ο οποίος σηκώθηκε και έβρισε τους υποψήφιους δολοφόνους του. Χαρακτηριστικά τους είπε: «Ξέρω καλά ποιος σας έστειλε και γιατί ήρθατε στο κελί μου. Αν μου λύνατε το ένα χέρι θα βλέπατε ποιος είμαι και εγώ». Σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα, τον φύλακα του κελιού, Κωνσταντίνο Καλατζή, τον βασάνισαν στρίβοντας του τα γεννητικά του όργανα ή κατ’άλλους του τα συνέθλιψαν με μια πέτρα. Αφού τον ξυλοκόπησαν άγρια στο πρόσωπο και στο σώμα, τον στραγγάλισαν. Στη συνέχεια πέταξαν το άψυχο σώμα του στα βράχια της Ακρόπολης, για να φανεί ως αυτοκτονία. Ηταν 5 Ιουνίου του 1825.Για να καλύψουν το έγκλημά τους πέταξαν το πτώμα του στο λιθόστρωτου του Ναού της Απτέρου Νίκης και διέδωσαν πως ο φυλακισμένος προσπάθησε να αποδράσει και σκοτώθηκε. Τον έθαψαν προσωρινά στην εκκλησία της Σωτήρας στο Ριζόκαστρο. Η αλήθεια δεν άργησε να αποκαλυφθεί και η ιστορία τον αποκατέστησε ηθικά, τοποθετώντας τον ανάμεσα στους κορυφαίους ήρωες του της Ελληνικής Επανάστασης.Το 1865 έγινε με μεγάλη επισημότητα και στρατιωτικές τιμές η μετακομιδή των οστών του στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών, όπου σήμερα υπάρχει ο τάφος του

Ο Γκούρας έστειλε επιστολή στην κυβέρνηση, στην οποία μιλούσε για τους ανθρώπους του Ανδρούτσου, τον Βρετανό ακόλουθό του, Τρελώνυ και τον Καπετάν Ιωάννη και για τον θάνατο του πρώην φίλου του. Το περιεχόμενο του γράμματος διασώθηκε από τον γραμματικό του Αντώνιο Γεωργαντά:

“Σεβαστή Διοίκησις!

Διά της από 30 Απριλίου αναφοράς μου, επληροφορήθη το περιστατικόν εις την υποψίαν του οποίου μ’ έκαμον να μετακομίσω τον Οδυσσέα από την μονήν του Δομπού εις το φρούριον των Αθηνών διά να φυλαχθή ασφαλέστερα προσώρας. Η καταστροφή των Σαλώνων μετά ταύτα παρά του άσπονδου εχθρού της Ελλάδος, η οποία θλίβει την ψυχήν μου, μ’ έκαμεν να πέσω εις την συλλογήν της και εις το στρατόπεδον τούτο, όπου έξαφνα χθες μοι παρρησιάσθη γράμμα από τον Αντιφρούραρχον Ιωάννη Μαμούρη 5 τρέχοντος, το οποίον μοι φανερώνει τας πανουργίας και μηχανάς όπου μεταχειρίσθη και εκεί ο Οδυσεύς διά να φύγει και αποτυχών καθ’ όλας τους τρόπους εσκοτώθη αφού εμηχανεύθη να φύγει από την Γούλιαν κρεμασμένος με σχοινιά και έπεσεν. αντίγραφον του γράμματος τούτου το περικλείω προς πληροφορίαν σας. Ούτως εστάθη το συμβεβηκός αυτού του ανθρώπου και ο θάνατός του από τας ιδίας του χείρας. Πληροφορείται προς τούτοις η σεβαστή Διοίκησις, ότι κατάρα του Θεού και του έθνους, έφθασε και εις το Σπήλαιον αυτού του ανθρώπου,εστάθη άλλο συμβεβηκός εκεί. Άγνωστον διά ποίας αιτίας, εκτυπήθησαν ο Τρελώνυ με τους λοιπούς. Ένας κάποιος καπ. Ιωάννης το όνομα, εφονεύθη παρά του Τρελώνυ. Ο δε Τρελώνυ έλαβε δύο πληγάς και ευρίσκεται μέσα όπου ευρίσκονται και πέντε έξι ασήμαντοι άνθρωποι και δύο Τούρκοι κάποιος μπαμπαχμέντης και μουσταφάς. Μένω με βαθύτατο σέβας Εκ του στρατοπέδου της Μονής του Προφ. Ηλίου την 11 Ιουνίου 1825 Γιάννης Γκούρα» Ο Γιάννης Γκούρας έμεινε στην ιστορία ως προδότης και «δολοφόνος» του αγωνιστή Οδυσσέα Ανδρούτσου, ο οποίος άφησε την τελευταία του πνοή εκεί που μερικά χρόνια πριν οι Αθηναίοι τον είχαν υποδεχτεί με ενθουσιασμό ως φρούραρχο της Ακρόπολης. Ο Ανδρούτσος τιμήθηκε αρκετά χρόνια αργότερα από το ελληνικό κράτος. Τιμήθηκε όμως και ο δολοφόνος του, ο οποίος απέκτησε τον «δικό» του δρόμο στην Πλάκα. Ισως δεν είναι το μοναδικό παράδοξο στην ελληνική ιστορία.



 

Η φωτογραφία είναι μοναδική, καθώς απεικονίζει τον Ιερό Βράχο διαφορετικό από ότι είναι σήμερα. Ανάμεσα στα αρχαία κτίσματα διακρίνεται ένας ψηλός τετράγωνος πύργος, ο οποίος βρισκόταν απέναντι από το ναό της Αθηνάς Νίκης

Ο πύργος ανήκε στη διάσημη οικογένεια της Φλωρεντίας, Ατσαγιόλι, η οποία πήρε το όνομά της επειδή ασχολήθηκε με το εμπόριο ατσαλιού και βασίλεψε στο Δουκάτο των Αθηνών για 73 χρόνια. Την περίοδο της κυριαρχίας τους στην Αθήνα μετέτρεψαν τα Προπύλαια σε παλάτι και η αρχαία είσοδος σφραγίστηκε.Μέσα στο παλάτι είχε χτιστεί και ένα καθολικό εκκλησάκι. Ο Πύργος βρισκόταν δεξιά από τα Προπύλαια και είχε ύψος είκοσι έξι μέτρα. Μια εσωτερική ξύλινη σκάλα οδηγούσε στο πιο ψηλό σημείο, απ’όπου είχε πανοραμική θέα στο λεκανοπέδιο της Αττικής. Ήταν πανομοιότυπος με τους πύργους της Βενετίας και οικοδομήθηκε με πεντελικό μάρμαρο και μάρμαρα από τα μνημεία της Ακρόπολης.Δίπλα του υπήρχε ένας μικρότερος οδοντωτός πυργίσκος και πάνω από τα Προπύλαια υπήρχαν τα διαμερίσματα του διοικητή. Μετά την επικράτηση των Οθωμανών, οι Ατσαγιόλι αποχώρησαν από την Αθήνα. Την περίοδο εκείνη ο Πύργος μετατράπηκε σε αποθήκη αλατιού και ονομαζόταν Γουλάς ή Κουλάς από την τουρκική λέξη kule που σημαίνει «πύργος». Στην ελληνική επανάσταση μετατράπηκε σε φυλακή. Ανάμεσα σε αυτούς που αιχμαλωτίστηκαν ήταν 12 επιφανείς Αθηναίοι πολίτες που συμμετείχαν στον αγώνα. Κατά την πολιορκία της Ακρόπολης οι εννιά από τους 12 εκτελέστηκαν. Ο Πύργος έμελλε να είναι η φυλακή που σημάδεψε το τέλος του γενναίου Οδυσσέα Ανδρούτσου. Ο Έλληνας οπλαρχηγός δεν φυλακίστηκε από τους Τούρκους αλλά από τους πολιτικούς του αντιπάλους.Μετά τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους αποφασίστηκε η κατεδάφιση των μετα-κλασικών κτισμάτων που βρίσκονταν στον Ιερό Βράχο. Την περίοδο εκείνη επικρατούσε το ρεύμα του νεοκλασικισμού και οτιδήποτε δεν είχε σχέση με την Αρχαία Ελλάδα κρίθηκε ότι ήταν περιττό. Το 1874 ο Ερρίκος Σλήμαν, ο Γερμανός αρχαιολόγος που ανέσκαψε την Τροία χρηματοδότησε την κατεδάφιση του πύργου και από τότε τα Προπύλαια πήραν τη σημερινή τους μορφή. Μια ενέργεια που κατά καιρούς επικρίθηκε έντονα γιατί αφαίρεσε ένα μνημείο από τον αρχαιολογικό χώρο.



Wikimedia Commons
ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ



"ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΚΑΙ ΗΡΩΩΝ Αίμα"



"Τίποτε δεν είναι αδύνατο. Τα δυνατά από τα αδύνατα τα ξεχωρίζει μια ψιλή ψιλή γραμμή.Μα είμαστε τόσο κολλημένοι κάτω στα εύκολα, τόσο μουδιασμένοι που δεν μπορούμε να πηδήξουμε από πάνω από την ψιλή γραμμή"


Ιων Δραγούμης





Σκλάβος γίνεται απο τη στιγμη...



"Ο λαός, που τσακίζεται από την υπέρτερη βία για μια στιγμή, δεν είναι ακόμα σκλάβος.Σκλάβος γίνεται από την στιγμή, που δένεται ψυχικά με την σκλαβιά.Κι αυτό κοιτάζουν να πετύχουν οι εχθροί μας με την φωνή των προδοτών "


Δ. Γληνός


ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΛΙΩΛΗΣ: Ο θρυλικός οπλαρχηγός της Ηπείρου



Ο αετός του βουνού και του κάμπου, χαρισματικός ηγέτης και εξαίρετος οπλαρχηγός της Ηπείρου ΕυθύμιοςΓ. Λιώλης γεννήθηκε στην Κρανιά της Β. Ηπείρου το 1880 και εκοιμήθη στην Αθήνα στις 16.6.1961Δεν υπάρχει ούτε αρχή ούτε και τέλος στη βιογραφία – ιστορία του οπλαρχηγού του Μακεδονικού - Ηπειρωτικού Αγώνος Θύμιου Λιώλη.Οπως δεν υπάρχει αρχή και τέλος στους αγώνες για την λευτεριά της Ελληνικότατης Μακεδονίας και Ηπείρου. Λεβέντης καπετάνιος του Βούρκου και των Ριζών, τον έτρεμαν οι Αλβανοί αγάδες, οι αλλοεθνείς πλιατσικολόγοι, οι Τούρκοι, οι Ιταλοί και οι Γερμανοί.Οι Λιώληδες ήταν ένας δικέφαλος αετός που δεν νοιάστηκαν μόνο για την φωλιά τους, αλλά πέταξαν ψηλά και μακριά σε όλον τον γαλανόλευκο αέρα, σε ολόκληρα τα άγια πάτρια εδάφη από την Κρανιά Αγ. Σαράντα και Δελβίνου μέχρι τη Μακεδονία και ολόκληρη την Ελλάδα.. Στις περιοχές από την Αρτα – τα Τζουμέρκα, ως το Ζαγόρι- Καραμπεριά και πέραν το παλιό Πωγώνι, την Ντουβάδρα, στη μάχη της Κορώνης, ο Σωτήρης ο Θύμιος Λιώλης και ο Αργυροκοστρίτης Γιάννης Πουτέτσης, μαζί με τους Κολοβαίους προστατεύουν τους φτωχούς.Το 1914 ο συνταγματάρχης Δημήτριος Δούλης συνέστησε το Σύνταγμα του Δελβίνου με διοικητή τον Βλάσση Καραχρήστο. Ο Θύμιος Λιώλης με τα διαλεκτά παλικάρια του εντάχτηκε σ’ αυτό και ανέλαβε τη διοίκηση του λόχου όπου πολεμούσαν τρία μερόνυχτα τους Λιάπηδες του άγριου Κουρβελεσίου. Εκεί ο ανθυποπλοίαρχος Στέφανος ΖΟΥΠΑΣ από τη Χιμάρα πληγώθηκε βαριά με σπασμένο πόδι στα τελευταία σπίτια της Κορώνης. Βγάζει το πιστόλι του για να σκοτωθεί και να μην πέσει ζωντανός στα χέρια του Μερσίν Γκιότση.Πρόβαλε τότε ο ηρωικός ήρωας, ο Καπετάν Θύμιος Αιώλης, άψογος, άτρομος, κυπαρισσένιος. «Εγώ, θα πάω μόνος μου να φέρω εδώ τον λαβωμένο Ζούπα», λέει. Βαλλόμενος από παντού στην ανηφοριά της Κορώνης, βρήκε τον Ζούπα να βογγά από τους πόνους με το πιστόλι στο χέρι. Τον φορτώθηκε στις πλάτες του σαν να πήγαινε σε γάμο ή σε πανηγύρι, ενώ εκατοντάδες σφαίρες βουίζανε σαν μελίσσια γύρω του. Απτόητος, κατόρθωσε να φτάσει φορτωμένος εκεί όπου τους περίμενε χλιμιντρώντας το σπαθάτο ψαρί άλογό του που είχε αφήσει δεμένο σε ένα δέντρο όταν ανέβηκε στην Κορώνη.Καβάλησε ο Καπετάν Θύμιος το άλογό του, πήρε στη σέλα μπροστά τον Ζούπα και έφτασε στους δικούς του, χωρίς να τον βρει ούτε μία σφαίρα. Και μιαν άλλη ιστορία απ’ τις ατελείωτες του Καπετάνιου: Στην γνωστή μάχη της Τσούκας όπου σκοτώθηκε ο Γιάννης Πουτέτσης, αν και οι σφαίρες έπεφταν σαν χαλάζι, ο Θύμιος χίμηξε σαν αετός και πήρε τα επίσημα έγγραφα από τις τσέπες του νεκρού πια Πουτέτση και την επαύριον έστειλε αυστηρή προειδοποίηση προς τον διοικητή των Τουρκαλβανών να επιστρέψει τα κομμένα κεφάλια που τα είχαν κρεμάσει στην πλατεία του Δελβίνου γιατί αλλιώς θα έκοβε του ιδίου. Την άλλη μέρα τα κομμένα κεφάλια των παλικαριών ενταφιάζονταν δίπλα στο νεκρό τους σώμα.

Υπό την δυναμική επέμβαση του καπετάνιου Θύμιου, στις 20 Ιουνίου 1943, τα σχέδια του αλβανικού και ελληνικού Κ.Κ. γκρεμίζονται στο κενό. Ερεθισμένοι οι Τουρκαλβανοί σχεδίασαν τη δολοφονία του καπετάνιου αλλά το σχέδιο αυτό δεν πραγματοποιήθηκε, γιατί φοβούνταν τον πατέρα του Γιώργο Λιώλη και ιδιαίτερα το μεγάλο αδελφό του Βασίλη (Τσίλη) που ήταν ατρόμητο παλικάρι.Παρ’ ότι αργότερα θα αναγκαζόταν να περπατήσει με ξύλινα πόδια, θα παρέμενε μεγάλος συμπαραστάτης τού κατά μικρότερου αδελφού του Θύμιου. Τα πόδια του Τσίλη ήταν κομμένα και τα δύο από τις αθλιότητες και τα βασανιστήρια των φυλακών της Ιταλίας. Ο Τσίλης και ο Θύμιος Λιώλης άρχισαν τους αγώνες από το 1900-1903 ενάντια σε αρκετές δυνάμεις Τουρκαλβανών και βγαίνουν νικητές..Πρώτος ο Καπετάνιος στο πλευρό του θρύλου της Μακεδονίας, Μακεδονομάχου Παύλου Μελά, όπου τον κάλεσε κοντά του να αγωνιστούν εναντίον των Βουλγάρων Κομιταζήδων και Τούρκων αν και η Ηπειρος είχε τις δικές της περιπέτειες
Πρώτος ο Θύμιος στον Αυτονομιακό Αγώνα του 1914 υπό τον Γιώργο Χρ. Ζωγράφο από το Κεστοράτι με τους θριάμβους στο πλευρό του υπουργού Αμύνης της Αυτονόμου Ηπείρου, στρατηγού Δημητρίου Δούλη και σηκώνει την γαλανόλευκη. Πρώτος ο Θύμιος στην Αργεντινή, όταν η πατρίδα τού ανέθεσε εθνική αποστολή, που εξετέλεσε στο ακέραιο, παρά τους κινδύνους σε άγνωστη χώρα.Πρώτος ο Θύμιος στον εκκλησιαστικό και σχολικό αγώνα της Βορείου Ηπείρου το 1934-1935 που δικαιώθηκε εν μέρει..Πρώτος ο Θύμιος πολεμάει τον Τουρκαλβανό Σαλί Βρανίστι στην Παπαράχη της Κρανιάς, όπου και του βούλωσε την κάννη το 1936. Ατρόμητος ο Θύμιος θα έμπαινε στο παλάτι του βασιλιά Αχμέτ Ζώγου με το πιστόλι κρυμμένο στα πλούσια και μακριά μαλλιά του.Πρώτος ο Θύμιος Λιώλης τον Οκτώβριο του 1940, αν και σε μεγάλη ηλικία (60 ετών), πολεμώντας κατά των Ιταλών και Αλβανών συνεργατών τους..Πρώτος ο Θύμιος με την προέλαση του Ελληνικού Στρατού και την αποβίβαση του Βασιλικού Ναυτικού στους Αγίους Σαράντα στις 6 Δεκεμβρίου 1940 και οδήγησε τους φαντάρους μας στο Κουρβελέσι, στην Λιαμπουριά.. Για την παλικαριά του αυτή τού απονέμεται ο τίτλος του Εξαίρετου Οπλαρχηγού της Ηπείρου.Πρώτος ο Θύμιος σχημάτισε την Βορειοηπειρωτική Απελευθερωτική Οργάνωση..Πρώτος ο Θύμιος με τον Τσάβο Κόκκαλη μπήκαν στους Αγ. Σαράντα και στο Δέλβινο τον Σεπτέμβριο του 1943, όταν η ιταλική στρατιά αφέθηκε στην τύχη της υπό τον στρατάρχη Μπαντόλιο, υψώνοντας την ελληνική σημαία.. Πρώτος ο Θύμιος με τον Τσάβο Κόκκαλη και τον Παπανδρέα μπήκαν στους Αγ. Σαράντα τον Οκτώβριο του 1944 εκδιώκοντας τους Γερμανομπαλίστες, υψώνοντας και πάλι τη γαλανόλευκη.Ο θρυλικός καπετάνιος του Βούρκου κηρύχθηκε άσπονδος εχθρός του χοτζικού καθεστώτος και το όνομά του καταπολεμήθηκε επί 50 συνεχή χρόνια. Ο Καπετάν Θύμιος Λιώλης είναι λαμπρό παράδειγμα για τις επερχόμενες γενεές, για μελλοντικούς αγώνες μέχρις ότου ο διακαής πόθος των Ελλήνων, για λεύτερη Βόρεια Ηπειρο, γίνει πραγματικότητα.


Το 1941 ήρθε στην Αθήνα ως πρόσφυγας. Μα οι Αλβανοί που αποτελούσαν τη θλιβερή συνοδεία των Ιταλών, τον συνέλαβαν, τον μετέφεραν στα Τίρανα και τον κατεδίκασαν διότι κατά τον πόλεμο βοήθησε τον ελληνικό στρατό. Τον άφισαν αργότερα, αλλά ο καπετάν Θύμιος δεν ησύχασε. Ωργάνωσε σώμα από 500 περίπου Βουρκάρηδες και πολεμούσε κατά των Γερμανών, Ιταλών και Αλβανών. Οι Αλβανοί όμως δεξιοί και αριστεροί τον κυνήγησαν και το 1944 κατέφυγε με λίγα παλληκάρια στις ομάδες του Ζέρβα.Το πρωί της Παρασκευής 16 Ιουνίου, απέθανε στο Κρατικό Νοσοκομείο, όπου ενοσηλεύετο από ολίγων ημερών, το γνωστό σε όλη τη Βόρειο Ήπειρο και ιδιαίτερα στην Επαρχία Δελβίνου παλληκάρι, ο θρυλικός αρχηγός του Βούρκου, ο καπετάν Θύμιο Λιώλης, σε ηλικία 83 ετών. Η είδηση του θανάτου του, εσκόρπισε αφάνταστη λύπη σ’ εκείνους που τον γνώρισαν από κοντά, σ’ εκείνους που επολέμησαν μαζύ του και εξετίμησαν τα καταπληκτικά κατορθώματά του, τους συνεχείς αγώνας του, το ακατάβλητο θάρρος του, τη λεβεντιά του...Μα κι αν πέθανε οι αγώνες του και οι θυσίες του θα μείνουν πάντα χαραγμένοι στη σκέψη όλων των Βορ/τών. Στα βουνά και τα λαγκάδια του Νομού Αργυροκάστρου και ιδιαίτερα της Επαρχίας Δελβίνου θα αχάη το θρυλικό τραγούδι:

"Μέσ’ της Δρόβιανης τη ράχη Θύμιο Λιώλης κάνει μάχη"

Αιωνία σου η μνήμη, αθάνατε Καπετάνιε, που πενθούσες τη Βόρειο Ηπειρο μέχρι το μνήμα σου''


Εφημερίδα "ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΝ Μέλλον"





Η κυρά των Μαρασίων (Βασιλική Λαμπίδου)


Απεβίωσε σε βαθιά γεράματα (107 ετών) η κυρά των Μαρασίων (Βασιλική Λαμπίδου) που μαζί με την κυρά της Ρώ, ήταν από τις ελάχιστες περιπτώσεις ανθρώπων που τιμούσαν κυριολεκτικά καθημερινώς την ελληνική σημαία κάτω από δύσκολες και αντίξοες συνθήκες. Το σπίτι της απείχε ελάχιστα μέτρα από την ελληνοτουρκική μεθόριο και αυτό την παρακίνησε (από εφηβική ηλικία- ούσα πρόσφυγας από την Ανατ. Θράκη) να διατυμπανίζει την ελληνικότητα των εδαφών με την καθημερινή ανάρτηση της ελληνικής σημαίας.Η Βασιλική Λαμπρίδου – Φωτάκη γεννήθηκε το 1904 στο Μεγάλο Ζαλούφι της Ανατολικής Θράκης. Από παιδί γνώρισε την ορφάνια και την πίκρα της προσφυγιάς, καθώς οι προστάτες – συγγενείς της μετακινήθηκαν κυνηγημένοι από τους Τούρκους στην Αδριανούπολη.Με την ανταλλαγή των πληθυσμών εγκαταστάθηκε προσωρινά στο Ελληνοχώρι Διδυμότειχου και έπειτα στο Σάκο της Νέας Ορεστιάδας.
Παντρεύτηκε δύο φορές και απέκτησε τέσσερα παιδιά. Και όταν έχασε τα τρία σε νεαρές ηλικίες, άρχισε να αντιμετωπίζει σαν δικά της παιδιά όλα τα Ελληνόπουλα και ιδιαίτερα τα στρατευμένα.Κάπως έτσι έγινε η «μάνα» όλων των φαντάρων, ιδίως εκείνων που υπηρετούσαν στον Έβρο.Εκείνη τους μαγείρευε και τους φρόντιζε και ο Ελληνιό Στρατός εδώ και χρόνια είχε υιοθετήσει την γιαγιά – σύμβολο της περιοχής

Το 1962 εγκαταστάθηκε οριστικά στο χωριό Μαράσια, στα ελληνοτουρκικά σύνορα. Το σπίτι της είναι το τελευταίο του οικισμού, δίπλα στο ακριτικό φυλάκιο, μόλις 30 μέτρα μακριά από την Τουρκία.Κάθε μέρα, νωρίς το πρωί, η Κυρά των Μαρασίων σηκώνονταν και ύψωνε την ελληνική σημαία στο φυλάκιο «ώστε να την βλέπουν απέναντι, τα μέρη όπου γεννήθηκα και από όπου ξεριζώθηκα»H Βασιλική Λαμπίδου είχε βραβευθεί το 2007 από την Ακαδημία Αθηνών, έπειτα από πρόταση του νυν αρχηγού ΓΕΣ.Η κηδεία της πραγματοποιήθηκε τ στα Μαράσια του Έβρου, παρουσία του αρχηγού ΓΕΣΦραγκούλη Φράγκου που εκπροσώπησε την στρατιωτική ηγεσία, αλλά και του Περιφερειάρχη Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης Άρη Γιαννακίδη που εκπροσώπησε την πολιτική ηγεσία.Την επομένη του θανάτου της η σημαία ανέβηκε στα Μαράσια και πάλι. Όμως η Κυρά δεν ήταν εκεί για να την σηκώσει. Και το σημαντικότερο, εκείνη την ημέρα δεν έφτασε ψηλά στον ιστό. Ήταν  μεν εκεί, αλλά κυμάτιζε μεσίστια. Σε ένδειξη τιμής για μια μεγάλη ΕΛΛΗΝΙΔΑ που έφυγε από τη ζωή


ΔΕΙΤΕ ΤΟ

''Η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κανάρη''



Στα Ψαρά, στις 27 Απριλίου 1822 είχαν συγκεντρωθεί 29 υδραίικα πλοία με επικεφαλής τον Ανδρέα Μιαούλη που σιωπηρά αναγνωριζόταν ως αρχιναύαρχος, 19 σπετσιώτικα, υπό τους Αναστάσιο Ανδρούτσο και Ανδρέα Χατζή Αναργύρου και 16 ψαριανά.Σύμφωνα με έγγραφα του αρχείου Μιαούλη, αυτό έγινε στις 10 Μαΐου, οπότε ξεκινούσε η μεγάλη θρησκευτική γιορτή των Τούρκων, το Ραμαζάνι.Κατά το Ραμαζάνι, οι μουσουλμάνοι νηστεύουν από τα βαθιά χαράματα μέχρι τη δύση του Ήλιου, απέχοντας από τροφή, νερό και καπνό.Ο Μιαούλης είχε σχεδιάσει η ελληνική επίθεση να γίνει στο στενό του Τσεσμέ όπου ο εχθρικός στόλος δεν θα μπορούσε να αναπτυχθεί. Δύο απόπειρες επίθεσης όμως που έγιναν στις 10 Μαΐου και λίγες μέρες αργότερα, απέτυχαν. Στη νυχτερινή επιχείρηση όμως στη βόρεια είσοδο του στενού τον Τσεσμέ στις 18 Μαΐου, οι Τούρκοι αιφνιδιάστηκαν «έκοψαν τις άγκυρές των, εκτυπήθησαν μία με την άλλην», ενώ και οι ζημιές που προκάλεσαν τα ελληνικά πλοία με τα κανόνια τους στα τουρκικά, ήταν σημαντικές. Η προσπάθεια πυρπόλησης της τουρκικής ναυαρχίδας που έγινε, απέτυχε και τα ελληνικά πλοία αποσύρθηκαν στα Ψαρά.Στο μεταξύ, στα πληρώματα λόγω καθυστέρησης της μισθοδοσίας τους, παρουσιάστηκαν κρούσματα απειθαρχίας, ενώ όπως γράφει ο Σπετσιώτης αγωνιστής και ιστορικός του ναυτικού αγώνα Αναστάσιος Ορλάνδος, υπήρχαν διαφωνίες μεταξύ των Υδραίων (Μιαούλη, Βούλγαρη, Λαλεχού) και των Σπετσιωτών (Ανδρούτσου, Χατζή Αναργύρου) ναυάρχων.Παρά τις προσπάθειες των Ψαριανών, η ένταση δεν καταλάγιασε και οι Σπετσιώτες αποχώρησαν στις 31 Μαΐου «προς αποφυγήν ρήξεως τινός, ήτις ήθελεν έχει τα ολεθριότερα αποτελέσματα δια το Ελληνικόν ναυτικόν και δι’ όλον το έθνος». (Α. Ορλάνδος).

Την ίδια μέρα, αποφασίστηκε από τους Ψαριανούς να χρησιμοποιηθούν πυρπολικά εναντίον της τουρκικής αρμάδας, που η εξουδετέρωση της ήταν επείγουσα καθώς στις ελληνικές θάλασσες κατέφθανε και ο αιγυπτιακός στόλος.Απόλυτα σύμφωνοι, ήταν και οι Υδραίοι ναύαρχοι Ανδρέας Μιαούλης, Λάζαρος Λαλεχός και Ιωάννης Βούλγαρης.Την 1η Ιουνίου 1822, μετά από μία κατανυκτική λειτουργία στον Άγιο Νικόλαο των Ψαρών και αφού τα πληρώματά τους κοινώνησαν των αχράντων μυστηρίων, δύο πυρπολικά, ένα από τα Ψαρά με κυβερνήτη τον Κωνσταντίνο Κανάρη και ένα από την Ύδρα με κυβερνήτη τον Ανδρέα Πιπίνο, συνοδευόμενα από 4 ακόμη πλοία, δύο από τα Ψαρά (των Ν. Γιαννίτση και Γ. Κουτσούκου) και δύο από την Ύδρα (των Ι. Ζάκα και Α. Ραφαλιά) που θα βοηθούσαν μετά την πυρπόληση, στην περισυλλογή των πληρωμάτων των πυρπολικών αναχώρησαν για να «συναντήσουν» τον τουρκικό στόλο.Το βράδυ της 6ης προς την 7η Ιουνίου, οι συνθήκες ήταν ιδανικές για τους τολμηρούς μπουρλοτιέρηδες. Ο άνεμος ευνοϊκός, η νύχτα αφέγγαρη και οι Τούρκοι γιόρταζαν την τελευταία νύχτα του Ραμαζανιού.Ο Κανάρης κι ο Πιπίνος με περισσό θάρρος-θράσος, κινηθηκαν προς την τουρκική ναυαρχίδα, προφανώς για κατόπτευση και συνομίλησε με τον Καρά Αλή.Ο Κανάρης ανέβηκε σε ένα θεόρατο πλοίο με 84 κανόνια, πάνω στο οποίο βρίσκονταν, κατά τον Σαράντο Καργάκο 2.286 άτομα (λόγω της δεξίωσης) και πολλά λάφυρα, ενώ ο Πιπίνος κινήθηκε προς την υποναυαρχίδα, ένα δίκροτο του Μπεκίρ Μπέη


Ο Πιπίνος κόλλησε το πυρπολικό του πάνω στο δίκροτο, αλλά έφυγε βιαστικά χωρίς να το δέσει καλά. Έτσι οι Τούρκοι κατόρθωσαν να το ξεκολλήσουν και να σώσουν το γιγάντιο πλοίο, που όμως έπαθε σοβαρές ζημιές και δεν μπορούσε να πάρει μέρος σε επιχειρήσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα.Αντίθετα, ο Κανάρης, χάρη και στους έξοχους χειρισμούς του πηδαλιούχου Γιάννη Θεοφιλόπουλου (από τα Λαγκάδια της Γορτυνίας, που ήταν πηδαλιούχος και του Παπανικολή στην Ερεσό), έδεσε καλά το πυρπολικό του στην τουρκική ναυαρχίδα. Η φωτιά εξαπλώθηκε παντού στη ναυαρχίδα αλλά και σε ένα γαλιόνι που βρισκόταν κοντά της.Όπως γράφει ο Δζεβδέτ πασάς: «Ο καπιτάν πασάς με τους άλλους «υπαλλήλους» εξύπνησαν μεθυσμένοι.Αντιληφθέντες δε, ότι άλλη ελπίς σωτηρίας δεν υπήρχεν, οι μεν αξιωματικοί και ναύται έπεσαν εις την θάλασσαν και κολυμβώντας άλλοι μεν εξήλθον εις την ξηράν, άλλοι δε επνίγησαν. Ο δε καπιτάν κατήλθε με τους υπηρέτες του εις λέμβον, όπως φθάσει εις την ακτήν. Εκραγείσης όμως της πυριτιδαποθήκης της ναυαρχίδας, εφονεύθη υπό πεσούσης κεραίας, ήτις εβύθισε την λέμβον».Ο Τρικούπης γράφει ότι ο Καρά Αλή σκοτώθηκε από κατάρτι της ναυαρχίδας που έπεσε και τον χτύπησε στη μέση. Κάποιοι βούτηξαν στη θάλασσα όπου είχε πέσει και τον έσωσαν. Τον μετέφεραν στην ακτή, όπου όμως ξεψύχησε.Αυτό ήταν το τέλος του Καρά Αλή, που όταν κάποιοι αξιωματικοί λίγες ώρες πριν, του είχαν πει να έχουν έτοιμες τις άγκυρες για απόπλου, είπε: «Είσθε δειλοί! Ο άπιστος (δηλ. οι Έλληνες), αν είναι φωτιά, θα κάψει όσο φθάνει το έγκλημά του. Πού να τολμήσει αυτός να κινηθεί;» και εκτόξευσε διάφορες απειλές για τους Έλληνες. Οι 19 πυρπολητές του Πιπίνου και οι 24 του Κανάρη, σώοι και αβλαβείς επέστρεψαν στα Ψαρά όπου γνώρισαν αποθέωση. Μαζί με τον Κανάρη, βρισκόταν κι ο αδελφός του Αναγνώστης. 

Απ’ όλο το τσούρμο του, μόνο κάποιος Παπαδημητράκης, δείλιασε την τελευταία στιγμή και δεν τον ακολούθησε. Η σύζυγος του, Αγγελική Τσακάλη τον χώρισε (!) «μη αξιούσα να συζεί μετά τοιούτου περιφρονημένου ανδρός» Ο Καρά Αλή τάφηκε στη Χίο. Έξαλλοι οι Τούρκοι, κατέστρεψαν και τα Μαστιχοχώρια που ως τότε παρέμεναν αλώβητα.Η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας «αφήκε κατάπληκτα τα πληρώματα ολόκληρου του στόλου», γράφει ο Δζεβδέτ πασάς.Ο Άγγλος ιστορικός Γκόρντον γράφει ότι η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας ήταν «ένα από τα πιο καταπληκτικά στρατιωτικά κατορθώματα που αναφέρει η ιστορία», ενώ στην Ευρώπη, όπου το όνομα του Κανάρη έγινε θρύλος, χαρακτηρίστηκε ως «κοσμοϊστορικό γεγονός».

 

«ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ», τόμος ΙΒ’ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ. ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟΥ, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ κατά τους Τούρκους Ιστοριογράφους εν Αντιπαραβολή και προς τους Έλληνες Ιστορικούς», Αθήναι 1960.
ΣΑΡΑΝΤΟΣ Ι. ΚΑΡΓΑΚΟΣ, «Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821, Γ’ ΜΕΡΟΣ» ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ», εκδόσεις ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ- Α.Α. ΛΙΒΑΝΗ, ΤΟΜΟΣ Β’.

https://www.eurohoops.net/el